Η Σιωπή του Σαββάτου

Ο Γιώργος, 48 ετών, έμπειρος μηχανικός με γκρίζες φαβορίτες, έκλεισε την πόρτα του διαμερίσματος πίσω του χωρίς να ανάψει τα φώτα. Μέσα στο ημίφως, η Εύη, 34 ετών, σύζυγος του καλύτερού του φίλου, στεκόταν δίπλα στο παράθυρο με μόνο ένα λεπτό μαύρο φόρεμα που άφηνε τους ώμους της γυμνούς. Τα μάτια της ήταν ήδη σκοτεινά από λαχτάρα.
Δεν μίλησαν. Δεν χρειαζόταν. Εδώ και τέσσερις μήνες, κάθε Σάββατο που ο άντρας της έφευγε για το χωριό, η Εύη έστελνε ένα μήνυμα: «Έλα». Και ο Γιώργος ερχόταν.
Την πλησίασε από πίσω. Τα χέρια του γλίστρησαν κάτω από το φόρεμα και βρήκαν το ζεστό, ήδη υγρό μουνί της. Δεν φορούσε εσώρουχο. Τα δάχτυλά του χώθηκαν ανάμεσα στα χείλη της, που ήταν πρησμένα και γλιστερά, και άρχισαν να τρίβουν τον σκληρό κόμπο της κλειτορίδας της με κυκλικές κινήσεις. Η Εύη έγειρε το κεφάλι πίσω, πάνω στον ώμο του, και άφησε έναν βαθύ, πνιχτό ήχο.
«Θέλω να σε γαμήσω μέχρι να μην μπορείς να περπατήσεις», της ψιθύρισε στο αυτί.
Γονάτισε μπροστά της χωρίς δεύτερη σκέψη. Σήκωσε το φόρεμα μέχρι τη μέση και έθαψε το πρόσωπό του ανάμεσα στα πόδια της. Η γλώσσα του άνοιξε τα χείλη της, ρουφώντας τα ζουμιά που έτρεχαν άφθονα. Η Εύη άπλωσε τα χέρια της πίσω, πιάνοντας την άκρη του τραπεζιού, ενώ οι γοφοί της άρχισαν να τρέμουν. Ο Γιώργος βύθισε δύο δάχτυλα βαθιά μέσα της, λυγίζοντάς τα, χτυπώντας εκείνο το σημείο που την έκανε να ουρλιάζει χαμηλόφωνα. Το μουνί της έσφιγγε γύρω τους, υγρό, καυτό, παλλόμενο.
«Γαμήσε με… πιο δυνατά…» ψέλλισε εκείνη, με τη φωνή της σπασμένη.
Σηκώθηκε όρθιος. Το φόρεμα κατέβηκε στο πάτωμα. Η Εύη γονάτισε γρήγορα, ξεκούμπωσε το παντελόνι του με τρεμάμενα δάχτυλα και έβγαλε τον χοντρό, φλεβιασμένο πούτσο του που πετάχτηκε μπροστά στο πρόσωπό της. Τα αρχίδια του ήταν βαριά και σφιχτά. Τον πήρε ολόκληρο στο στόμα της με μία κίνηση, μέχρι που η κεφαλή του χτύπησε τον λαιμό της. Έβγαλε έναν πνιχτό ήχο και άρχισε να τον πηγαίνει βαθιά, με σάλια να τρέχουν από τις άκρες των χειλιών της και να πέφτουν στα αρχίδια του. Ο Γιώργος την έπιασε από τα μαλλιά και άρχισε να γαμάει το στόμα της με γρήγορες, δυνατές κινήσεις, ενώ εκείνη τον κοιτούσε από κάτω με δακρυσμένα μάτια γεμάτα πόθο.
Δεν άντεξε άλλο.
Την σήκωσε όρθια, την γύρισε και την έσπρωξε πάνω στο τραπέζι. Τα πόδια της άνοιξαν διάπλατα. Ο πούτσος του, γυαλιστερός από τα σάλια της, ακούμπησε στην είσοδο του μουνιού της. Με μία δυνατή ώθηση μπήκε μέχρι τα αρχίδια. Η Εύη άνοιξε το στόμα της σε μια άφωνη κραυγή. Το μουνί της τον έσφιξε τόσο πολύ που ο Γιώργος έβγαλε ένα βαθύ γρύλισμα.
Άρχισε να τη γαμάει με σκληρές, βαθιές σπρώξιες. Κάθε φορά που έμπαινε ολόκληρος, τα αρχίδια του χτυπούσαν πάνω στην κλειτορίδα της με έναν υγρό, κρεατερό ήχο. Το τραπέζι κουνιόταν. Τα στήθη της Εύης τρεμούλιαζαν με κάθε ώθηση. Ο ιδρώτας έτρεχε ανάμεσα στα σφιχτά της κωλομεριά. Ο Γιώργος την έπιασε από τους γοφούς και την τράβαγε πάνω στον πούτσο του, σαν να ήθελε να τη σκίσει.
«Πιο δυνατά… γάμα με πιο δυνατά!» ούρλιαξε εκείνη, χάνοντας κάθε έλεγχο.
Την γύρισε ανάποδα, την έβαλε να ξαπλώσει στην πλάτη της και σήκωσε τα πόδια της στους ώμους του. Είδε καθαρά τον πούτσο του να μπαίνει και να βγαίνει από το κατακόκκινο, πρησμένο μουνί της. Τα χείλη της είχαν γίνει τελείως πιασμένα γύρω από το πάχος του. Τα ζουμιά της έτρεχαν μέχρι τον κώλο της και λερώναν το ξύλο του τραπεζιού.
Η Εύη άρχισε να τρέμει ολόκληρη. Τα δάχτυλά της έσφιξαν το χέρι του.
«Έρχομαι… γαμώτο… έρχομαι!»
Το μουνί της συσπάστηκε γύρω του με σπασμούς, πιέζοντας τον πούτσο του τόσο δυνατά που ο Γιώργος δεν άντεξε. Με ένα βαθύ, ζώο-like βρυχηθμό, βύθισε τον πούτσο του μέχρι τον πάτο και ξέσπασε μέσα της. Τα χοντρά, καυτά σπέρματά του εκτοξεύτηκαν βαθιά στη μήτρα της, γεμίζοντάς την μέχρι που άρχισαν να ξεχειλίζουν γύρω από τον πούτσο του και να στάζουν στο πάτωμα.
Έμειναν έτσι για λίγα δευτερόλεπτα, λαχανιασμένοι, ιδρωμένοι, ενωμένοι.
Ο Γιώργος έσκυψε και τη φίλησε άγρια, δαγκώνοντας το κάτω χείλος της. Όταν αποτραβήχτηκε, ο πούτσος του βγήκε αργά από μέσα της με έναν υγρό, κολλώδη ήχο. Το μουνί της παρέμεινε ανοιχτό για λίγο, κόκκινο και γεμάτο άσπρο σπέρμα που έτρεχε αργά προς τον κώλο της.
Την κοίταξε στα μάτια, ακόμα λαχανιασμένος.
«Επόμενο Σάββατο… θα σε πάρω και στον κώλο.»
Η Εύη χαμογέλασε με βλέμμα ακόμα θολό από την ηδονή και ψιθύρισε:
«Δεν θα φοράω ούτε αυτό το φόρεμα.»
Σου άρεσε;
Γίνε ο πρώτος που βαθμολογεί

