Το πουτανάκι της διπλανής πόρτας (1o)

Το πουτανάκι της διπλανής πόρτας (1o)
Φωτογραφία: Pexels

Ακριβώς δίπλα από το διαμέρισμά μου μένει εδώ και πολλά χρόνια ένα ζευγάρι με την κόρη του, την Ανθή, που είναι πλέον δεκαεννέα ετών. Είναι ψηλή, με καλλίγραμμο σώμα, μακριά μαύρα μαλλιά, σκούρα μάτια και κατάλευκη επιδερμίδα. Έχει έναν τρόπο να τραβάει τα βλέμματα, ιδιαίτερα όταν επιλέγει τα στενά και αποκαλυπτικά ρούχα που της αρέσουν.

Την ξέρω από τότε που ήταν μικρή, κι αυτός ήταν πάντα ο λόγος που κρατούσα αποστάσεις. Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, είχα αρχίσει να παρατηρώ κάτι διαφορετικό στη συμπεριφορά της. Όταν βρισκόμασταν στα μπαλκόνια μας, συχνά μου χαμογελούσε με νόημα, κρατούσε το βλέμμα μου λίγο περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν και έβρισκε αφορμές να πιάσουμε κουβέντα.

Δεν ήξερα αν ήταν απλώς το παιχνιδιάρικο ύφος της ή αν προσπαθούσε να μου δείξει κάτι περισσότερο. Ένα μέρος μου προτιμούσε να μην το ανακαλύψει ποτέ.

Μέχρι εκείνο το βράδυ του Σεπτεμβρίου.

Είχα βγει με φίλους για ποτό και επέστρεψα γύρω στις τέσσερις τα ξημερώματα. Καθώς πάρκαρα, είδα την Ανθή να πλησιάζει την είσοδο της πολυκατοικίας. Φορούσε ένα στενό παντελόνι, ψηλοτάκουνα παπούτσια και ένα εφαρμοστό τοπ. Τα μαλλιά της έπεφταν στους ώμους της και έδειχνε σαν να είχε μόλις επιστρέψει από μια νύχτα που είχε ακόμη πολλά να διηγηθεί.

«Καλημέρα! Τι σύμπτωση είναι αυτή;» της φώναξα.

Γύρισε, με κοίταξε και χαμογέλασε.

«Ξέφυγα λίγο απόψε.»

«Είχες καλή παρέα;»

«Με φίλους», απάντησα, ανταποδίδοντας το χαμόγελό της.

Προχωρήσαμε μαζί προς το ασανσέρ. Η πολυκατοικία ήταν σχεδόν απόλυτα ήσυχη και τα βήματά μας ακούγονταν καθαρά στον διάδρομο.

Λίγο πριν κλείσουν οι πόρτες του ασανσέρ, με κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω.

«Ξέρεις κάτι; Είσαι ωραίος άντρας. Απορώ πώς γίνεται να είσαι μόνος τόσο καιρό.»

Γέλασα.

«Κι εσύ είσαι εντυπωσιακή κοπέλα. Αλλά για τόσο ξενύχτι, περίμενα να σε δω με παρέα.»

«Και τι σε κάνει να πιστεύεις ότι δεν έχω παρέα;» με ρώτησε, σηκώνοντας το φρύδι.

«Δεν ξέρω. Μπορεί να κάνω λάθος.»

Χαμογέλασε πονηρά.

«Εσύ, πάντως, δεν μου απάντησες.»

«Σε ποιο πράγμα;»

«Στο τι άλλο θα μπορούσες να με πεις, εκτός από εντυπωσιακή.»

Την κοίταξα για μια στιγμή, προσπαθώντας να καταλάβω μέχρι πού ήθελε να φτάσει αυτό το παιχνίδι.

«Είσαι επικίνδυνη, το ξέρεις;»

«Μόνο όταν ο άλλος φοβάται να πει αυτό που σκέφτεται.»

Η απάντησή της με αιφνιδίασε. Δεν υπήρχε πια η συνηθισμένη αθωότητα στις κουβέντες μας. Υπήρχε μια πρόκληση, ξεκάθαρη και συνειδητή.

«Και τι νομίζεις ότι σκέφτομαι;» τη ρώτησα.

Πλησίασε λίγο περισσότερο.

«Νομίζω ότι το σκέφτεσαι εδώ και καιρό.»

Οι πόρτες του ασανσέρ άνοιξαν στον όροφό μας. Για μερικά δευτερόλεπτα κανείς μας δεν κινήθηκε.

Ύστερα η Ανθή χαμήλωσε τη φωνή της.

«Σε γουστάρω. Και νομίζω ότι το έχεις καταλάβει εδώ και πολύ καιρό.»

Έμεινα να την κοιτάζω. Όλα εκείνα τα χαμόγελα στα μπαλκόνια, οι παρατεταμένες ματιές και οι μικρές προκλήσεις που μέχρι τότε μπορούσα να προσποιούμαι ότι δεν καταλάβαινα, ξαφνικά αποκτούσαν διαφορετικό νόημα.

«Ανθή, είσαι σίγουρη γι' αυτό που μου λες;» τη ρώτησα.

Το χαμόγελό της μαλάκωσε για λίγο.

«Αν δεν ήμουν, δεν θα στο έλεγα.»

Την κοίταξα στα μάτια και της έδωσα χρόνο να αλλάξει γνώμη. Δεν το έκανε. Αντίθετα, πλησίασε και με φίλησε.

Η στιγμή που μέχρι τότε έμοιαζε αδιανόητη έγινε ξαφνικά πραγματικότητα.

Ανοίξαμε την πόρτα του διαμερίσματός μου και μπήκαμε μέσα. Για πρώτη φορά, η Ανθή βρισκόταν στον χώρο μου όχι ως η κόρη των γειτόνων, ούτε ως η κοπέλα που συναντούσα τυχαία στον διάδρομο, αλλά ως μια γυναίκα που είχε αποφασίσει να μου εκφράσει ανοιχτά την επιθυμία της.

Η αμηχανία των πρώτων στιγμών υποχώρησε γρήγορα. Τα πειράγματα έγιναν χαμηλόφωνες κουβέντες και τα χαμόγελα μετατράπηκαν σε φιλιά. Η Ανθή έδειχνε να απολαμβάνει το γεγονός ότι είχε καταφέρει να με βγάλει από την ηρεμία μου.

«Τελικά, δεν είσαι τόσο ψύχραιμος όσο νόμιζα», μου ψιθύρισε.

«Κι εσύ δεν είσαι τόσο αθώα όσο προσπαθούσες να δείχνεις.»

Γέλασε και με τράβηξε ξανά κοντά της.

«Δεν προσπάθησα ποτέ να σε πείσω γι' αυτό.»

Εκείνη η νύχτα άλλαξε τη σχέση μας με τρόπο που κανείς από τους δυο μας δεν μπορούσε να προβλέψει. Όσα μέχρι τότε υπήρχαν μόνο σε υπονοούμενα και φαντασίες είχαν πλέον ειπωθεί ξεκάθαρα.

Και καθώς ξημέρωνε, συνειδητοποίησα πως το πιο απρόβλεπτο κομμάτι της ιστορίας δεν ήταν το πώς είχαμε φτάσει ως εκεί.

Ήταν το τι θα συνέβαινε από την επόμενη μέρα, όταν θα συναντιόμασταν ξανά στον διάδρομο της πολυκατοικίας, πίσω από τις συνηθισμένες μας καλημέρες και τα χαμόγελα που πλέον έκρυβαν ένα κοινό μυστικό.

Σου άρεσε;

Γίνε ο πρώτος που βαθμολογεί

Μπορεί να σου αρέσουν