EN

Η μάσκα που έπεσε

Η μάσκα που έπεσε
Φωτογραφία: Pexels

Η πόλη ακόμα μύριζε κρασί, σκόνη και καπνό από τα καρναβάλια. Η παραλία της Θεσσαλονίκης ήταν γεμάτη πεταμένα κομφετί και σπασμένα γυαλιά, αλλά μέσα στο γραφείο του έκτου ορόφου, δίπλα στο παράθυρο που έβλεπε το κύμα, όλα ήταν ήσυχα και ψυχρά όπως πάντα. Μόνο οι δυο μας είχαμε μείνει.

Η Βάσια είχε βγάλει τα τακούνια της και καθόταν με σταυρωμένα πόδια στην καρέκλα απέναντί μου, φορώντας ακόμα το στενό μαύρο παντελόνι και το λευκό πουκάμισο που είχε στο πάρτι της εταιρείας νωρίτερα. Τα μαλλιά της, συνήθως πιασμένα ψηλά, τώρα έπεφταν λυτά στους ώμους της, λίγο αχτένιστα από τις ώρες της δουλειάς.

«Το deal με την Εταιρεία ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ πρέπει να κλείσει μέχρι την Παρασκευή, Σταύρο. Δεν υπάρχει άλλο περιθώριο», είπε και αναστέναξε, περνώντας το χέρι της μέσα από τα μαλλιά της.

«Το ξέρω», απάντησα, γέρνοντας πίσω στην καρέκλα μου. «Γι’ αυτό είμαστε ακόμα εδώ στις εννιά και μισή το βράδυ. Το νέο CRM που μας έστειλαν από την κεντρική πρέπει να το μάθουμε καλά. Δεν γίνεται να τους παρουσιάσουμε στοιχεία που δεν βγάζουν νόημα.»

Σηκώθηκα και πήγα δίπλα της. Έσκυψα πάνω από τον ώμο της, ανοίγοντας το πρόγραμμα στην οθόνη της. Το άρωμά της – κάτι γλυκό με νότες βανίλιας και εσπεριδοειδών – με χτύπησε δυνατά. Η ανάσα της ήταν ήρεμη, αλλά όταν έγειρε λίγο πίσω για να δει καλύτερα, ένιωσα τη ζεστασιά της στο μάγουλό μου.

«Εδώ», είπα και έδειξα με το ποντίκι. «Πρέπει να βάλεις το φίλτρο πρώτα στα leads που έχουν status “hot”. Μετά πατάς εδώ και βγαίνει αυτόματα το report με τις προβλέψεις.»

Τα δάχτυλά μου άγγιξαν τα δικά της πάνω στο ποντίκι. Κανένας από τους δυο μας δεν τράβηξε το χέρι του αμέσως. Το βλέμμα της σήκωσε και με κοίταξε. Τα μάτια της ήταν σκούρα, σχεδόν μαύρα κάτω από το απαλό φως του γραφείου. Δεν μιλούσε. Ούτε εγώ.

Μήνες τώρα είχαμε κρύψει αυτή την έλξη. Οι σύντομες συναντήσεις στους διαδρόμους, τα βλέμματα που κρατούσαν λίγο περισσότερο από όσο έπρεπε, τα χαμόγελα που έσβηναν αργά. Και τώρα, με την πόλη ακόμα μεθυσμένη από το καρναβάλι, ήμασταν εντελώς μόνοι.

«Δεν είναι δύσκολο όσο φαίνεται», ψιθύρισα, χωρίς να απομακρυνθώ.

«Δεν κοιτάζω το πρόγραμμα πια, Σταύρο», είπε χαμηλόφωνα. Η φωνή της είχε μια ελαφρώς βραχνή χροιά που δεν της είχα ξανακούσει.

Η ανάσα της ζέστανε τον λαιμό μου. Ένιωσα το σώμα μου να αντιδρά αμέσως. Το πουκάμισό της είχε ανοίξει λίγο στο πάνω κουμπί και μπορούσα να δω τη λεπτή γραμμή του στηθόδεσμού της και το απαλό στήθος που ανεβοκατέβαινε πιο γρήγορα τώρα.

Γύρισα το κεφάλι μου ελάχιστα. Τα χείλη μας απείχαν ελάχιστα εκατοστά. Μύρισα το κρασί που είχε πιει νωρίτερα στο πάρτι και κάτι ακόμα – κάτι καθαρά γυναικείο και επικίνδυνο.

«Βάσια…» είπα μόνο, σαν προειδοποίηση και σαν ικεσία μαζί.

Δεν απάντησε με λόγια. Απλώς σήκωσε το βλέμμα της και με κοίταξε κατάματα. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι αν ένας από τους δυο μας κάνει την πρώτη κίνηση, δεν θα σταματήσουμε με τίποτα.

Με τεράστια προσπάθεια τράβηξα το σώμα μου λίγο πιο πίσω. Ο αέρας ανάμεσά μας έγινε ξαφνικά πιο κρύος.

«Πρέπει να τελειώσουμε αυτό το report απόψε», είπα με φωνή που βγήκε πιο βαριά από ό,τι ήθελα.

«Ναι… πρέπει», απάντησε εκείνη, αλλά το χαμόγελο που σχηματίστηκε στα χείλη της ήταν όλα άλλα παρά επαγγελματικό.

Δουλέψαμε άλλη μία ώρα και κάτι. Τα λόγια μας ήταν μόνο για τη δουλειά, αλλά τα βλέμματά μας έλεγαν κάτι τελείως διαφορετικό. Κάθε φορά που σηκωνόταν να πάρει νερό από το ψυγείο, τα μάτια μου καρφώνονταν στον σφιχτό κώλο της μέσα στο μαύρο παντελόνι. Κάθε φορά που έσκυβα πάνω της για να της δείξω κάτι στην οθόνη, η ανάσα της χάιδευε τον ώμο και τον λαιμό μου σαν ζεστό χάδι.

Όταν τελικά κλείσαμε τους υπολογιστές ήταν περασμένες έντεκα παρά δέκα. Το γραφείο ήταν σιωπηλό, μόνο ο ήχος της θάλασσας ακουγόταν αμυδρά από το ανοιχτό παράθυρο.

Φορέσαμε τα μπουφάν μας χωρίς να μιλάμε πολύ. Στο ασανσέρ, καθώς κατεβαίναμε, στεκόμασταν ο ένας δίπλα στον άλλο χωρίς να αγγιζόμαστε. Ο καθρέφτης έδειχνε τα πρόσωπά μας – κοκκινισμένα, τα μάτια μας λαμπερά.

«Αύριο πάλι;» ρώτησα όταν βγήκαμε στο κρύο της νύχτας.

Η Βάσια γύρισε και με κοίταξε. Το χαμόγελό της ήταν αργό, σχεδόν πονηρό.

«Αύριο θα φορέσω και τα αυτιά του λαγού που είχα στο πάρτι», είπε. «Για να μην ξεχάσουμε ότι ακόμα είναι Απόκριες.»

Δεν απάντησα. Απλώς κούνησα το κεφάλι μου και την κοίταξα να φεύγει προς το ταξί της, με τα μαλλιά της να χορεύουν στον άνεμο που ερχόταν από τη θάλασσα.

Ήξερα ότι την επόμενη νύχτα δεν θα μιλούσαμε μόνο για reports και deals.

Και το ήξερε κι εκείνη.

Η επόμενη νύχτα ήρθε γρηγορότερα από ό,τι περίμενα. Μόλις μπήκα στο γραφείο, η Βάσια ήταν ήδη εκεί. Φορούσε ένα στενό μαύρο φόρεμα που έφτανε λίγο πάνω από το γόνατο και, ακριβώς όπως είχε πει, στα μαλλιά της είχαν στηθεί δυο λευκά αυτιά λαγού, ελαφρώς γερμένα προς τα πίσω. Φαινόταν ταυτόχρονα επαγγελματίας και επικίνδυνα παιχνιδιάρα.

«Βλέπω κράτησες την υπόσχεσή σου», είπα κλείνοντας την πόρτα πίσω μου.

Γέλασε, εκείνο το χαμηλό, βραχνό γέλιο που μου είχε μείνει από χθες.

«Οι Απόκριες δεν τελείωσαν ακόμα, Σταύρο. Τουλάχιστον όχι για μας.»

Είχε ήδη ανοίξει ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί και είχε βάλει σε δυο πλαστικά ποτήρια που βρήκε στο ντουλάπι της κουζίνας. Μου έδωσε το ένα. Χτυπήσαμε τα ποτήρια χωρίς να πούμε τίποτα. Το κρασί ήταν φθηνό, γλυκό και ζεστό. Το ήπιαμε όρθιοι δίπλα στο παράθυρο, κοιτάζοντας τα φώτα της παραλίας που τρεμόπαιζαν κάτω από τον ουρανό.

Μιλούσαμε για το deal, για το πόσο κουραστική ήταν η παρουσίαση που ετοιμάζαμε, αλλά τα λόγια μας ήταν απλώς θόρυβος. Τα μάτια μας δεν σταματούσαν να ψάχνουν το ένα το άλλο. Κάθε φορά που γελούσε, τα αυτιά του λαγού κουνιούνταν ελαφρά και κάτι μέσα μου σφιγγόταν.

«Ξέρεις», είπε ξαφνικά και ήπιε μια γουλιά, «χθες στο ασανσέρ σκεφτόμουν να σε φιλήσω. Σοβαρά.»

Δεν πρόλαβα να απαντήσω. Έκανε ένα βήμα μπροστά, σήκωσε το κεφάλι της και τα χείλη μας ενώθηκαν. Το φιλί δεν ήταν διστακτικό. Ήταν πεινασμένο. Η γλώσσα της μπήκε αμέσως μέσα στο στόμα μου και εγώ την υποδέχτηκα με την ίδια λαχτάρα. Το ποτήρι μου έγειρε και λίγο κρασί χύθηκε στο πάτωμα, αλλά κανείς μας δεν νοιάστηκε.

Τα χέρια μου κατέβηκαν στην πλάτη της, έπιασαν τον σφιχτό κώλο της πάνω από το φόρεμα και την τράβηξα πάνω μου. Ένιωσα το στήθος της να πιέζεται στο στήθος μου. Γέμισε το στόμα μου με τη γεύση της – κρασί, κραγιόν και καθαρή, καυτή γυναίκα.

«Σταύρο…» ψιθύρισε μέσα στο φιλί.

Την σήκωσα με τα δυο μου χέρια. Ήταν ελαφριά. Την κάθισα πάνω στο μεγάλο γραφείο μου, ανάμεσα στα χαρτιά και τις δυο ανοιχτές οθόνες που ακόμα έδειχναν τα τελευταία slides της παρουσίασης. Το φόρεμά της ανέβηκε ψηλά στους μηρούς της. Δεν φορούσε κάλτσες. Το δέρμα της ήταν ζεστό και απαλό.

Τα χέρια μου χώθηκαν κάτω από το ύφασμα. Βρήκα το μικρό της σλιπάκι, ήδη μουσκεμένο. Το τράβηξα στην άκρη και τα δάχτυλά μου γλίστρησαν μέσα στην υγρή, καυτή σχισμή της. Η Βάσια έβγαλε ένα βαθύ, βρόμικο επιφώνημα και άνοιξε περισσότερο τα πόδια της.

«Γαμήσου… άσε με να σε νιώσω», μουρμούρισε.

Ξεκούμπωσα το παντελόνι μου βιαστικά. Ο πούτσος μου πετάχτηκε έξω, σκληρός και γεμάτος φλέβες. Δεν χάσαμε χρόνο για προκαταρκτικά. Έσπρωξα την κεφαλή μου ανάμεσα στα χείλη του μουνιού της και μπήκα μέσα της με μια δυνατή ώθηση.

«Ααααχ ναι…» έβγαλε εκείνη, πιάνοντας με τα δυο της χέρια τις άκρες του γραφείου.

Άρχισα να τη γαμάω. Δυνατά. Βαθιά. Το γραφείο κουνιόταν κάτω από το βάρος μας, τα χαρτιά σκόρπιζαν στο πάτωμα, ένα ποντίκι έπεσε κάτω με θόρυβο. Δεν σταματούσα. Το μουνί της ήταν βρεγμένο, καυτό, σφιχτό. Κάθε φορά που έμπαινα μέχρι τον πάτο, έβγαζε έναν μικρό, πνιχτό ήχο που με τρέλαινε.

Τα αυτιά του λαγού είχαν γείρει τελείως τώρα και ένα κρεμόταν μισοπεσμένο στα μαλλιά της. Το θέαμα ήταν τόσο αλλόκοτα ερωτικό που ένιωθα να χάνω τον έλεγχο.

«Πιο δυνατά, Σταύρο… γάμησέ με πιο δυνατά», ψιθύρισε με φωνή που έτρεμε από πόθο.

Την άρπαξα από τους γοφούς και άρχισα να την καρφώνω με όλη μου τη δύναμη. Το μουνί της έβγαζε υγρά, γλιστρούσε γύρω από τον πούτσο μου, έκανε έναν υγρό, βρόμικο ήχο κάθε φορά που έμπαινα και έβγαινα. Τα βυζιά της αναπηδούσαν μέσα στο φόρεμα. Έσκυψα και τα έπιασα πάνω από το ύφασμα, τα έσφιξα δυνατά.

«Είσαι τόσο βρόμικη…» μου είπα λαχανιασμένος. «Το μουνί σου με καταπίνει ολόκληρο.»

«Γιατί το θέλω… το θέλω όλο σου μέσα μου», απάντησε και έγειρε πίσω, ακουμπώντας στους αγκώνες της. Τα πόδια της τυλίχτηκαν γύρω από τη μέση μου. «Μη σταματάς… γάμα με… γάμα με σαν να το περιμένεις μήνες.»

Και το έκανα. Την γάμαγα άγρια, χωρίς έλεος, πάνω στο γραφείο που μέχρι χθες ήταν μόνο χώρος δουλειάς. Τα φώτα της πόλης έμπαιναν από το παράθυρο και έπεφταν πάνω στο ιδρωμένο της δέρμα. Κάθε ώθηση έβγαζε από μέσα της έναν καινούργιο ήχο – άλλοτε γρύλισμα, άλλοτε παρακλήσεις, άλλοτε απλώς το όνομά μου σαν βλαστήμια.

Δεν ξέρω πόση ώρα κράτησε. Χάθηκα μέσα της. Μόνο η ζέστη, η υγρασία, η σφιχτή αγκαλιά του μουνιού της και τα βρόμικα λόγια της υπήρχαν.

Και ήξερα ότι αυτή ήταν μόνο η αρχή της δεύτερης νύχτας. Δεν είχαμε τελειώσει ακόμα. Όχι με τίποτα.

Το επόμενο πρωί η παρουσίαση πήγε ρολόι. Το deal έκλεισε μέσα σε χειροκροτήματα και σφιχτές χειραψίες. Όλοι χαμογελούσαν, η Βάσια πιο πολύ απ’ όλους. Κάθε φορά που τα μάτια μας συναντιόνταν πάνω από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων, ένιωθα το αίμα μου να βράζει. Δεν μιλούσαμε. Δεν χρειαζόταν. Ξέραμε και οι δύο τι θα ακολουθούσε.

Μόλις η τελευταία ομάδα βγήκε από το γραφείο και η πόρτα έκλεισε, την άρπαξα από το χέρι χωρίς λέξη. Την τράβηξα προς το μικρό δωμάτιο αρχείου στο βάθος του διαδρόμου. Το κλειδί γύρισε στην κλειδαριά με έναν ξερό ήχο. Το φως ήταν λιγοστό, μόνο ένα παλιό νέον έτρεμε στο ταβάνι. Μύριζε χαρτί, σκόνη και την ελαφριά ιδρωμένη μυρωδιά της από την ένταση της μέρας.

Δεν προλάβαμε να πούμε τίποτα. Με έσπρωξε με την πλάτη στον τοίχο και γονάτισε μπροστά μου. Τα δάχτυλά της έλυσαν βιαστικά τη ζώνη μου, κατέβασαν το παντελόνι και το μποξέρ μου μέχρι τους αστραγάλους. Ο πούτσος μου πετάχτηκε έξω, ήδη σκληρός και παλλόμενος.

«Θέλω να σε γαμήσω με το στόμα μου», ψιθύρισε και χωρίς να περιμένει απάντηση με πήρε ολόκληρο μέχρι τον λαιμό.

Έβγαλα έναν βαθύ γρύλισμα. Τα χέρια μου μπλέχτηκαν στα σκούρα μαλλιά της και τα κράτησα γερά. Το στόμα της ήταν ζεστό, υγρό, αχόρταγο. Έμπαινε και έβγαινε γρήγορα, με τη γλώσσα της να γλείφει την κάτω πλευρά του κορμού μου κάθε φορά που τραβιόταν πίσω. Τα μάτια της ήταν υγρά, κομμένα πάνω μου, γεμάτα λαγνεία.

«Γαμήσου… πιο βαθιά», μουρμούρισα και πίεσα το κεφάλι της. Έβγαλε έναν πνιχτό ήχο αλλά δεν τραβήχτηκε. Αντίθετα, άνοιξε περισσότερο το στόμα της και με κατάπιε μέχρι εκεί που δεν πήγαινε άλλο. Τα σάλια της έτρεχαν στα αρχίδια μου. Το έκανε με μανία, σαν να ήθελε να με πάρει ολόκληρο μέσα της.

Δεν άντεξα άλλο. Την σήκωσα όρθια, την γύρισα με δύναμη και την έσκυψα πάνω στο παλιό ξύλινο τραπέζι που ήταν γεμάτο φακέλους. Σήκωσα το στενό της φόρεμα μέχρι τη μέση. Δεν φορούσε εσώρουχο. Ο κώλος της ήταν γυμνός, σφιχτός, λαμπερός από ιδρώτα. Άνοιξα τα πόδια της με το γόνατό μου και έβαλα την κεφαλή του πούτσου μου ανάμεσα στα χείλη του μουνιού της. Ήταν ήδη μούσκεμα.

Μπήκα μέσα της με μια δυνατή σπρωξιά. Η Βάσια έβγαλε μια κραυγή που πνίγηκε στα χαρτιά.

«Ναι… έτσι… γάμησέ με», βόγκηξε.

Άρχισα να τη γαμάω από πίσω με δυνατές, βαθιές κινήσεις. Κάθε ώθηση έκανε το τραπέζι να τρίζε και το κορμί της να τρέμει. Το μουνί της ήταν καυτό, σφιχτό, έσφιγγε τον πούτσο μου σαν να μην ήθελε να τον αφήσει ποτέ. Τα χέρια της είχαν αρπαχτεί από την άκρη του τραπεζιού, τα δάχτυλά της άσπριζαν από την πίεση.

«Πιο δυνατά, Σταύρο… θέλω να με νιώθεις ολόκληρη», είπε με φωνή σπασμένη.

Την άρπαξα από τους γοφούς και άρχισα να τη χτυπάω πιο άγρια. Τα αρχίδια μου χτυπούσαν πάνω στο μουνί της και έβγαζαν έναν υγρό, βρόμικο ήχο που γέμιζε το μικρό δωμάτιο. Έσκυψα πάνω της, έπιασα τα βυζιά της από μέσα από το φόρεμα και τα έσφιξα δυνατά ενώ συνέχιζα να τη γαμάω.

«Το μουνί σου είναι φτιαγμένο για πούτσο», της είπα στο αυτί. «Δεν χόρτασα ακόμα… δεν θα χορτάσω ποτέ.»

«Τότε γέμισέ με… χύσε μέσα μου», απάντησε και έσπρωξε τον κώλο της προς τα πίσω, ζητώντας περισσότερο.

Δεν κράτησα άλλο. Ένιωσα το σπέρμα να ανεβαίνει, καυτό και πυκνό. Με μια τελευταία βαθιά ώθηση έχυσα μέσα της με δύναμη, σπασμωδικά, γεμίζοντάς την μέχρι το τελευταίο σταγονίδι. Η Βάσια έτρεμε ολόκληρη, το μουνί της σφιγγόταν γύρω μου σε δυνατούς σπασμούς ενώ εκείνη έβγαζε πνιχτούς λυγμούς από την ηδονή.

Όταν τελειώσαμε, έμεινα μέσα της για λίγο, λαχανιασμένοι και οι δύο. Το σπέρμα μου άρχισε να τρέχει αργά στα μέσα των μηρών της, αφήνοντας λαμπερές γραμμές στο δέρμα της. Την γύρισα απαλά, την φίλησα βαθιά, σχεδόν τρυφερά τώρα.

«Αυτό δεν μπορεί να σταματήσει εδώ», της είπα χαμηλόφωνα.

«Δεν θέλω να σταματήσει», απάντησε και με κοίταξε στα μάτια. Τα δικά της έλαμπαν. «Όσο κρατάει το καρναβάλι… όσο έχουμε αυτή την κάλυψη… ας το κάνουμε. Κρυφά. Άγρια. Όποτε μπορούμε.»

Χαμογέλασα και της χάιδεψα το μάγουλο.

«Συμφωνώ. Και όταν πέσει η μάσκα… θα δούμε τι θα γίνει.»

Την φίλησα ξανά, πιο αργά αυτή τη φορά, ενώ έξω από το μικρό δωμάτιο η Θεσσαλονίκη συνέχιζε το καρναβάλι της, αδιάφορη για το τι μόλις είχε συμβεί μέσα σε εκείνα τα τέσσερα τετραγωνικά μέτρα γεμάτα χαρτιά και πόθο.

(Συνολικά 692 λέξεις)

Σου άρεσε;

Γίνε ο πρώτος που βαθμολογεί

Μπορεί να σου αρέσουν

Η φαντασίωση στο παλιό ελαιώνα

Η άνοιξη στη Ρόδο μας υποδέχτηκε με ένα αεράκι που μύριζε θάλασσα και ανθισμένες πορτοκαλιές. Το αεροπλάνο προσγειώθηκε λίγο μετά τις δέκα το πρωί και μέχρι να φτάσουμε στο απομονωμένο σπίτι που είχαμε νοικιάσει, ο ήλιος…

11' ανάγνωση4 αναγνώσεις