Η επιστροφή της φλόγας

Η επιστροφή της φλόγας
Φωτογραφία: Pexels

Η Αναστασία ήταν 42 χρονών, διαζευγμένη, με κορμί που δεν είχε χάσει καθόλου τη σκληρότητά του παρά τα χρόνια. Εκείνος, ο Γιώργος, 45, παντρεμένος εδώ και έξι χρόνια, ένιωθε ότι η ζωή του είχε γίνει μια ρουτίνα χωρίς χρώμα. Δεν είχαν μιλήσει εδώ και τέσσερα χρόνια, από τότε που χώρισαν απότομα. Μέχρι που ένα βράδυ του Νοεμβρίου, εκείνος της έστειλε μήνυμα. Μία ώρα αργότερα χτυπούσε την πόρτα της.

Μόλις άνοιξε, τα μάτια τους κλείδωσαν. Δεν μίλησαν. Η Αναστασία τον τράβηξε μέσα από το πουκάμισο και έκλεισε την πόρτα με κλώτσο. Τα στόματά τους ενώθηκαν άγρια, σαν να ήθελαν να φάνε ο ένας τον άλλο. Γλώσσες που γλιστρούσαν, δόντια που χτυπούσαν, ανάσες βαριές. Εκείνος την έσπρωξε στον τοίχο, τα χέρια του μπήκαν κάτω από το λεπτό της φόρεμα και βρήκαν ότι δεν φορούσε τίποτα από κάτω.

«Γαμώτο, ακόμα είσαι τόσο υγρή από την πρώτη στιγμή», ψιθύρισε με φωνή βραχνή.

Τα δάχτυλά του χώθηκαν ανάμεσα στα χείλη της, που ήταν ήδη πρησμένα και γυαλιστερά. Η Αναστασία έβγαλε έναν βαθύ, βραχνό ήχο και άνοιξε πιο πολύ τα πόδια. Εκείνος γονάτισε μπροστά της χωρίς δεύτερη σκέψη. Σήκωσε το φόρεμα μέχρι τη μέση της και βύθισε το πρόσωπό του ανάμεσα στα πόδια της. Η γλώσσα του άνοιξε τα χείλη της, βρήκε την κλειτορίδα της και άρχισε να τη γλείφει με μανία, ρουφώντας τα υγρά της που έτρεχαν ήδη κατά μήκος των μηρών της.

«Ναι… έτσι… γλείφε με, Γιώργο…» έκανε εκείνη, κρατώντας τον από τα μαλλιά και τρίβοντας το μουνί της πάνω στο στόμα του. Ο ήχος ήταν υγρός, βρώμικος, γεμάτος από τα χλιαστά υγρά της που γέμιζαν το πιγούνι και τα χείλη του.

Δεν άντεξε άλλο. Σηκώθηκε, την γύρισε με δύναμη και την έσκυψε πάνω στον καναπέ. Το φόρεμα ανέβηκε στη μέση της, ο πισινός της γυάλιζε από τον ιδρώτα. Ο Γιώργος έβγαλε τον πούτσο του, σκληρό σαν πέτρα, με τις φλέβες πεταγμένες και την κεφαλή πορφυρή και υγρή. Χτύπησε δυο-τρεις φορές το παχύ κεφάλι πάνω στα χείλη του μουνιού της, μετά την άνοιξε με τα δάχτυλα και μπήκε μέσα με μία δυνατή ώθηση.

«Ααααχ!» ούρλιαξε η Αναστασία.

Η πούτσα του την γέμισε μέχρι τον πάτο. Ένιωθε κάθε εκατοστό του μέσα της, παχύς, καυτός, σφυροκοπώντας την. Ο Γιώργος την έπιασε από τους γοφούς και άρχισε να τη γαμάει με γρήγορες, βαθιές κινήσεις. Τα αρχίδια του χτυπούσαν ρυθμικά πάνω στην κλειτορίδα της, βρεγμένα από τα χυμούς της. Ο ήχος του κώλου της που χτυπούσε πάνω στην κοιλιά του γέμιζε το δωμάτιο μαζί με τα βογκητά τους.

«Πιο δυνατά… γάμα με πιο δυνατά, ρε πούστη!» του φώναξε.

Εκείνος την τράβηξε από τα μαλλιά, αναγκάζοντάς την να καμπυλώσει την πλάτη της ακόμα περισσότερο. Το μουνί της τον έσφιγγε, ζεστό και μουσκεμένο, σαν να ήθελε να τον ρουφήξει μέσα της. Η Αναστασία έτρεμε ολόκληρη. Ένιωθε τον οργασμό να ανεβαίνει σαν κύμα.

Δεν άντεξε. Με ένα δυνατό τρέμουλο, έσφιξε τον πούτσο του μέσα της και ήρθε, πνιγμένη σε ένα μακρύ, βραχνό επιφώνημα. Τα υγρά της ξεχύθηκαν γύρω από τον πούτσο του, τρέχοντας στα πόδια της και πέφτοντας στο πάτωμα.

Ο Γιώργος δεν σταμάτησε. Την γύρισε ανάσκελα στον καναπέ, της άνοιξε τα πόδια διάπλατα και ξαναμπήκε μέσα της. Τώρα την κοιτούσε στα μάτια. Το πρόσωπό της ήταν κατακόκκινο, τα χείλη της πρησμένα, τα μάτια της υγρά από την ηδονή. Την γαμούσε βαθιά, αργά τώρα, απολαμβάνοντας κάθε εκατοστό.

«Θέλω να σε γαμήσω μέχρι να μη μπορείς να περπατήσεις», της είπε με φωνή σπασμένη.

«Τότε γάμα με μέχρι το πρωί», απάντησε εκείνη και τον φίλησε άγρια.

Λίγα λεπτά αργότερα, ο Γιώργος ένιωσε ότι δεν άντεχε άλλο. Βγήκε από μέσα της, γονάτισε πάνω στο στήθος της και της έχωσε τον πούτσο του βαθιά στο στόμα. Η Αναστασία τον πήρε ολόκληρο μέχρι τα αρχίδια, γλείφοντάς τον με τη γλώσσα της ενώ τον κοιτούσε στα μάτια. Με λίγες δυνατές κινήσεις, εκείνος έσφιξε τα δόντια του και ξέσπασε. Χοντρές, καυτές ριπές σπέρματος γέμισαν το στόμα της, ξεχειλίζοντας από τις άκρες των χειλιών της και τρέχοντας στο λαιμό της.

Καθώς τελείωνε, εκείνη κατάπιε ό,τι μπόρεσε, μετά έγλειψε αργά την κεφαλή του, καθαρίζοντάς την από την τελευταία σταγόνα.

Ο Γιώργος έπεσε δίπλα της λαχανιασμένος. Η Αναστασία γύρισε, τον κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που πάντα τον τρέλαινε και ψιθύρισε με φωνή ακόμα βραχνή:

«Καλώς ήρθες πίσω, πούστη μου.»

Μετά τον φίλησε, αφήνοντάς του τη γεύση του ίδιου του του σπέρματος στα χείλη.

Σου άρεσε;

Γίνε ο πρώτος που βαθμολογεί

Μπορεί να σου αρέσουν

Είκοσι Χρόνια Μετά – Το Μουνί της Γεωργίας Θυμόταν Ακόμα

Ο Νικόλας καθόταν στο παλιό διαμέρισμα και την περίμενε. Είκοσι χρόνια είχαν περάσει από τότε που η Γεωργία τον άφησε. Είκοσι χρόνια που δεν την είχε ξεχάσει ούτε μια μέρα. Εκείνη παντρεύτηκε, έκανε δύο παιδιά, έφτιαξε ζ…

3' ανάγνωση7 αναγνώσεις