Η φαντασίωση στο παλιό ελαιώνα

Η άνοιξη στη Ρόδο μας υποδέχτηκε με ένα αεράκι που μύριζε θάλασσα και ανθισμένες πορτοκαλιές. Το αεροπλάνο προσγειώθηκε λίγο μετά τις δέκα το πρωί και μέχρι να φτάσουμε στο απομονωμένο σπίτι που είχαμε νοικιάσει, ο ήλιος έκαιγε ήδη τους ώμους μας. Το σπίτι ήταν ακριβώς όπως το φανταζόμασταν: παλιό πέτρινο, με μεγάλο μπαλκόνι που έβλεπε κατευθείαν στον παλιό ελαιώνα. Τα δέντρα απλώνονταν μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι, γκρίζοι κορμοί και ασημένια φύλλα που θρόιζαν συνεχώς.
«Εδώ θα τρελαθούμε από την ησυχία», είπε ο Άρης ενώ άφηνε τις βαλίτσες στην είσοδο. Το χαμόγελό του ήταν πλατύ, σχεδόν παιδικό. Τον κοίταξα καθώς έβγαζε το μπλουζάκι του για να δροσιστεί. Οι ώμοι του, πλατιοί από χρόνια μηχανουργείου, γυάλιζαν ήδη από ιδρώτα. Ένιωσα εκείνο το γνώριμο σφίξιμο στη κοιλιά.
Το απόγευμα πήγαμε στη θάλασσα. Ο δρόμος κατέβαινε μέσα από τον ελαιώνα και κατέληγε σε μια μικρή, σχεδόν κρυφή παραλία. Το νερό ήταν ακόμα κρύο, αλλά βουτήξαμε γυμνοί, γελώντας σαν έφηβοι. Τον έπιασα από τον λαιμό μέσα στο νερό και τον φίλησα βαθιά, νιώθοντας τη γλώσσα του να παίζει με τη δική μου ενώ τα χέρια του κατέβαιναν στην πλάτη μου και έσφιγγαν τον κώλο μου.
«Θα μας δει κανείς», ψιθύρισα, αν και ήξερα ότι δεν υπήρχε ψυχή σε ακτίνα χιλιομέτρου.
«Δεν με νοιάζει», μου απάντησε με εκείνη τη βαριά φωνή που πάντα με έκανε να λιώνω. «Είσαι δική μου εδώ πέρα. Όλη μέρα, όλη νύχτα.»
Το βράδυ ανοίξαμε ένα καλό μπουκάλι κόκκινο κρασί από την τοπική συνεταιριστική και καθίσαμε στο μπαλκόνι. Ο ουρανός είχε πάρει εκείνο το βαθύ μπλε-μοβ που μόνο η Ρόδος έχει την άνοιξη. Τα τζιτζίκια είχαν αρχίσει να παίζουν το δικό τους συναυλιακό ρεπερτόριο και ο αέρας μύριζε χώμα και ελιά. Είχα φορέσει ένα λεπτό λινό φόρεμα χωρίς σουτιέν. Οι θηλές μου είχαν σκληρύνει από την αύρα και ήξερα ότι ο Άρης το είχε ήδη προσέξει.
«Πες μου κάτι», είπα ενώ γέμιζα ξανά τα ποτήρια μας. «Κάτι που δεν μου έχεις πει ποτέ.»
Με κοίταξε πάνω από το ποτήρι του. Τα μάτια του ήταν σκοτεινά, σχεδόν επικίνδυνα στο φως του φεγγαριού.
«Εσύ πρώτη», είπε χαμογελώντας πονηρά.
Πήρα μια βαθιά ανάσα. Η καρδιά μου χτυπούσε πιο γρήγορα από όσο περίμενα. Το κρασί είχε λύσει τη γλώσσα μου.
«Θέλω… να παίξουμε ένα παιχνίδι. Να προσποιηθώ ότι είμαι μια άγνωστη. Μια γυναίκα που δεν ξέρεις. Και να με κυνηγήσεις. Μέσα στον ελαιώνα. Στο σκοτάδι.»
Σταμάτησα. Τα δάχτυλά μου έσφιγγαν το ποτήρι. Περίμενα να γελάσει, να πει κάτι αστείο, να με ρωτήσει αν είμαι καλά. Αντί γι’ αυτό, τα μάτια του άναψαν. Μια λάμψη που δεν είχα ξαναδεί. Σαν να μόλις του ξεκλείδωσα μια πόρτα που κρατούσε κλειστή χρόνια.
«Συνέχισε», είπε με φωνή που είχε κατέβει ακόμα πιο βαθιά.
«Θέλω να με ψάξεις. Να με φωνάξεις “που είσαι, άγνωστη;” Να με βρεις. Να με πιάσεις δυνατά, σαν να μην ξέρεις ποια είμαι. Να με γαμήσεις εκεί, ανάμεσα στα δέντρα, σαν να με κλέβεις. Σαν να σε ξελόγιασα και τώρα είσαι ζώο.»
Ο Άρης δεν μίλησε αμέσως. Με κοίταζε σιωπηλός. Το βλέμμα του είχε κατέβει στο στήθος μου, εκεί όπου οι θηλές μου είχαν γίνει σκληρές σαν πετραδάκια κάτω από το λεπτό ύφασμα. Έπειτα χαμογέλασε. Ένα αργό, πεινασμένο χαμόγελο που μου έκανε το μουνί να σφιχτεί απότομα.
«Γαμώτο, Φωτεινή…» ψιθύρισε και έγειρε μπροστά. Το χέρι του ακούμπησε στο γυμνό μου μηρό και ανέβηκε αργά κάτω από το φόρεμα. «Δεν φανταζόμουν ότι θα σου άρεσε κάτι τέτοιο. Αλλά… να πάρει ο διάολος, μου στέρεψε το σάλιο μόνο που το άκουσα.»
Τα δάχτυλά του άγγιξαν τα χείλη του μουνιού μου που ήταν ήδη υγρά. Δεν φορούσα εσώρουχο. Έβγαλε ένα βαθύ μουγκρητό όταν διαπίστωσε πόσο μούσκεμα ήμουν.
«Και πότε θέλεις να γίνει αυτό;» ρώτησε ενώ το μεσαίο του δάχτυλο γλιστρούσε αργά μέσα μου.
«Αύριο βράδυ», απάντησα με φωνή που έτρεμε. «Θα βγω πρώτη. Θα κρυφτώ. Θα με βρεις.»
Έβγαλε το δάχτυλό του και το έβαλε στο στόμα του, γλείφοντάς το αργά ενώ με κοιτούσε στα μάτια.
«Θα σε κυνηγήσω, άγνωστη», είπε με φωνή που μου προκάλεσε ρίγη σε όλο το κορμί. «Και όταν σε πιάσω… δεν θα σε αφήσω να φύγεις μέχρι να σε γαμήσω τόσο δυνατά που θα θυμάσαι τον κώλο σου για μια βδομάδα.»
Ένιωσα το πρόσωπό μου να καίει. Το μουνί μου παλλόταν τόσο έντονα που νόμιζα ότι θα χύσω μόνο από τα λόγια του. Τον τράβηξα από το πουκάμισο και τον φίλησα άγρια, δαγκώνοντας το κάτω χείλος του.
«Αύριο λοιπόν», ψιθύρισα πάνω στα χείλη του.
«Αύριο», απάντησε εκείνος και τα μάτια του έλαμπαν σαν του κυνηγού που μόλις μύρισε το θήραμα.
Δεν ξέραμε ακόμα ότι αυτή η φαντασίωση θα άλλαζε εντελώς τον τρόπο που βλέπαμε ο ένας τον άλλο. Αλλά εκείνη τη στιγμή, κάτω από το φεγγάρι της Ρόδου και με τον ελαιώνα να απλώνεται σαν μαύρο μυστικό μπροστά μας, ήξερα μόνο ένα πράγμα: ότι δεν μπορούσα να περιμένω μέχρι αύριο βράδυ.
Η επόμενη μέρα πέρασε αργά, σαν να ήθελε να μας βασανίσει. Δουλέψαμε λίγο στο project, περπατήσαμε στην παραλία, αλλά τα μυαλά μας ήταν ήδη μέσα στον ελαιώνα. Δεν μιλούσαμε πολύ γι’ αυτό. Μόνο που κάθε φορά που τα μάτια μας συναντιόνταν, η ατμόσφαιρα γινόταν βαριά, ηλεκτρισμένη. Το βράδυ, όταν ο ήλιος έδυσε και ο ουρανός έβαψε μπλε-μοβ, σηκώθηκα χωρίς να πω λέξη.
Φόρεσα ένα λεπτό μαύρο φόρεμα, τόσο λεπτό που σχεδόν διαπερνούσε το φως. Κάτω από αυτό δεν υπήρχε τίποτα. Ούτε κιλότα, ούτε σουτιέν. Τα βυζιά μου τρεμόπαιζαν ελεύθερα κάτω από το ύφασμα και οι θηλές μου είχαν σκληρύνει από την προσμονή. Τα μαλλιά μου τα άφησα λυτά, αχτένιστα. Έβαλα λίγο κραγιόν και κοίταξα τον Άρη που καθόταν στον καναπέ και με παρακολουθούσε σιωπηλός.
«Θα βγω πρώτη», είπα χαμηλόφωνα. «Δώσε μου δέκα λεπτά. Μετά έλα.»
Εκείνος κούνησε το κεφάλι του. Τα μάτια του ήταν σκοτεινά, γεμάτα πείνα.
«Μην το κάνεις εύκολο», μου είπε με εκείνη τη βαριά φωνή που μου άναβε τα σωθικά. «Θέλω να σε κυνηγήσω, άγνωστη.»
Βγήκα έξω. Ο αέρας της άνοιξης ήταν δροσερός και μύριζε χώμα, φύλλα και αλάτι από τη θάλασσα που βρισκόταν λίγο πιο κάτω. Τα πόδια μου πατούσαν γυμνά στο γρασίδι. Το φόρεμα ανέμιζε στους μηρούς μου και κάθε βήμα μου θύμιζε ότι ήμουν εντελώς γυμνή από κάτω. Το μουνί μου ήταν ήδη υγρό. Ένιωθα την υγρασία να κυλάει αργά στο εσωτερικό του μηρού μου.
Μπήκα μέσα στον ελαιώνα. Τα δέντρα ήταν πυκνά, τα κλαδιά τους χαμηλά, τα φύλλα έτριζαν ελαφρά στον άνεμο. Προχώρησα βαθιά, μέχρι που το σπίτι έγινε μόνο μια αμυδρή λάμψη πίσω μου. Βρήκα ένα μεγάλο γέρικο δέντρο με χοντρό κορμό και κρύφτηκα πίσω του. Η πλάτη μου ακούμπησε στον τραχύ φλοιό. Η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά που νόμιζα ότι θα ακουγόταν μέχρι το σπίτι.
Τα δευτερόλεπτα έγιναν λεπτά. Ο χρόνος τεντώθηκε.
Ξαφνικά άκουσα την πόρτα του σπιτιού να ανοίγει και να κλείνει. Βήματα στο χαλίκι. Και μετά η φωνή του, βαριά, αργή, επικίνδυνη.
«Πού είσαι, άγνωστη;»
Η φωνή του έσπασε τη σιωπή της νύχτας σαν μαχαίρι. Ένιωσα ένα ρίγος να διαπερνάει όλο μου το κορμί. Τα χέρια μου έτρεμαν. Το μουνί μου σφίχτηκε απότομα και νέα υγρασία κύλησε ανάμεσα στα πόδια μου.
«Έλα… ξέρω ότι είσαι εδώ. Σε μυρίζω.»
Τα βήματά του πλησίαζαν. Άκουγα τα κλαδιά να τρίζουν κάτω από τα παπούτσια του. Περισσότερο από το φόβο, ήταν η προσμονή που με έκανε να τρέμω. Ήθελα να με βρει. Ήθελα να με πιάσει άγρια.
Μετακινήθηκα λίγο πιο βαθιά, προσπαθώντας να κρυφτώ καλύτερα. Ένα κλαδί έσπασε κάτω από το πόδι μου. Σταμάτησα την ανάσα μου.
«Εκεί είσαι;» Η φωνή του ακούστηκε πιο κοντά τώρα, σχεδόν δίπλα μου. «Μικρή πεινασμένη άγνωστη… βγήκες χωρίς εσώρουχα να με προκαλέσεις;»
Ξαφνικά το χέρι του βγήκε από το σκοτάδι και με άρπαξε από τη μέση. Έβγαλα μια πνιχτή κραυγή. Με τράβηξε με δύναμη πάνω του. Το σώμα του ήταν ζεστό, σκληρό, έτοιμο. Το πρόσωπό του ήταν σχεδόν άγνωστο μέσα στο σκοτάδι, μόνο τα μάτια του έλαμπαν.
«Σε βρήκα», γρύλισε.
Δεν πρόλαβα να απαντήσω. Το στόμα του έπεσε πάνω στο δικό μου με μανία. Με φίλησε άγρια, σαν να με μισούσε και με ήθελε ταυτόχρονα. Η γλώσσα του εισέβαλε στο στόμα μου, με λεηλάτησε. Τα χέρια του κατέβηκαν αμέσως στον κώλο μου, τον έσφιξαν δυνατά κάτω από το φόρεμα, τον άνοιξαν. Τα δάχτυλά του βρήκαν αμέσως το μουνί μου που έτρεχε.
«Γαμώτο… είσαι μούσκεμα», μουρμούρισε μέσα στο στόμα μου. «Πόσο καιρό περίμενες να σε πιάσω, ε;»
Δάγκωσα το χείλος του και του απάντησα με την ίδια βρόμικη φωνή.
«Από τη στιγμή που βγήκα. Το μουνί μου καίγεται, Άρη…»
Με γύρισε απότομα και με κόλλησε στον κορμό του δέντρου. Το φόρεμα σήκωσε μέχρι τη μέση μου. Ένιωσα τον σκληρό του πούτσο να πιέζεται πάνω στον κώλο μου μέσα από το παντελόνι του. Έτριψε την παχιά του καυλιά πάνω στη σάρκα μου, ενώ το ένα του χέρι είχε πιάσει τα μαλλιά μου και τράβαγε το κεφάλι μου πίσω.
«Δεν ξέρω ποια είσαι», ψιθύρισε στο αυτί μου με φωνή που έτρεμε από πόθο. «Αλλά θα σε γαμήσω σαν να σε κλέβω. Σαν να μην έχω δικαίωμα να σε αγγίξω.»
Το στόμα του έπεσε στον λαιμό μου, με δάγκωσε, με ρουφήξε. Τα δάχτυλά του μπήκαν βαθιά μέσα μου με μια κίνηση και βγήκαν μουσκεμένα. Έβγαλα ένα δυνατό βογκητό που αντήχησε ανάμεσα στα δέντρα.
Η νύχτα γύρω μας είχε γίνει ζωντανή. Και το παιχνίδι είχε μόλις αρχίσει.
«… Η νύχτα γύρω μας είχε γίνει ζωντανή. Και το παιχνίδι είχε μόλις αρχίσει.»
Με μια απότομη κίνηση με γύρισε και με έσπρωξε προς τα κάτω. Τα γόνατά μου βυθίστηκαν στο μαλακό, υγρό χώμα. Το φόρεμα είχε μαζευτεί γύρω στη μέση μου σαν ζώνη. Ένιωσα τον κρύο αέρα να χαϊδεύει τον γυμνό μου κώλο και το μουνί που έσταζε. Άπλωσα τα χέρια μου και άρπαξα τον τραχύ κορμό του δέντρου μπροστά μου, σαν να κρατιόμουν για να μην πέσω μέσα στην ίδια τη λαγνεία μου.
Ο Άρης γονάτισε πίσω μου. Άκουσα το φερμουάρ του να κατεβαίνει βιαστικά. Δεν είπε λέξη. Μόνο ένιωσα τα μεγάλα του χέρια να αρπάζουν τους γοφούς μου και να με τραβάνε προς τα πίσω. Η χοντρή κεφαλή του πούτσου του χτύπησε μια δυο φορές στα χείλη μου, λες και δοκίμαζε πόσο έτοιμη ήμουν, και μετά μπήκε μέσα με μια δυνατή ώθηση.
«Ααααχ!» βόγκηξα δυνατά. Με γέμισε μέχρι τον πάτο. Το μουνί μου τον έσφιξε γύρω του σαν να τον ήθελε μέσα του για πάντα.
«Γαμώτο… τι σφιχτό μουνί έχεις, άγνωστη», γρύλισε με φωνή που έτρεμε από λύσσα. Άρχισε να με γαμάει αμέσως με δυνατές, βαθιές κινήσεις. Κάθε φορά που έμπαινε μέχρι τα αρχίδια του, έβγαζα ένα βογκητό που χανόταν μέσα στα φύλλα.
Το δέντρο τρανταζόταν ελαφρά κάτω από τα χέρια μου. Τα γόνατά μου γλιστρούσαν στο χώμα. Ένιωθα κάθε εκατοστό του χοντρού του πούτσου να με ανοίγει, να με τρίβει εκεί που έκαιγα περισσότερο. Τα βυζιά μου κουνιούνταν άτακτα μέσα στο φόρεμα, οι θηλές μου είχαν σκληρύνει σαν πετραδάκια.
«Πιο δυνατά…» παρακάλεσα με σπασμένη φωνή. «Γάμησέ με πιο δυνατά, σε παρακαλώ…»
Ο Άρης έβγαλε ένα άγριο γέλιο και μου έδωσε αυτό ακριβώς που ζητούσα. Άρχισε να με γαμάει με όλη του τη δύναμη. Τα αρχίδια του χτυπούσαν ρυθμικά πάνω στο μουνί μου, κάνοντας έναν υγρό, βρόμικο ήχο που με έκανε να τρελαίνομαι. Το ένα του χέρι άφησε τον γοφό μου και πήγε στα μαλλιά μου. Τα τράβηξε δυνατά, αναγκάζοντάς με να σηκώσω το κεφάλι.
«Πες το», μου γάβγισε. «Πες μου τι είσαι.»
«Είμαι η άγνωστη που θες να γαμήσεις…» ψέλλισα ανάμεσα στα βογκητά. «Δεν με ξέρεις… και με παίρνεις σαν ζώο μέσα στον ελαιώνα σου… Ωωωω ναι… γαμήσ’ το μουνί μου, Άρη… γάμησέ με σαν να το έκλεψες…»
Τα λόγια μου τον τρέλαναν. Οι κινήσεις του έγιναν ακόμα πιο άγριες, πιο γρήγορες. Ένιωθα ότι με έσκιζε και το λάτρευα. Το κεφάλι μου γέμισε μόνο από αυτόν, από τον πούτσο του που με διαπερνούσε, από τον ήχο της σάρκας που χτυπιόταν, από τη μυρωδιά της γης, του ιδρώτα και του σεξ.
«Θα χύσω…» μου είπε λαχανιασμένος. «Μέσα σου… θα γεμίσω το μουνί της άγνωστης…»
«Ναι! Χύσε μέσα μου! Θέλω να νιώσω τον πούτσο σου που πάλλεται ενώ χύνει!»
Η κραυγή μου βγήκε από τα βάθη μου. Το μουνί μου άρχισε να σφύζει γύρω του, να τον πιέζει, να τον αρμέγει. Ο οργασμός με χτύπησε σαν κύμα που με σήκωσε και με πέταξε. Έκλεισα τα μάτια και ούρλιαξα, χωρίς να νοιάζομαι αν ακουγόταν μέχρι τη θάλασσα. Ταυτόχρονα τον ένιωσα να φουσκώνει μέσα μου και να εκτοξεύεται με δυνατές, καυτές ριπές. Ο Άρης έβγαλε ένα βαθύ, βραχνό γρύλισμα που έμοιαζε με λύκο και έμεινε βαθιά μέσα μου, χύνοντας μέχρι την τελευταία σταγόνα.
Οι κινήσεις του έγιναν πιο αργές, πιο βαθιές, σαν να ήθελε να μου δώσει κάθε εκατοστό του σπέρματός του. Μετά έπεσε πάνω στην πλάτη μου, βαριά, ζεστός, τρέμοντας ακόμα.
Για λίγη ώρα μέναμε έτσι. Μόνο οι ανάσες μας ακούγονταν. Σταδιακά χαλάρωσε τη λαβή στα μαλλιά μου και με φίλησε απαλά στον ώμο.
Με βοήθησε να σηκωθώ. Τα πόδια μου έτρεμαν. Το φόρεμα έπεσε πάλι κάτω, αλλά δεν με ένοιαζε. Το έβγαλα εντελώς και το πέταξα στο γρασίδι. Αυτός έβγαλε κι αυτός τα ρούχα του. Ξαπλώσαμε γυμνοί δίπλα δίπλα, πάνω στο δροσερό χορτάρι, κάτω από τα ασημένια φύλλα των ελαιόδεντρων.
Ο ουρανός ήταν γεμάτος αστέρια. Η ανάσα μας ηρεμούσε σιγά σιγά.
Γύρισα και τον κοίταξα. Το πρόσωπό του ήταν ιδρωμένο, τα μάτια του ακόμα σκοτεινά από το πάθος, αλλά τώρα γεμάτα τρυφερότητα.
«Γαμώτο…» ψιθύρισα και χαμογέλασα πλατιά. «Το κάναμε… το κάναμε πραγματικά.»
Ο Άρης γέλασε χαμηλόφωνα, ένα βαθύ, ικανοποιημένο γέλιο που έκανε το στήθος του να τρέμει. Με τράβηξε πάνω του και με αγκάλιασε σφιχτά.
«Ήσουν τέλεια, Φωτεινή. Η άγνωστη που πάντα ήθελα να κυνηγήσω. Και ο τρόπος που παρακαλούσες… “γάμησέ με πιο δυνατά”… πήγα να τρελαθώ.»
Γέλασα κι εγώ, νιώθοντας την υγρασία ανάμεσα στα πόδια μου να ανακατεύεται με το σπέρμα του που έτρεχε αργά στον μηρό μου.
«Δεν ήθελα να τελειώσει ποτέ. Όταν με έπιασες από τα μαλλιά και με γάμαγες τόσο άγρια… ένιωθα ότι ήμουν δική σου και ταυτόχρονα κάτι απαγορευμένο. Ήταν… τέλειο.»
Μείναμε σιωπηλοί για λίγο, χαϊδεύοντας ο ένας τον άλλο με αργές, τεμπέλικες κινήσεις. Τα δάχτυλά του περνούσαν στην πλάτη μου, στα πλευρά μου, στον κώλο μου. Τα δικά μου χάιδευαν το στήθος του, την κοιλιά του, το μαλακωμένο πλέον πούτσο του που ακόμα έσταζε.
«Ξέρεις…» είπα τελικά, με φωνή γεμάτη ικανοποίηση, «νομίζω ότι μόλις ανοίξαμε μια πόρτα που δεν θέλω να κλείσει ποτέ.»
Ο Άρης γύρισε το κεφάλι του και με φίλησε βαθιά, αργά, σαν να είχε όλο τον χρόνο του κόσμου.
«Ούτε εγώ», μου ψιθύρισε στα χείλη. «Αύριο το βράδυ… ίσως να είσαι μια τουρίστρια που χάθηκε στον ελαιώνα…»
Χαμογέλασα πονηρά μέσα στο σκοτάδι.
«Ίσως. Και ίσως να μην φοράω ούτε φόρεμα αυτή τη φορά.»
Το γέλιο μας ενώθηκε και χάθηκε μέσα στη νύχτα της Ρόδου, γλυκό, ικανοποιημένο και γεμάτο υποσχέσεις για ακόμα πιο τολμηρές νύχτες.
Ξαπλωμένοι γυμνοί κάτω από τα αστέρια, με το σπέρμα του ακόμα να τρέχει αργά από μέσα μου και το σώμα μου να πονάει υπέροχα σε όλους τους σωστούς τόπους, κατάλαβα ότι αυτή η φαντασίωση δεν ήταν απλώς ένα παιχνίδι.
Ήταν η αρχή κάτι πολύ βαθύτερου.
Και δεν μπορούσα να περιμένω την επόμενη νύχτα.
Σου άρεσε;
Γίνε ο πρώτος που βαθμολογεί

