Η απαγορευμένη γεύση της γειτόνισσας

Η Σοφία ήταν 42 ετών, παντρεμένη εδώ και δεκαπέντε χρόνια με τον ίδιο άντρα που πλέον την κοιτούσε σαν έπιπλο. Ο Δημήτρης, 38 ετών, ήταν ο γείτονας από το απέναντι διαμέρισμα, διαζευγμένος και με εκείνο το βλέμμα που έκανε τις γυναίκες να σφίγγουν ακούσια τους μηρούς τους. Γνώριζαν ο ένας τον άλλον χρόνια, αλλά ποτέ δεν είχαν περάσει από το «καλημέρα» και το «πώς πάει η μέρα».
Μέχρι εκείνο το απόγευμα.
Η Σοφία χτύπησε την πόρτα του ζητώντας αλάτι που δεν χρειαζόταν. Μόλις άνοιξε, ο αέρας άλλαξε. Εκείνος φορούσε μόνο ένα μαύρο φανελάκι και σορτσάκι. Τα χέρια του ήταν γεμάτα φλέβες, τα μαλλιά του ανακατεμένα. Δεν μίλησαν πολύ. Τα μάτια τους μίλησαν πρώτα.
«Δεν ήρθες για αλάτι, έτσι δεν είναι;» μουρμούρισε εκείνος με βαριά φωνή.
«Όχι,» απάντησε εκείνη και μπήκε μέσα χωρίς πρόσκληση.
Δεν πρόλαβε να κλείσει την πόρτα καλά καλά και τα στόματά τους ενώθηκαν με βίαιη πείνα. Η γλώσσα του εισέβαλε μέσα της, γεύτηκε καφέ και επιθυμία. Τα χέρια του ανέβηκαν κάτω από το λεπτό της φόρεμα και έσφιξαν τον γυμνό της κώλο με δύναμη, τραβώντας την πάνω του. Ένιωσε αμέσως την πούτσα του να σκληραίνει και να πιέζει την κοιλιά της.
«Γαμήσου, πόσο καιρό το ήθελα αυτό…» ψιθύρισε εκείνη μέσα στο στόμα του.
Την σήκωσε σαν να μην ζύγιζε τίποτα και την κάθισε πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Με ένα τράβηγμα ξεκούμπωσε το φόρεμά της, αποκαλύπτοντας στήθη βαριά, με σκληρές καφετιές θηλές που ζητούσαν προσοχή. Έσκυψε και τις πήρε τη μία μετά την άλλη στο στόμα του, ρουφώντας τες με θόρυβο, δαγκώνοντας ελαφρά. Η Σοφία έγειρε πίσω, ανοίγοντας τα πόδια της διάπλατα. Το μουνί της ήταν ήδη μουσκεμένο, τα χείλη της πρησμένα και γυαλιστερά.
Ο Δημήτρης γονάτισε. Δεν υπήρχε χάδι, δεν υπήρχε προοίμιο. Έχωσε το πρόσωπό του ανάμεσα στα πόδια της και άρχισε να τη γλείφει με ορμή. Η γλώσσα του άνοιγε τα χείλη της, έμπαινε βαθιά μέσα της, μετά ανέβαινε και τύλιγε την κλειτορίδα της με γρήγορες, σκληρές κινήσεις. Τα υγρά της έτρεχαν στο πιγούνι του. Η Σοφία έπιασε τα μαλλιά του και άρχισε να τρίβεται πάνω στο στόμα του, βγάζοντας βαριές, λαρυγγικές κραυγές.
«Ναι… εκεί… γαμήσου, φάε με…»
Δεν άντεξε άλλο. Σηκώθηκε, κατέβασε το σορτσάκι του και η πούτσα του πετάχτηκε έξω – χοντρή, γεμάτη φλέβες, με μια μεγάλη γυαλιστερή σταγόνα στην άκρη. Η Σοφία δεν περίμενε. Έσκυψε και την πήρε ολόκληρη στο στόμα της μέχρι τον λαιμό. Τα αρχίδια του χτυπούσαν στο πιγούνι της καθώς εκείνος την έπιανε από τα μαλλιά και την πηδούσε στο στόμα. Τα σάλια της έτρεχαν ποτάμι, μουσκεύοντας την πούτσα του και τα δάχτυλά της που τον μαλάκωναν ρυθμικά.
«Θέλω να σε γαμήσω,» γρύλισε εκείνος.
Την γύρισε μπρούμυτα πάνω στο τραπέζι, σήκωσε το φόρεμα στη μέση και χωρίς προειδοποίηση την διαπέρασε μέχρι το βάθος. Το μουνί της τον έσφιξε σαν βελούδινη γροθιά. Έβγαλε μια κραυγή πόνου και ηδονής μαζί. Άρχισε να την πηδάει με δυνατές, βαθιές σπρώξιες, το δέρμα τους έσκαγε με κάθε κίνηση, τα αρχίδια του χτυπούσαν πάνω στην κλειτορίδα της. Το τραπέζι κροτούσε. Τα υγρά της έτρεχαν στα μπούτια της και στο πάτωμα.
«Πιο δυνατά… γάμα με πιο δυνατά!» φώναξε εκείνη.
Ο Δημήτρης την άρπαξε από τους γοφούς και άρχισε να την καρφώνει με μανία. Το μουνί της έκανε θόρυβο, υγρό, βρώμικο, υπέροχο. Ένιωθε κάθε εκατοστό της πούτσας του να τη γεμίζει, να τη σκίζει, να τη διεκδικεί.
Ξαφνικά την τράβηξε πάνω του, την γύρισε, την σήκωσε και την κάρφωσε στον τοίχο. Τα πόδια της τυλίχτηκαν γύρω του. Μπήκε ξανά μέσα της με μία σπρωξιά και συνέχισε να την πηδάει όρθιοι, ενώ εκείνη τον δάγκωνε στον ώμο για να μην ουρλιάξει.
«Θα τελειώσω…» βόγκηξε εκείνος.
«Μέσα… γέμισέ με… θέλω να νιώσω το σπέρμα σου,» ικέτευσε εκείνη.
Με τρεις τελευταίες, βίαιες σπρώξιες, ο Δημήτρης άφησε ένα βαθύ, ζώο-βρυχηθμό και ξέσπασε μέσα της. Χοντρές, καυτές ριπές σπέρματος γέμισαν το μουνί της μέχρι που ξεχείλισε και άρχισε να τρέχει στα πόδια της. Η Σοφία τρέμισε ολόκληρη, το κορμί της σπάραξε σε έναν δυνατό, παρατεταμένο οργασμό, τα τοιχώματά της σφίγγοντας και χαλαρώνοντας γύρω του σαν να ήθελε να τον απορροφήσει.
Για λίγα δευτερόλεπτα έμειναν έτσι, ενωμένοι, ιδρωμένοι, λαχανιασμένοι. Το σπέρμα του συνέχιζε να τρέχει αργά από μέσα της και να στάζει στο πάτωμα.
Ο Δημήτρης την κοίταξε στα μάτια, ακόμα μέσα της, και ψιθύρισε με φωνή βραχνή:
«Αύριο την ίδια ώρα. Και μην βάλεις εσώρουχο.»
Σου άρεσε;
Γίνε ο πρώτος που βαθμολογεί

