Η πεθερά μου (μέρος Β)
Το ίδιο βράδυ, ενώ εγώ κοιμόμουν βαθιά, εξαντλημένος από το ποτό, η Σούλα και η Βούλα είχαν μείνει στο σαλόνι και παρακολουθούσαν μια ταινία τρόμου. Η Σούλα, μια ώριμη γυναίκα με εντυπωσιακή παρουσία και αδυναμία στα όμορφα γυναικεία σώματα, είχε γνωρίσει τη Βούλα, μια γοητευτική γυναίκα στα είκοσι οκτώ της, πριν από μερικούς μήνες. Από την πρώτη στιγμή, η μεταξύ τους χημεία ήταν έντονη, αν και καμία δεν είχε τολμήσει να κάνει το πρώτο βήμα.
Όταν τελείωσε η ταινία, αποχαιρετίστηκαν και καθεμία κατευθύνθηκε στο δωμάτιό της. Η Σούλα, όμως, δεν μπορούσε να ηρεμήσει. Η παρουσία της Βούλας, το χαμόγελό της και ο τρόπος που την κοιτούσε είχαν ξυπνήσει μέσα της μια επιθυμία που δυσκολευόταν να αγνοήσει.
Φόρεσε ένα μαύρο, μεταξένιο σετ εσωρούχων με λεπτές δαντέλες και κάλτσες που τόνιζαν τη θηλυκότητά της. Κοιτάχτηκε για λίγο στον καθρέφτη, χαμογέλασε πονηρά και αναρωτήθηκε αν η Βούλα είχε αντιληφθεί την επίδραση που της ασκούσε.
Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ένα απαλό χτύπημα στην πόρτα.
— Έλα, πέρασε, είπε η Σούλα.
Η Βούλα εμφανίστηκε στο κατώφλι φορώντας ένα κομψό, κοντό νυχτικό.
— Ελπίζω να μη σε ενοχλώ. Δεν μπορώ να κοιμηθώ και σκέφτηκα πως θα ήταν ωραίο να καθίσουμε λίγο μαζί.
— Καθόλου δεν με ενοχλείς. Έλα, κάθισε δίπλα μου.
Η Βούλα μπήκε στο δωμάτιο και το βλέμμα της στάθηκε για λίγο στη Σούλα.
— Πρέπει να σου πω κάτι, είπε χαμογελώντας. Έχεις απίστευτο στιλ. Ακόμη και τα εσώρουχά σου είναι διαλεγμένα με τέτοιο τρόπο που μοιάζουν να έχουν φτιαχτεί ειδικά για σένα.
Η Σούλα γέλασε.
— Κολακεύεις μια γυναίκα που έχει αρχίσει να πιστεύει ότι τα καλύτερά της χρόνια έχουν περάσει.
— Αν αυτό πιστεύεις, τότε μάλλον χρειάζεσαι καινούργιο καθρέφτη, απάντησε η Βούλα. Είσαι πανέμορφη. Έχεις αυτοπεποίθηση, θηλυκότητα και κάτι στο βλέμμα σου που δύσκολα περνά απαρατήρητο.
Η Σούλα την κοίταξε με ενδιαφέρον.
— Κι εσύ έχεις έναν τρόπο να κάνεις μια γυναίκα να αισθάνεται ξεχωριστή.
— Ίσως επειδή εσύ με κάνεις να αισθάνομαι έτσι.
Για λίγα δευτερόλεπτα επικράτησε σιωπή. Η ατμόσφαιρα είχε αλλάξει. Τα χαμόγελα παρέμεναν, αλλά πίσω τους υπήρχε πλέον κάτι περισσότερο από απλή συμπάθεια.
Η Σούλα άνοιξε το συρτάρι της και έβγαλε μερικά κομψά σετ εσωρούχων.
— Αφού σου αρέσει τόσο το στιλ μου, θέλεις να τα δεις; Έχω μερικά που πιστεύω ότι θα σου πήγαιναν υπέροχα.
Η Βούλα πλησίασε και άρχισε να κοιτάζει τα διαφορετικά σχέδια.
— Αυτό το μωβ είναι υπέροχο.
— Κι εγώ αυτό θα διάλεγα για σένα, είπε η Σούλα. Έχει κάτι ιδιαίτερο.
Η Βούλα το κράτησε μπροστά της και χαμογέλασε.
— Θα μου πηγαίνει άραγε;
— Αν θέλεις να το δοκιμάσεις, φυσικά. Μπορώ να σου δώσω λίγη ιδιωτικότητα.
Η Βούλα την κοίταξε στα μάτια.
— Δεν χρειάζεται να φύγεις. Αν αισθάνεσαι άνετα, μπορείς να με βοηθήσεις με το κούμπωμα.
Η Σούλα δεν βιάστηκε να απαντήσει.
— Είσαι σίγουρη;
— Απόλυτα.
Η Βούλα δοκίμασε το σετ και γύρισε προς το μέρος της. Η Σούλα τη βοήθησε να τακτοποιήσει προσεκτικά τις λεπτές τιράντες και έπειτα απομακρύνθηκε ένα βήμα για να τη δει καλύτερα.
— Σου πηγαίνει εξαιρετικά, είπε. Έχεις μια φυσική κομψότητα που δεν χρειάζεται καμία προσπάθεια.
— Και εσύ έχεις έναν τρόπο να με κάνεις να κοκκινίζω, απάντησε η Βούλα.
— Μήπως σου αρέσει;
Η Βούλα χαμήλωσε για λίγο το βλέμμα της και μετά το σήκωσε ξανά.
— Ίσως περισσότερο απ' όσο θα έπρεπε να παραδεχτώ.
Η Σούλα ένιωσε την καρδιά της να χτυπά πιο γρήγορα.
— Δεν χρειάζεται να ντρέπεσαι για όσα αισθάνεσαι. Αρκεί να είσαι ειλικρινής μαζί μου.
Η Βούλα κάθισε δίπλα της, τόσο κοντά ώστε οι ώμοι τους να ακουμπούν ελαφρά.
— Μου αρέσουν οι γυναίκες, είπε τελικά. Και τελευταία σκέφτομαι συχνά εσένα. Δεν ξέρω αν το είχες καταλάβει.
Η Σούλα χαμογέλασε απαλά.
— Το είχα υποψιαστεί. Αλλά δεν ήθελα να κάνω υποθέσεις ούτε να σε φέρω σε δύσκολη θέση.
— Και εσύ; Έχεις αισθανθεί ποτέ κάτι παρόμοιο για μένα;
Η Σούλα πήρε μια βαθιά ανάσα.
— Ναι, Βούλα. Η αλήθεια είναι πως με ελκύεις πολύ. Αλλά δεν ήθελα να μπερδέψω τα πράγματα ούτε να σε πιέσω.
Η Βούλα έφερε το χέρι της κοντά στο δικό της.
— Δεν με πιέζεις. Είμαι εδώ επειδή το θέλω.
Τα δάχτυλά τους ενώθηκαν διστακτικά. Η Σούλα την κοίταξε για λίγο, σαν να προσπαθούσε να βεβαιωθεί ότι η στιγμή ήταν πραγματική.
— Μπορώ να σε φιλήσω; τη ρώτησε χαμηλόφωνα.
— Ναι, ψιθύρισε η Βούλα.
Το πρώτο τους φιλί ήταν απαλό και σύντομο. Όταν απομακρύνθηκαν, χαμογέλασαν και οι δύο. Το δεύτερο ήταν πιο παρατεταμένο, γεμάτο συναίσθημα και την ένταση που είχαν κρατήσει μέσα τους τόσο καιρό.
Η Σούλα χάιδεψε απαλά το μάγουλο της Βούλας.
— Δεν ξέρεις πόσο καιρό περίμενα να καταλάβω αν αισθανόσουν κι εσύ το ίδιο.
— Και εγώ φοβόμουν ότι θα γελούσες μαζί μου αν σου το έλεγα.
— Δεν θα γελούσα ποτέ μαζί σου γι' αυτό.
Η Βούλα ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο της. Έμειναν για λίγο αγκαλιασμένες, απολαμβάνοντας την οικειότητα που είχε γεννηθεί ανάμεσά τους. Η αρχική αμηχανία είχε υποχωρήσει, αφήνοντας χώρο για τρυφερότητα, χαμόγελα και μικρές εξομολογήσεις.
Η Σούλα τη ρώτησε αν ήθελε να μείνει λίγο ακόμη. Η Βούλα απάντησε πως δεν είχε καμία διάθεση να φύγει.
Έξω, η καταιγίδα συνέχιζε να φωτίζει τον ουρανό. Μέσα στο δωμάτιο, όμως, οι δυο γυναίκες είχαν ξεχάσει την ταινία, τη βροχή και την ώρα.
Εκείνο που είχε σημασία ήταν πως είχαν επιτέλους μιλήσει ανοιχτά για την έλξη τους. Και καθώς αντάλλασσαν ένα ακόμη φιλί, ήξεραν πως η νύχτα αυτή θα έμενε στη μνήμη τους ως η αρχή μιας σχέσης που καμία τους δεν είχε τολμήσει μέχρι τότε να ονειρευτεί.
Σου άρεσε;
Γίνε ο πρώτος που βαθμολογεί

