Η σιωπή του διαδρόμου

Η Σοφία ήταν 38 χρονών, παντρεμένη εδώ και δώδεκα χρόνια με τον Γιάννη. Δίπλα της, στον ίδιο όροφο, έμενε ο Δημήτρης, 42 ετών, χωρισμένος εδώ και τρία χρόνια. Γνώριζε ο ένας τον άλλον χρόνια, χαιρετούσαν ευγενικά, αντάλλασσαν κουβέντες για τα παιδιά και τις τιμές του ρεύματος. Ποτέ παραπάνω.
Μέχρι εκείνο το βράδυ.
Ο άντρας της είχε φύγει για τριήμερο συνέδριο στη Θεσσαλονίκη. Η Σοφία είχε μόλις βγει από το ντους, φορώντας μόνο μια μαύρη μεταξωτή ρόμπα που άφηνε τα πόδια της γυμνά μέχρι ψηλά. Χτύπησε το κουδούνι. Άνοιξε και βρήκε τον Δημήτρη να στέκεται μπροστά της με ένα μπουκάλι κρασί και ένα βλέμμα που δεν έμοιαζε καθόλου με του «καλού γείτονα».
«Ξέχασα τα κλειδιά μου μέσα και η καθαρίστρια φεύγει αύριο το πρωί. Μπορώ να περιμένω εδώ μία ώρα;» είπε με φωνή χαμηλή.
Δεν του απάντησε. Απλώς άνοιξε περισσότερο την πόρτα.
Μόλις έκλεισε πίσω του, ο αέρας άλλαξε. Δεν υπήρχαν άλλα λόγια. Ο Δημήτρης την έσπρωξε μαλακά στον τοίχο του διαδρόμου, τα χέρια του άνοιξαν την ρόμπα της με μία κίνηση. Τα βαριά, στρογγυλά στήθη της ξεχύθηκαν έξω, οι θηλές της ήδη σκληρές. Γονάτισε μπροστά της χωρίς δεύτερη σκέψη.
«Γαμώτο, Σοφία…» ψιθύρισε πριν βυθίσει το πρόσωπό του ανάμεσα στα πόδια της.
Η γλώσσα του ήταν ζεστή, επίμονη, άπληστη. Γλίστρησε ανάμεσα στα χείλη του μουνιού της, που ήταν ήδη μουσκεμένο από την προσμονή. Έγλειφε βαθιά, ρουφούσε την κλειτορίδα της με θόρυβο, ενώ δύο δάχτυλα μπήκαν μέσα της απότομα, σπρώχνοντας τον χυμό της να τρέχει στα μπούτια της. Εκείνη έπιασε τα μαλλιά του, έσπρωξε τη λεκάνη της στο στόμα του, αναστενάζοντας βαριά.
«Πιπιλίξ’ το… πιο δυνατά…» βόγκηξε.
Ο ήχος της γλώσσας του που γλιστρούσε μέσα στα υγρά της γέμιζε τον διάδρομο. Τα πόδια της έτρεμαν. Όταν ένιωσε τον οργασμό να την πλημμυρίζει, τράβηξε το κεφάλι του πιο δυνατά και έκλεισε τα μάτια της, τρέμοντας ολόκληρη. Ο χυμός της πλημμύρισε το στόμα του· εκείνος τον κατάπιε χωρίς να σταματήσει να τη γλείφει.
Σηκώθηκε. Το πρόσωπό του ήταν γυαλιστερό από τα υγρά της. Την γύρισε απότομα, έσκυψε την πλάτη της και την έβαλε να ακουμπήσει τα χέρια της στον τοίχο. Άνοιξε το παντελόνι του. Ο πούτσος του ήταν χοντρός, γεμάτος φλέβες, με μια μεγάλη, μωβ κεφαλή που έσταζε ήδη. Έτριψε την άκρη του πάνω στο μουσκεμένο μουνί της, αλείφοντας τον χυμό της παντού.
«Θέλεις να σε γαμήσω, Σοφία;» τη ρώτησε με φωνή βραχνή.
«Ναι… γαμήσ’ με τώρα.»
Μπήκε μέσα της με μία δυνατή ώθηση. Το μουνί της τον έσφιξε ολόκληρο, ζεστό και υγρό. Ο Δημήτρης άρχισε να τη γαμάει βαθιά, ρυθμικά, με χτυπήματα που ηχούσαν υγρά και σαρκικά στον άδειο διάδρομο. Τα αρχίδια του χτυπούσαν ρυθμικά πάνω στην κλειτορίδα της. Τα χέρια του έσφιγγαν τους γοφούς της τόσο δυνατά που άφηναν κόκκινα σημάδια.
Η Σοφία έκλαιγε από ηδονή. Κάθε φορά που ο χοντρός πούτσος του έβγαινε σχεδόν ολόκληρος και ξαναμπαινε με ορμή, ένας μικρός οργασμός τη διαπερνούσε. Τα στήθη της κουνιόνταν άγρια, οι θηλές της έτριβαν στον κρύο τοίχο.
Ο Δημήτρης την τράβηξε από τα μαλλιά, ανάγκασε το κεφάλι της να γυρίσει και τη φίλησε άγρια ενώ συνέχιζε να τη γαμάει. Η γλώσσα του είχε ακόμα τη γεύση της.
«Γονάτισε,» της είπε ξαφνικά.
Τον πήρε βαθιά στο στόμα της χωρίς δισταγμό. Η γεύση του πούτσου της ανακατεμένη με τον χυμό της την έκανε να βουρκώσει από λαγνεία. Τον έγλειφε ολόκληρο, από τα αρχίδια μέχρι την κεφαλή, ρουφώντας δυνατά, πνιγόμενη όταν της έσπρωχνε το κεφάλι μέχρι το λαρύγγι της. Τα σάλια της έτρεχαν στα αρχίδια του και στάζαν στο πάτωμα.
«Θα τελειώσω,» γρύλισε εκείνος.
Τον τράβηξε έξω από το στόμα της, σηκώθηκε και τον οδήγησε στο τραπέζι της κουζίνας. Ξάπλωσε ανάσκελα, άνοιξε διάπλατα τα πόδια της και τον τράβηξε μέσα της.
«Μέσα μου. Θέλω να νιώσω που χύνεις.»
Ο Δημήτρης την κάρφωσε με λύσσα. Το μουνί της τον έσφιγγε σπασμωδικά. Με ένα βαθύ, ζώο βρυχηθμό, έσπρωξε μέχρι τον πάτο και άρχισε να χύνει. Η Σοφία ένιωσε τις πρώτες ζεστές, πυκνές ριπές να γεμίζουν τα σωθικά της. Έκλεισε τα πόδια της γύρω του, τρέμοντας σε έναν δεύτερο, βαθύτερο οργασμό που την άφησε χωρίς ανάσα.
Για λίγα δευτερόλεπτα έμειναν ενωμένοι, ιδρωμένοι, λαχανιασμένοι. Ο πούτσος του ακόμα παλλόταν μέσα της, στάζοντας τις τελευταίες σταγόνες.
Ο Δημήτρης έσκυψε, τη φίλησε στο στόμα με απόλυτη κατοχή και ψιθύρισε πάνω στα χείλη της:
«Αύριο το βράδυ, ίδια ώρα. Και θα σε γαμήσω στο κρεβάτι σου.»
Η Σοφία χαμογέλασε, ακόμα γεμάτη από τον χυμό του, και απάντησε με φωνή βραχνή:
«Φρόντισε να μην αργήσεις.»
Σου άρεσε;
Γίνε ο πρώτος που βαθμολογεί

