Το μπαλκόνι με τις γιασεμιές

Ο Θάνος έσπρωξε την τελευταία κούτα μέσα στο διαμέρισμα και στάθηκε για μια στιγμή στο κατώφλι, ιδρωμένος και λαχανιασμένος. Το παλιό ξύλινο πάτωμα έτριξε κάτω από τα παπούτσια του. Άνοιξε την μπαλκονόπορτα διάπλατα και η άνοιξη του Ναυπλίου τον χτύπησε κατάμουτρα: η μυρωδιά της θάλασσας ανακατεμένη με γιασεμιά και ανθισμένες πορτοκαλιές. Το λιμάνι απλωνόταν κάτω σαν ζωγραφιά, με τα καΐκια να κουνιούνται απαλά και τα φώτα των μαγαζιών να αρχίζουν να ανάβουν.
Το διπλανό μπαλκόνι ήταν γεμάτο γλάστρες. Κόκκινα γεράνια, βασιλικός, δεντρολίβανο και, κυρίως, πυκνά γιασεμιά που σκαρφάλωναν στο μεταλλικό πλέγμα και απλώνονταν προς το δικό του μπαλκόνι σαν να ήθελαν να το κατακτήσουν.
Την είδε την τρίτη μέρα.
Ήταν αργά το απόγευμα. Εκείνος στεκόταν με έναν καφέ στο χέρι και κοιτούσε το λιμάνι όταν εκείνη βγήκε έξω φορώντας ένα λεπτό λινό φόρεμα που αγκάλιαζε το κορμί της. Τα μαλλιά της, σκούρα και κυματιστά, ήταν μαζεμένα ψηλά με μια ξύλινη πένσα. Γύρισε και τον είδε. Τα μάτια τους συναντήθηκαν για δυο-τρία δευτερόλεπτα περισσότερο από όσο επιτρέπει η ευγένεια.
«Καλώς ήρθες στη γειτονιά», του είπε με μια φωνή βαθιά, λίγο βραχνή, σαν να είχε μόλις καπνίσει ή να είχε τραγουδήσει πολύ.
«Ευχαριστώ», απάντησε ο Θάνος και χαμογέλασε. «Θάνος».
«Λυδία», είπε εκείνη και έσκυψε να μαζέψει ένα πεσμένο κλαδί από τα γιασεμιά. Το φόρεμά της ανέβηκε λίγο ψηλότερα στον μηρό της. Ο Θάνος γύρισε το βλέμμα του αλλού, αλλά όχι αρκετά γρήγορα.
Από εκείνη τη μέρα οι ματιές τους έγιναν καθημερινό τελετουργικό. Το πρωί εκείνη έπαιζε πιάνο με τα παράθυρα ανοιχτά και ο ήχος έφτανε μέχρι το δικό του σαλόνι. Το απόγευμα, όταν ο Θάνος έβγαινε έξω για να καπνίσει ή να πιει μπίρα, εκείνη εμφανιζόταν σχεδόν πάντα. Μιλούσαν για μικρά πράγματα. Για το πόσο δυνατά φυσάει ο αέρας κάποιες νύχτες, για τα γατόψαρα που τριγυρίζουν στο λιμάνι, για το ότι τα γιασεμιά της μυρίζουν πιο έντονα μετά τη βροχή.
Μια Παρασκευή απόγευμα, ενώ ο Θάνος έτριβε με γυαλόχαρτο ένα παλιό ξύλινο τραπέζι που είχε βρει πεταμένο, η Λυδία στήριξε τους αγκώνες της στο μεταλλικό πλέγμα που χώριζε τα δύο μπαλκόνια.
«Θάνο… έχεις λίγο χρόνο;»
Εκείνος σήκωσε το βλέμμα. Το φως του ήλιου που έδυε έπεφτε πάνω στα μαλλιά της και τα έκανε να γυαλίζουν.
«Πες μου».
«Θέλω να φτιάξω ένα ράφι για τις γλάστρες. Κάτι που να ανεβαίνει στον τοίχο, να μην πιάνει χώρο. Είδα ότι έχεις εργαλεία και ξύλα… Αν σου ζητούσα να μου το φτιάξεις, θα με έλεγες τρελή;»
Ο Θάνος χαμογέλασε πλατιά. Ήταν η πρώτη φορά που την έβλεπε από τόσο κοντά. Είχε μια μικρή φακίδα κάτω από το αριστερό μάτι και τα χείλη της ήταν γεμάτα, σχεδόν σαν να τα είχε δαγκώσει πρόσφατα.
«Δεν σε λέω τρελή. Σε λέω γειτόνισσα που ξέρει τι θέλει. Πάμε να δούμε τι έχεις στο μυαλό σου».
Πήδησε εύκολα πάνω από το χαμηλό πλέγμα. Η Λυδία του έδειξε με τα χέρια της το σημείο στον τοίχο. Όσο μιλούσαν, ο Θάνος δεν μπορούσε να μη παρατηρήσει πώς το λεπτό φόρεμα κρεμόταν από τους ώμους της, πώς οι θηλές της διαγράφονταν ελαφρά κάτω από το λινό όταν φύσαγε ο αέρας. Μύριζε βανίλια και φρέσκο χώμα από τις γλάστρες.
«Θα σου το φτιάξω με πεύκο. Θα είναι στιβαρό και θα μυρίζει όμορφα», της είπε ενώ έπαιρνε μέτρα με το μέτρο του.
«Δεν βιάζομαι», απάντησε εκείνη και τον κοίταξε στα μάτια. «Έχω υπομονή».
Η φράση της έμεινε μετέωρη για λίγο. Κάτι στο πώς το είπε έκανε τον Θάνο να νιώσει ένα ζεστό κύμα να κατεβαίνει στην κοιλιά του. Σήκωσε το βλέμμα και την είδε να τον κοιτάζει. Δεν χαμογελούσε πια. Τα μάτια της ήταν σοβαρά, σχεδόν πεινασμένα.
«Πόσο καιρό είσαι χωρισμένος;» τον ρώτησε ξαφνικά, σαν να είχε διαβάσει τις σκέψεις του.
Ο Θάνος σταμάτησε το χέρι του.
«Τέσσερις μήνες. Εσύ πώς το ήξερες;»
«Το βλέπω. Έχεις εκείνη την όψη του άντρα που μόλις απελευθερώθηκε αλλά ακόμα δεν ξέρει τι να κάνει με την ελευθερία του».
Γέλασε σιγά, σχεδόν μελαγχολικά.
«Και εσύ;» τη ρώτησε.
«Εγώ χώρισα πριν από δύο χρόνια. Από τότε… μόνο μουσική και φυτά». Έκανε μια παύση. «Και γείτονες που ξέρουν από ξύλο».
Ο Θάνος ένιωσε την έλξη να σφίγγει το στομάχι του. Το χέρι του ακούμπησε για μια στιγμή πάνω στο δικό της όταν της έδωσε πίσω το μέτρο. Το δέρμα της ήταν ζεστό. Κανείς τους δεν τράβηξε το χέρι του αμέσως.
«Θα έρθω αύριο το πρωί με τα ξύλα», είπε χαμηλόφωνα. «Θα τα κόψουμε μαζί, αν θες».
«Θέλω», απάντησε εκείνη χωρίς να κατεβάσει το βλέμμα της.
Ο ήλιος είχε δύσει πια. Τα φανάρια του λιμανιού άναψαν ένα-ένα, ρίχνοντας χρυσές ανταύγειες στα μαλλιά της. Ο Θάνος πήδησε πάλι στο δικό του μπαλκόνι, αλλά πριν μπει μέσα γύρισε και την κοίταξε.
Η Λυδία στεκόταν ακόμα εκεί, με τα χέρια σταυρωμένα κάτω από τα στήθη της, και τον παρακολουθούσε. Το βλέμμα της δεν ήταν πια μόνο φιλικό.
Ήταν η αρχή κάτι πολύ πιο βαθύ. Και οι δυο τους το ήξεραν.
Λίγο μετά τις δέκα το βράδυ, χτύπησε το κουδούνι του. Ο Θάνος είχε μόλις βγάλει την μπλούζα του και ετοιμαζόταν να πλυθεί. Άνοιξε την πόρτα και τη βρήκε εκεί, φορώντας ένα λευκό πουκάμισο που έφτανε μέχρι τους μηρούς της και κρατούσε δύο ποτήρια κρασί.
«Δεν ήπιαμε καφέ», είπε χαμογελώντας πονηρά. «Αλλά σκέφτηκα ότι το κρασί είναι καλύτερη ευχαριστώ. Έχω παγωμένη φέτα. Θα έρθεις;»
Δεν χρειάστηκε δεύτερη πρόσκληση. Την ακολούθησε στο διαμέρισμά της. Το σπίτι μύριζε γιασεμί και κανέλα. Στο μικρό σαλόνι έκαιγε ένα αρωματικό κερί και από τα ανοιχτά παράθυρα ακουγόταν το απαλό μουρμουρητό της θάλασσας.
Κάθισαν στον καναπέ. Η Λυδία γέμισε τα ποτήρια και σήκωσε το δικό της.
«Στην καινούργια σου αρχή», είπε.
«Και στη γειτόνισσα που μου την κάνει πιο ενδιαφέρουσα».
Πήγανε την πρώτη γουλιά κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο. Το κρασί ήταν βελούδινο, αλλά η ένταση ανάμεσά τους πολύ πιο δυνατή. Όταν εκείνη έγειρε να αφήσει το ποτήρι στο τραπεζάκι, το πουκάμισό της άνοιξε ελαφρά και ο Θάνος είδε τη γύμνια κάτω από αυτό. Δεν φορούσε τίποτα.
«Το ξέρεις ότι σε κοιτάζω κάθε απόγευμα εδώ και δύο εβδομάδες, έτσι;» παραδέχτηκε εκείνη χαμηλόφωνα.
«Το ήξερα. Και εγώ σε κοιτάζω».
Το χέρι της ακούμπησε στο μηρό του. Δεν ήταν τυχαίο. Τα δάχτυλά της έσφιξαν ελαφρά το τζιν του.
«Θάνο… δεν θέλω να κάνουμε τον γύρο. Δεν είμαι δεκαοχτώ χρονών».
Εκείνος άφησε το ποτήρι του και γύρισε προς το μέρος της. Το χέρι του ανέβηκε αργά στον λαιμό της, τα δάχτυλα μπλέχτηκαν στα μαλλιά της. Την τράβηξε κοντά του μέχρι που τα χείλη τους σχεδόν ακούμπησαν.
«Ούτε εγώ», ψιθύρισε.
Το φιλί ξεκίνησε απαλό, σχεδόν διστακτικό. Μετά η Λυδία άνοιξε τα χείλη της και η γλώσσα της μπήκε μέσα του ζεστή και απαιτητική. Ο Θάνος βόγκηξε μέσα στο στόμα της. Τα χέρια του κατέβηκαν στην πλάτη της, μπήκαν κάτω από το πουκάμισο και άγγιξαν γυμνό δέρμα. Το σώμα της ήταν καυτό.
«Γάμησε… πόσο καιρό έχω να αγγίξω γυναίκα», μουρμούρισε όταν χώρισαν για να πάρουν ανάσα.
«Τότε μη σταματάς».
Τον έσπρωξε πίσω στον καναπέ και κάθισε πάνω του. Το πουκάμισό της άνοιξε εντελώς. Τα βυζιά της ήταν μεσαία, στρογγυλά, με σκληρές ροζ θηλές που τον καλούσαν. Ο Θάνος έσκυψε και πήρε τη μία στο στόμα του, ρουφώντας την δυνατά. Η Λυδία έγειρε το κεφάλι πίσω και έβγαλε ένα βαθύ, βρόμικο επιφώνημα.
«Ναι… έτσι… δάγκωσέ την λίγο».
Εκείνος υπάκουσε. Τα δόντια του έκλεισαν ελαφρά γύρω από τη θηλή και εκείνη τινάχτηκε πάνω του. Ένιωθε τον σκληρό του πούτσο να πιέζει το μουνί της μέσα από το τζιν. Άρχισε να τρίβεται πάνω του αργά, κυκλικά, ενώ τα χέρια της έλυναν το ζωνάρι του.
«Θέλω να σε δω», ψιθύρισε.
Τον έβγαλε από το παντελόνι. Ο πούτσος του πετάχτηκε όρθιος, χοντρός και γεμάτος φλέβες. Η Λυδία τον κοίταξε με πείνα και τον έπιασε με το χέρι της. Το δάχτυλό της άπλωσε την πρώτη σταγόνα που είχε βγει στην κορυφή, κάνοντας κυκλικές κινήσεις στην ακροποσθία.
«Ωραίος πούτσος», είπε με βραχνή φωνή. «Πολύ όμορφος».
Ο Θάνος της έβγαλε το πουκάμισο εντελώς. Τώρα ήταν γυμνή πάνω του. Το μουνί της ήταν ξυρισμένο, μόνο μια λεπτή λωρίδα μαύρων τριχών. Τα χείλη της ήταν ήδη πρησμένα και γυαλιστερά. Έβαλε δύο δάχτυλα ανάμεσά τους και διαπίστωσε ότι ήταν μούσκεμα.
«Γαμώτο, είσαι τελείως βρεγμένη».
«Είμαι από τότε που πήδηξες στο μπαλκόνι μου», παραδέχτηκε εκείνη και τον φίλησε ξανά, πιο άγρια αυτή τη φορά.
Σηκώθηκαν χωρίς να σταματήσουν να αγγίζονται. Τα ρούχα του Θάνου έπεσαν στο πάτωμα ένα-ένα. Την σήκωσε στην αγκαλιά του και την πήγε μέχρι το κρεβάτι. Όταν την ξάπλωσε, η Λυδία άνοιξε τα πόδια της χωρίς ντροπή. Εκείνος γονάτισε ανάμεσα στα πόδια της και έβαλε το στόμα του πάνω της. Η γλώσσα του χώθηκε ανάμεσα στα χείλη της, βρήκε την κλειτορίδα και άρχισε να τη γλείφει με μεγάλες, αργές σπρωξιές.
«Αααχ, ναι… γλείψε με εκεί… πιο δυνατά», έκανε εκείνη και έπιασε τα μαλλιά του με τα δύο χέρια, πιέζοντάς τον πιο βαθιά.
Ο Θάνος έβαλε δύο δάχτυλα μέσα της ενώ συνέχιζε να τη ρουφά. Το μουνί της έσφιγγε γύρω τους, ζεστό και υγρό. Η Λυδία άρχισε να τρέμει, οι γοφοί της ανεβοκατέβαιναν.
«Θα έρθω… μη σταματάς… θα έρθω στο στόμα σου…»
Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα το σώμα της τινάχτηκε και έβγαλε μια μακριά κραυγή καθώς έχυσε. Ο Θάνος δεν σταμάτησε. Συνέχισε να τη γλείφει μέχρι που εκείνη τον τράβηξε πάνω της.
«Μέσα μου. Τώρα».
Τον οδήγησε με το χέρι. Ο πούτσος του μπήκε αργά, εκατοστό-εκατοστό, μέσα στο καυτό και σφιχτό της μουνί. Και οι δυο τους βόγκηξαν ταυτόχρονα όταν μπήκε μέχρι το τέλος.
«Γαμήσου… πόσο γεμάτη που είμαι», ψιθύρισε η Λυδία και τύλιξε τα πόδια της γύρω από τη μέση του.
Ο Θάνος άρχισε να κινείται. Στην αρχή αργά, βαθιά, απολαμβάνοντας κάθε εκατοστό. Μετά πιο γρήγορα. Το κρεβάτι άρχισε να τρίζει. Το δέρμα τους έτριβε, ιδρωμένο και καυτό. Τα χέρια της γρατζούναγαν την πλάτη του, τα νύχια της μπήγονται στη σάρκα του.
«Πιο δυνατά», του είπε στα μάτια. «Θέλω να σε νιώθω ολόκληρο. Γάμησέ με όπως θες».
Εκείνος την άρπαξε από τους γοφούς και άρχισε να την πηδάει με δύναμη. Κάθε σπρώξιμο έβγαζε έναν υγρό ήχο από το μουνί της. Τα βυζιά της χοροπηδούσαν. Η Λυδία είχε τα μάτια μισόκλειστα, το στόμα μισάνοιχτο, και έβγαζε εκείνες τις βρόμικες κραυγές που τον τρέλαιναν.
«Ναι… εκεί… χτύπα με μέσα… ο πούτσος σου είναι τέλειος…»
Ο Θάνος ένιωσε ότι δεν θα άντεχε άλλο. Έσκυψε και τη φίλησε άγρια ενώ συνέχιζε να την τρυπάει.
«Θα χύσω», γρύλισε.
«Μέσα μου. Θέλω να σε νιώσω να χύνεις μέσα μου».
Με τρεις τελευταίες δυνατές σπρωξιές ένιωσε τον οργασμό να τον διαπερνά. Έχυσε βαθιά μέσα της, με μακριές, καυτές ριπές. Η Λυδία έσφιξε γύρω του και ήρθε δεύτερη φορά, τρέμοντας ολόκληρη, με το μουνί της να ρουφάει κάθε σταγόνα από τον πούτσο του.
Έμειναν αγκαλιασμένοι, ιδρωμένοι και λαχανιασμένοι, ενώ έξω τα φώτα του λιμανιού έλαμπαν απαλά μέσα από τα παράθυρα. Ο Θάνος χάιδευε αργά την πλάτη της και εκείνη του φιλούσε τον λαιμό.
Δεν μίλησαν για ώρα. Δεν χρειαζόταν.
Ήξεραν και οι δύο ότι αυτό ήταν μόνο η αρχή.
Οι επόμενες εβδομάδες πέρασαν μέσα σε μια συνεχή, κρυφή φλόγα. Τα πρωινά η Λυδία έπαιζε πιάνο με τα παράθυρα ανοιχτά και ο Θάνος σταματούσε τη δουλειά του στο εργαστήριο μόνο και μόνο για να ακούσει. Τα απογεύματα αντάλλασσαν ματιές πάνω από τα γιασεμιά, σύντομα χαμόγελα, νοήματα. Κάποιες νύχτες εκείνη τον περίμενε ξυπόλυτη στο μπαλκόνι της με ένα ποτήρι κρασί. Άλλες φορές εκείνος πήγαινε στο δικό της διαμέρισμα χωρίς να χτυπήσει, μόνο με ένα ελαφρύ χτύπημα στο τζάμι. Γίνονταν ειδικοί στο να μην τους πάρει χαμπάρι κανείς.
Μια ζεστή νύχτα στα τέλη Μαΐου, η πόλη έμοιαζε να αναπνέει βαριά από την υγρασία και τις ανθισμένες πορτοκαλιές. Τα φανάρια του λιμανιού έριχναν χρυσές ανταύγειες στα νερά. Η Λυδία τον περίμενε με ένα λεπτό άσπρο φόρεμα που δεν άφηνε τίποτα στη φαντασία. Μόλις μπήκε, τον έσπρωξε ανάποδα στον τοίχο και τον φίλησε με βουλιμία.
«Δεν αντέχω άλλο να σε βλέπω μόνο λίγα λεπτά κάθε μέρα», ψιθύρισε μέσα στο στόμα του. «Θέλω να σε νιώθω. Όλη νύχτα».
Τον έγδυνε βιαστικά ενώ εκείνος της κατέβαζε τις λεπτές τιράντες. Το φόρεμα έπεσε στα πόδια της σαν νερό. Δεν φορούσε τίποτα από κάτω. Ο Θάνος την άρπαξε από τους γλουτούς και την σήκωσε. Τα πόδια της τυλίχτηκαν γύρω του αμέσως. Την πήγε μέχρι το μεγάλο ξύλινο τραπέζι του σαλονιού και την κάθισε πάνω του, ακριβώς μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο.
«Εδώ;» ρώτησε χαμογελώντας πονηρά.
«Εδώ. Θέλω να βλέπω το λιμάνι ενώ με γαμάς».
Της άνοιξε τα πόδια διάπλατα και γονάτισε. Το μουνί της ήταν ήδη μουσκεμένο, γυαλιστερό. Έβαλε τη γλώσσα του μέσα της με βουλιμία, ρουφώντας και δαγκώνοντας απαλά τα χείλη της. Η Λυδία έγειρε πίσω, ακουμπώντας στις παλάμες της, και άφησε μια βαθιά, βρόμικη κραυγή που χάθηκε μέσα στη νύχτα.
«Ναι, έτσι… φάε με… γαμήσου, πόσο καλά το κάνεις…»
Όταν δεν άντεξε άλλο, τον τράβηξε πάνω της. Ο πούτσος του μπήκε με μια δυνατή σπρωξιά μέχρι τον πάτο. Και οι δυο τους βόγκηξαν ταυτόχρονα. Ο Θάνος την πήρε δυνατά, με βαθιές, κρουστικές κινήσεις, κρατώντας την από τους γοφούς. Το τραπέζι έτριζε ρυθμικά. Τα βυζιά της χοροπηδούσαν με κάθε σπρώξιμο. Η Λυδία τον κοιτούσε στα μάτια, με το βλέμμα θολό από την ηδονή.
«Πιο δυνατά… θέλω να με σπάσεις… γάμησέ με, Θάνο… σαν να είναι η τελευταία φορά…»
Εκείνος την γύρισε ανάποδα. Τώρα στεκόταν σκυμμένη πάνω στο τραπέζι, με τον κώλο της υψωμένο. Της άνοιξε τα πόδια και μπήκε ξανά μέσα της με μια άγρια σπρωξιά. Το χέρι του πήγε μπροστά και άρχισε να τρίβει την κλειτορίδα της ενώ την πηδούσε. Η Λυδία έκλαιγε σχεδόν από την ένταση.
«Θα έρθω… θα έρθω δυνατά… μη βγεις…»
Ο οργασμός την χτύπησε σαν κύμα. Το σώμα της τραντάχτηκε, το μουνί της έσφιξε γύρω του σαν μέγγενη. Ο Θάνος δεν άντεξε. Με δύο ακόμα βαθιές σπρωξιές έχυσε μέσα της, γεμίζοντάς την με ζεστές, πυκνές ριπές. Έμεινε μέσα της μέχρι που τελείωσε και ο τελευταίος σπασμός.
Μετά την σήκωσε τρυφερά, την πήρε στην αγκαλιά του και την πήγε στο κρεβάτι. Ξάπλωσαν αγκαλιασμένοι, ιδρωμένοι, με τις ανάσες τους ακόμα λαχανιασμένες. Έξω τα φώτα του Ναυπλίου έτρεμαν πάνω στο μαύρο νερό σαν χιλιάδες μικρά αστέρια.
Η Λυδία χάιδεψε το στήθος του και ψιθύρισε:
«Δεν θέλω να κρυβόμαστε άλλο. Θέλω να ξυπνάω δίπλα σου. Να πίνουμε καφέ στα μπαλκόνια χωρίς να κοιτάμε τριγύρω μήπως μας δει κανείς.»
Ο Θάνος φίλησε τα μαλλιά της και χαμογέλασε.
«Ούτε εγώ. Αυτό εδώ… αυτό που έχουμε… είναι πολύ πιο μεγάλο από ένα καλοκαιρινό φλερτ. Μένουμε;»
Εκείνη σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε. Τα μάτια της έλαμπαν.
«Μένουμε.»
Έξω, η άνοιξη του Ναυπλίου συνέχιζε να ανθίζει αθόρυβα, γεμάτη γιασεμιά και υποσχέσεις.
Σου άρεσε;
Γίνε ο πρώτος που βαθμολογεί

