Η τελευταία σπίθα

Η πόρτα έκλεισε πίσω μου και τα πόδια μου κόντεψαν να λυγίσουν πριν καν τον αγγίξω. Δέκα χρόνια. Δέκα ολόκληρα χρόνια και ακόμα μυρίζει το ίδιο. Ακόμα με κοιτάει σαν να θέλει να με καταπιεί ολόκληρη.
Δεν πρόλαβα να πω λέξη. Με έσπρωξε με την πλάτη στον τοίχο του διαδρόμου τόσο δυνατά που ο αέρας βγήκε από τα πνευμόνια μου. Το στόμα του έπεσε πάνω στο δικό μου σαν πεινασμένο ζώο. Γλώσσες, δόντια, σάλιο. Με δάγκωσε το κάτω χείλος μέχρι που ένιωσα τη γεύση αίματος και γέλασα μέσα στο φιλί του.
Τα χέρια του μπήκαν κάτω από το φόρεμά μου χωρίς κανένα προοίμιο. Δύο χοντρά δάχτυλα βρέθηκαν αμέσως μέσα μου. Ήμουν ήδη μούσκεμα. Το ήξερα. Δεν φορούσα εσώρουχο. Ποτέ δεν φορούσα όταν ήξερα ότι θα έρθει.
«Γαμώτο…» μουρμούρισε πάνω στα χείλη μου ενώ τα δάχτυλά του χώνονταν μέχρι τη ρίζα. «Ακόμα στάζεις σαν πόρνη που περιμένει».
Έσφιξα τον καρπό του και τον πίεσα πιο βαθιά. Ήθελα να τον νιώσω μέχρι τον αγκώνα. Τα γόνατά μου χτύπησαν. Έβγαλα έναν ήχο που δεν ήταν καν ανθρώπινος.
Δεν προλάβαμε το κρεβάτι. Με γονάτισε στο χαλί του σαλονιού. Τα χέρια μου έτρεμαν ενώ του έλυνα τη ζώνη. Του κατέβασα το παντελόνι μαζί με το μποξέρ και ο πούτσος του πετάχτηκε έξω, βαριά, γεμάτος φλέβες, ήδη λαδωμένος στην άκρη από προεμφύσημα. Τον μύρισα. Τον έγλειψα από τη ρίζα μέχρι την κεφαλή και μετά τον έχωσα ολόκληρο στο στόμα μου μέχρι που τα χείλη μου άγγιξαν τα αρχίδια του.
Ούρλιαξε. Χαμηλά, απότομα. Άρπαξε τα μαλλιά μου με τα δύο χέρια και άρχισε να γαμάει το στόμα μου με αργές, βαθιές κινήσεις. Τα σάλια μου έτρεχαν ποτάμι. Κάθε φορά που τον έβγαζε για να πάρω ανάσα, μια χοντρή κλωστή σάλιου κρεμόταν από τα χείλη μου μέχρι το κεφάλι του και έσταζε στα αρχίδια του. Τα μάτια μου δάκρυζαν. Το λαιμό μου πονούσε. Δεν σταματούσα. Ήθελα να πνιγώ πάνω του.
«Σήκω», είπε με φωνή που μόλις κρατιόταν.
Με σήκωσε, με γύρισε και με έσκυψε πάνω στο τραπέζι του σαλονιού. Το φόρεμα ανέβηκε μέχρι τη μέση μου. Τα πόδια μου άνοιξαν μόνα τους. Ένιωσα την ανάσα του πάνω στον κώλο μου για μισό δευτερόλεπτο πριν η γλώσσα του μπει μέσα μου σαν να ήθελε να με φάει ζωντανή. Με έγλειφε από την κλειτορίδα μέχρι τον πρωκτό, ρουφώντας, δαγκώνοντας ελαφρά τα χείλη μου, πίνοντας ό,τι έτρεχε από μένα. Ούρλιαζα. Τα νύχια μου γρατζουνούσαν το ξύλο. Τα υγρά μου έτρεχαν στους μηρούς μου και εκείνος τα έγλειφε όλα.
Όταν δεν άντεχα άλλο, σηκώθηκα, τον άρπαξα από τον πούτσο και τον οδήγησα μόνη μου στην είσοδό μου. Μία μοναδική, βίαιη ώθηση και μπήκε μέχρι τον πάτο. Και οι δύο παγώσαμε. Ένιωσα κάθε εκατοστό του μέσα μου, κάθε φλέβα, κάθε παλμό. Μετά άρχισε.
Με γαμούσε σαν να ήθελε να με σπάσει. Το τραπέζι κουνιόταν, τα ποτήρια έτριζαν, το μουνί μου πλατσούριζε σε κάθε είσοδο. Τα αρχίδια του χτυπούσαν ρυθμικά στην κλειτορίδα μου και ο ήχος ήταν βρώμικος, υγρός, σαρκικός. Ίδρωνα. Τα βυζιά μου χτυπιόνταν κάτω από το φόρεμα. Ένιωθα τον ιδρώτα να κυλάει ανάμεσα στους γλουτούς μου.
«Πιο δυνατά», ψέλλισα. «Γάμα με πιο δυνατά, γαμώτο».
Με άρπαξε από τους γοφούς και με τράβηξε πάνω του σαν κουρελόχαρτο. Το κορμί μου τρανταζόταν ολόκληρο. Ένιωθα τον πούτσο του να χτυπάει κάπου βαθιά μέσα μου που πονούσε και ταυτόχρονα με έκανε να βλέπω αστέρια.
Ξαφνικά με σήκωσε στον αέρα. Τα πόδια μου τυλίχτηκαν γύρω από τη μέση του. Με κρατούσε από τους γλουτούς και με ανέβαζε-κατέβαζε πάνω στον καυλό του σαν να ήμουν κουκλίτσα. Τα σώματά μας γλιστρούσαν από τον ιδρώτα. Η μυρωδιά σεξ γέμισε ολόκληρο το σπίτι. Μπορούσα να ακούσω τον εαυτό μου να στάζει πάνω του σε κάθε κάθοδο.
«Θα τελειώσω…» γρύλισε.
«Μέσα μου», του είπα με σπασμένη φωνή. «Όλα. Θέλω να με γεμίσεις μέχρι να στάζω».
Ο βρυχηθμός που έβγαλε δεν ήταν ανθρώπινος. Ένιωσα τον πούτσο του να φουσκώνει ακόμα περισσότερο μέσα μου και μετά ήρθε. Καυτά, πυκνά σπέρματα ξέσπασαν βαθιά, κύμα μετά το κύμα, γεμίζοντάς με μέχρι που ένιωσα την πίεση. Ο δικός μου οργασμός με χτύπησε σαν γροθιά στο στομάχι. Το μουνί μου σφιγγόταν γύρω του σπασμωδικά, ρουφώντας κάθε σταγόνα, ενώ τα υγρά μου έτρεχαν ποτάμι κάτω από τους μηρούς μου και έσταζαν στο πάτωμα ανάμεσα στα πόδια μας.
Μείναμε έτσι, κολλημένοι, τρέμοντας, λαχανιασμένοι. Μπορούσα να νιώθω τον πούτσο του ακόμα να σφύζει μέσα μου.
Με κατέβασε αργά. Τα πόδια μου μόλις με κρατούσαν. Χωρίς να πει λέξη, γονάτισε μπροστά μου, άνοιξε τα πόδια μου με τα χέρια του και έβαλε το στόμα του πάνω στο κατακόκκινο, φουσκωμένο, γεμάτο σπέρμα μουνί μου. Με έγλειψε αργά, βαθιά, ρουφώντας τα κοινά μας χυμούς, καθαρίζοντάς με με τη γλώσσα ενώ εγώ έτρεμα και τον κρατούσα από τα μαλλιά, βγάζοντας μικρές, σπασμένες κραυγές.
Όταν τελείωσε, σηκώθηκε και με φίλησε. Του έδωσα πίσω τη γεύση και των δυο μας. Το στόμα του μύριζε σεξ και εγώ ήμουν ακόμα μισοανοιχτή, με τα υγρά μας να κυλούν στους μηρούς μου.
«Αυτό ήταν το αντίο που μας άξιζε», ψιθύρισε με βραχνή φωνή.
Χαμογέλασα, ακόμα λαχανιασμένη, με τα πόδια μου να τρέμουν.
«Το επόμενο αντίο… να είναι σε δέκα χρόνια. Και να με γαμήσεις ακόμα πιο άγρια».
Σου άρεσε;
Γίνε ο πρώτος που βαθμολογεί

