Το πουτανάκι της διπλανής πόρτας (2o)

Έχουν περάσει περίπου τρεις μήνες από τότε που ξεκίνησε η ιστορία μου με την Ανθή. Μια μυστική σχέση, που για ευνόητους λόγους κρατούσαμε μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα. Μπροστά στους άλλους ήμασταν σχεδόν τυπικοί. Τα πραγματικά, όμως, συνέβαιναν μόνο όταν βρισκόμασταν οι δυο μας στο σπίτι μου.
Ήταν Κυριακή βράδυ, κάπου στα μέσα Δεκεμβρίου. Έβλεπα ποδόσφαιρο με τον φίλο μου τον Πέτρο, όταν χτύπησε το κουδούνι. Άνοιξα την πόρτα και αντίκρισα την Ανθή. Φορούσε ένα στενό, κοντό φόρεμα με βαθύ ντεκολτέ και ένα χαμόγελο που ήξερα πολύ καλά τι μπορούσε να σημαίνει.
Μπήκε γρήγορα μέσα, όπως συνήθιζε, αλλά μόλις είδε τον Πέτρο κοντοστάθηκε. Για μια στιγμή φάνηκε να αιφνιδιάζεται. Ύστερα, όμως, συνήλθε αμέσως.
«Γύριζα από βόλτα, άκουσα την τηλεόραση και είπα να σου κάνω λίγη παρέα», είπε με φυσικότητα.
«Πολύ καλά έκανες. Βλέπουμε ποδόσφαιρο με τον Πέτρο.»
Έβγαλε το παλτό της και κάθισε στην άκρη του καναπέ. Ο Πέτρος προσπάθησε να δείχνει αφοσιωμένος στον αγώνα, αλλά το βλέμμα του επέστρεφε συνεχώς προς το μέρος της. Η Ανθή το είχε αντιληφθεί. Δεν σχολίασε τίποτα. Αντίθετα, σταύρωσε αργά τα πόδια της και τακτοποίησε το φόρεμά της με μια κίνηση που έκανε την κατάσταση ακόμη πιο ενδιαφέρουσα.
«Θα πιεις κάτι;» τη ρώτησα.
«Αν υπάρχει βότκα…»
«Φυσικά και υπάρχει. Εδώ βότκα πίνουμε.»
Ετοίμασα τα ποτά και της έκανα νόημα να έρθει να καθίσει ανάμεσα σε εμένα και τον Πέτρο.
«Έλα εδώ, να μη φωνάζουμε από μακριά.»
Δεν δίστασε. Μετακινήθηκε προς το μέρος μας και βολεύτηκε στον καναπέ, τόσο κοντά μου ώστε ένιωθα το άρωμά της. Ο Πέτρος έριξε μια γρήγορη ματιά προς το μέρος μας και ύστερα επέστρεψε στην τηλεόραση.
Η Ανθή γύρισε προς εμένα και χαμογέλασε διακριτικά. Ήταν το γνώριμο χαμόγελό της, εκείνο που χρησιμοποιούσε όταν ήθελε να μου θυμίσει ότι, ακόμη κι αν υπήρχαν άλλοι γύρω μας, ανάμεσά μας υπήρχε ένας ολόκληρος κόσμος από μυστικά.
Έβαλα το χέρι μου γύρω από τους ώμους της. Δεν απομακρύνθηκε. Αντίθετα, ακούμπησε πάνω μου σαν να ήταν το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο. Ο Πέτρος μας παρακολουθούσε πλέον πιο συχνά, προσπαθώντας να καταλάβει αν αυτό που έβλεπε ήταν απλώς οικειότητα ή κάτι περισσότερο.
«Ωραία παρέα έχεις απόψε», σχολίασε τελικά.
Η Ανθή γύρισε προς το μέρος του.
«Ελπίζω να μη σε ενοχλώ.»
«Καθόλου», απάντησε εκείνος, λίγο πιο γρήγορα απ’ όσο χρειαζόταν.
Γέλασα. Η αμηχανία του ήταν εμφανής, αλλά η Ανθή έδειχνε να απολαμβάνει την κατάσταση. Δεν έκανε τίποτα υπερβολικό. Δεν χρειαζόταν. Ένα βλέμμα της, ένα χαμόγελο και η άνεση με την οποία καθόταν ανάμεσά μας αρκούσαν για να αλλάξουν εντελώς την ατμόσφαιρα του σαλονιού.
Ο αγώνας συνέχιζε να παίζει στην τηλεόραση, αλλά κανείς μας δεν τον παρακολουθούσε πραγματικά.
Κάποια στιγμή, η Ανθή έσκυψε προς το μέρος μου και μου ψιθύρισε:
«Νομίζω πως ο φίλος σου έχει αρχίσει να υποψιάζεται κάτι.»
«Και εσύ;» τη ρώτησα χαμηλόφωνα. «Σε ενοχλεί;»
Με κοίταξε στα μάτια για μερικά δευτερόλεπτα.
«Εξαρτάται από το τι σκοπεύεις να κάνεις.»
Ήταν αρκετό για να καταλάβω πως η βραδιά είχε πάρει μια εντελώς διαφορετική τροπή από εκείνη που περίμενα.
Ο Πέτρος άφησε το ποτήρι του στο τραπεζάκι και στράφηκε προς εμάς.
«Λοιπόν, θα μου εξηγήσει κανείς τι συμβαίνει εδώ ή θα πρέπει να το καταλάβω μόνος μου;»
Η Ανθή δεν απάντησε αμέσως. Με κοίταξε πρώτα εμένα και ύστερα εκείνον. Στα χείλη της σχηματίστηκε ένα αργό, αινιγματικό χαμόγελο.
«Και αν σου αρέσει περισσότερο να το ανακαλύψεις μόνος σου;» είπε.
Ακολούθησε μια σιωπή που έμοιαζε πολύ μεγαλύτερη από μερικά δευτερόλεπτα.
Εκείνο το βράδυ, η μυστική σχέση μου με την Ανθή βρέθηκε ξαφνικά μπροστά σε μια νέα, απρόβλεπτη κατάσταση. Και, όπως αποδείχθηκε αργότερα, δεν ήταν η τελευταία φορά που θα βρισκόμασταν και οι τρεις μαζί.
Αυτό συνέβη άλλες δύο φορές. Ύστερα, η Ανθή ξεκίνησε μια καινούργια σχέση και αποφασίσαμε να διακόψουμε κάθε επαφή.
Μερικές ιστορίες τελειώνουν χωρίς εξηγήσεις. Μένουν μόνο οι αναμνήσεις, τα μυστικά και εκείνες οι βραδιές που, ακόμη κι όταν έχουν περάσει χρόνια, εξακολουθούν να επιστρέφουν στο μυαλό σου.
Σου άρεσε;
Γίνε ο πρώτος που βαθμολογεί

