EN

Η αντίσταση στην πασχαλινή έλξη

Η αντίσταση στην πασχαλινή έλξη
Φωτογραφία: Pexels

«Μην το κάνεις, θα μετανιώσεις» μου είχε πει η ξαδέρφη μου όταν της τηλεφώνησα ότι θα πήγαινα στο χωριό. Δεν το ξέχασα ούτε όταν έφτασα στη θεία μου τη Μεγάλη Πέμπτη το μεσημέρι.

Βοήθησα να καθαρίσουμε το σπίτι, να πλύνουμε τα τζάμια και να στρώσουμε τα σεντόνια που μύριζαν ακόμα χειμώνα. Η θεία μιλούσε ασταμάτητα για το τι έπρεπε να γίνει μέχρι την Κυριακή. Εγώ έκανα ό,τι μου έλεγε χωρίς να σκέφτομαι. Το απόγευμα όμως μου είπε να πάω στο μαγαζί για γάλα και ψωμί. Πήρα το αυτοκίνητο και κατέβηκα στον κεντρικό δρόμο.

Το μαγαζί ήταν λίγο πιο κάτω από το συνεργείο. Όταν πέρασα έξω, είδα έναν άντρα με βρώμικη φόρμα γονατισμένο μπροστά από ένα παλιό τζιπ. Τα εργαλεία του ήταν απλωμένα στο χώμα. Σήκωσε το κεφάλι του όταν άκουσε τα βήματά μου. Τα μάτια του έμειναν πάνω μου μια στιγμή παραπάνω απ’ όσο έπρεπε.

«Καλησπέρα», είπε, σκουπίζοντας τα μαυρισμένα χέρια του σε ένα κουρέλι.

«Καλησπέρα», απάντησα και συνέχισα, σαν να μην είχα χρόνο.

Μέσα στο μαγαζί πήρα ό,τι χρειαζόμουν και πλήρωσα βιαστικά. Όταν βγήκα, αυτός είχε σηκωθεί και καθάριζε τα χέρια του με νερό από έναν κουβά. Με κοίταξε ξανά, πιο αργά, πιο ανοιχτά. Το βλέμμα του κατέβηκε από το πρόσωπό μου στο στήθος μου, στα πόδια μου, και μετά ανέβηκε πάλι.

«Είσαι από τα Γιάννενα ή από Αθήνα;» ρώτησε.

«Από Αθήνα. Βοηθάω τη θεία μου για το Πάσχα».

«Καλά έκανες που ήρθες. Το χωριό γεμίζει αυτές τις μέρες».

Στεκόμουν με τις σακούλες στα χέρια και ένιωθα το βλέμμα του να με γδύνει χωρίς να το κρύβει. Φορούσα μόνο ένα λεπτό φούτερ και κολάν. Ο ήλιος έπεφτε και το ύφασμα κόλλησε λίγο στο σώμα μου. Ήξερα ότι το είδε.

«Θα σε αφήσω να δουλέψεις», είπα και έκανα να φύγω.

«Αν χρειαστείς κάτι με το αυτοκίνητο, πες μου. Το συνεργείο είναι πάντα ανοιχτό τις μέρες αυτές».

Γύρισα στη θεία χωρίς να πω τίποτα. Στο δρόμο όμως σκεφτόμουν τα χέρια του μαυρισμένα από το λάδι, το πώς δεν βιάστηκε να σταθεί όρθιος όταν με είδε, το πώς με κοίταξε σαν να ήξερε ήδη ότι θα ξαναπεράσω. Κάτι μέσα μου έλεγε να μην ξαναπεράσω από εκεί. Ήξερα όμως ότι το επόμενο πρωί θα χρειαζόμουν ψωμί.

Το επόμενο πρωί κατέβηκα ξανά. Πήρα ψωμί και τυρί. Όταν βγήκα, στεκόταν έξω από το συνεργείο με τα χέρια στις τσέπες της φόρμας. Δεν πλησίασε. Απλά με χαιρέτησε με ένα νεύμα και συνέχισε να κοιτάζει τον δρόμο. Εγώ έκανα το ίδιο, αλλά μέσα μου ήξερα ότι τον περίμενα. Και ήξερα ότι το ήξερε.

Το απόγευμα της Μεγάλης Παρασκευής πήγα στην εκκλησία με τη θεία. Το χωριό ήταν γεμάτο, όλοι ντυμένοι στα μαύρα. Μέσα στο εκκλησάκι μύριζε λιβάνι και κερί. Στάθηκα λίγο πιο πίσω. Τον είδα να μπαίνει από την πλαϊνή πόρτα. Φορούσε καθαρό πουκάμισο και τζιν, τα μαλλιά του ακόμα λίγο βρεγμένα. Τα μάτια μας συναντήθηκαν για λίγα δευτερόλεπτα. Δεν χαμογέλασε. Με κοίταξε σαν να ήξερε ακριβώς ότι θα ήμουν εκεί και ότι ήδη σκεφτόμουν τι θα γινόταν αν με έπιανε.

Μετά τη λειτουργία βγήκαμε έξω. Προσπάθησα να φύγω γρήγορα με τη θεία, αλλά εκείνος περίμενε λίγο πιο κάτω, κοντά στο παλιό καφενείο.

«Έλα για έναν καφέ, αν θες. Το χωριό είναι μικρό, δεν θα σε κρατήσω πολύ».

Κάθισα. Το καφενείο ήταν σχεδόν άδειο. Παραγγείλαμε καφέδες και καθίσαμε έξω κάτω από τη λάμπα. Μίλησε για το χωριό, για τα αυτοκίνητα που έρχονταν, για το συνεργείο που δούλευε μέχρι αργά. Εγώ απαντούσα σύντομα. Δεν άφησα να ανοίξει συζήτηση για το πώς νιώθω. Όμως τα χέρια του, καθαρά τώρα, σκούπιζαν το ποτήρι. Είχε μακριά δάχτυλα, με μικρές ουλές. Δεν μπορούσα να μην τα κοιτάζω. Σκεφτόμουν πώς θα ένιωθαν πάνω μου, μέσα μου.

Όταν γέλασε με κάτι που είπα για τους Αθηναίους, η φωνή του έπεσε χαμηλότερα.

«Δεν είναι παραμύθι, αλλά δεν είναι και εύκολο να μείνεις».

Κούνησα το κεφάλι μου και άλλαξα θέμα. Ρώτησα για το τζιπ. Πίναμε σιωπηλοί. Ο άνεμος έφερνε τη μυρωδιά από τα τσουρέκια. Ένιωθα το δέρμα μου να ζεσταίνεται στο σημείο που το φως της λάμπας έπεφτε πάνω του. Ήθελα να σηκωθώ. Ήθελα και να μείνω.

«Πρέπει να γυρίσω. Η θεία με περιμένει».

Σηκώθηκε μαζί μου. Δεν προσπάθησε να με κρατήσει.

«Αν θες να περάσεις αύριο το πρωί, το μαγαζί είναι ανοιχτό».

Τον ευχαρίστησα και έφυγα πιο γρήγορα απ’ όσο συνήθως. Στο δρόμο τα χέρια μου ήταν κρύα, αλλά στο στομάχι μου υπήρχε εκείνη η σφίξη που δεν έφευγε. Ήξερα ότι μετά την Ανάσταση θα ήταν πιο δύσκολο να φύγω νωρίς.

Το βράδυ της Ανάστασης, μετά τη λειτουργία και τα πυροτεχνήματα, τον είδα να περιμένει λίγο πιο έξω από την πλατεία. Δεν είπε τίποτα. Με κοίταξε και ξεκίνησε να περπατάει προς το μονοπάτι που έβγαινε από το χωριό. Τον ακολούθησα χωρίς να ρωτήσω. Τα πόδια μου ένιωθαν βαριά, σαν να ήξεραν ήδη τι θα γινόταν.

Περπατήσαμε σιωπηλοί μακριά από τα φώτα. Το χωράφι ήταν σκοτεινό, μύριζε χορτάρι και υγρασία. Σταμάτησε κάτω από μια συκιά και γύρισε προς το μέρος μου.

«Θα φύγεις αύριο», είπε.

Τον πλησίασα. Τα χέρια του με άγγιξαν πρώτα στους γοφούς, σταθερά, σαν να με ζύγιζε. Με τράβηξε απότομα πάνω του και με φίλησε βαθιά, σκληρά. Τα δόντια μας χτύπησαν. Η γλώσσα του μπήκε στο στόμα μου αμέσως, επιθετικά. Ένιωσα τη γεύση του καφέ και κάτι πιο βαρύ, πιο αρρενωπό. Το χέρι του κατέβηκε και έσφιξε τον κώλο μου μέσα από το φόρεμα, τραβώντας με ακόμα πιο κοντά μέχρι να νιώσω το σκληρό πουλί του να πιέζει στην κοιλιά μου.

Τα ρούχα έπεσαν βιαστικά. Το πουκάμισό του, το φόρεμά μου, το σουτιέν μου. Έμεινα μόνο με το εσώρουχο. Τα χέρια του άρπαξαν τα στήθη μου, τα έσφιξαν, έπαιξαν με τις θηλές μου μέχρι να σκληρύνουν και να πονέσουν λίγο. Με έστριψε και με ακούμπησε με την πλάτη στο χορτάρι. Το έδαφος ήταν κρύο και υγρό. Το σώμα του ήταν καυτό.

Άνοιξε τα πόδια μου με τα γόνατά του και κατέβασε το χέρι του ανάμεσά τους. Τράβηξε το εσώρουχο στην άκρη και έβαλε δύο δάχτυλα μέσα μου αμέσως, χωρίς προετοιμασία. Ήμουν ήδη βρεγμένη. Τα δάχτυλά του χώθηκαν βαθιά, έσκαψαν, άνοιξαν. Μουρμούρισε χαμηλά όταν ένιωσε πόσο γλιστερή ήμουν.

«Θέλεις να σε γαμήσω εδώ σαν σκύλα;»

«Ναι», απάντησα.

Βγήκε από πάνω μου μόνο όσο χρειαζόταν για να κατεβάσει το παντελόνι του. Το πουλί του πετάχτηκε έξω, χοντρό, σκληρό, με τις φλέβες φουσκωμένες. Το άκουμπησε πάνω στην κλειτορίδα μου και το τρίψε πάνω κάτω, μουσκεύοντάς το με τα υγρά μου. Μετά το πίεσε στην είσοδο και μπήκε με μια αργή, βαθιά, αμείλικτη κίνηση μέχρι να νιώσω τους όρχεις του να ακουμπούν πάνω μου. Γέμισα απότομα. Αναστέναξα δυνατά.

Άρχισε να με γαμάει σταθερά, κάθε φορά πιο δυνατά. Τα χέρια του κρατούσαν τους μηρούς μου ανοιχτούς όσο γινόταν, σχεδόν τους λύγιζαν προς τα πίσω. Ο ήχος του δέρματός μας που χτυπούσε γέμιζε τη νύχτα. Η ανάσα του έγινε βαριά και βραχνή πάνω στο λαιμό μου.

«Γαμήσ’ με πιο δυνατά», του είπα.

Το έκανε. Άρπαξε τα χέρια μου, τα κάρφωσε πάνω από το κεφάλι μου και τα κράτησε σφιχτά με το ένα χέρι ενώ με το άλλο με κρατούσε από τον γοφό και με τραβούσε πάνω στο πουλί του σε κάθε κίνημα. Το στόμα του κατέβηκε στον λαιμό μου, δάγκωσε, ρούφηξε. Ένιωθα κάθε εκατοστό του να μπαίνει και να βγαίνει, το κεφάλι του να τρίβει βαθιά μέσα μου, τους γοφούς του να χτυπούν πάνω μου.

«Θα χύσω μέσα σου», είπε μετά από λίγο, η φωνή του σπασμένη.

«Ναι. Γέμισέ με. Θέλω να στάζει από μέσα μου».

Έσφιξε τα δόντια, έσπρωξε μέχρι το τέρμα και ήρθε με ένα βαθύ, σιωπηλό, κοφτό σπρώξιμο. Ένιωσα το σπέρμα του να χύνεται μέσα μου σε ζεστές, παχιές ρουφηξιές. Έμεινε καρφωμένος βαθιά, σφίγγοντας τους γοφούς μου, μέχρι να τελειώσει. Μετά βγήκε αργά. Το σπέρμα του άρχισε αμέσως να τρέχει από μέσα μου, ζεστό και πηχτό, να κυλάει στο εσωτερικό των μηρών μου και να στάζει στο χορτάρι.

Σηκωθήκαμε και ντυθήκαμε χωρίς πολλά λόγια. Πριν γυρίσουμε, με έπιασε πάλι από τον σβέρκο και με φίλησε πιο απαλά αυτή τη φορά, αλλά το στόμα του ακόμα μύριζε σεξ.

«Καλή Ανάσταση», είπε.

Την Κυριακή το πρωί τον είδα στο δρόμο να φορτώνει εργαλεία στο τζιπ του. Σταματήσαμε για λίγο. Κανείς δεν ανέφερε τηλέφωνα ή διευθύνσεις. Το σπέρμα του ακόμα με πόναγε λίγο ανάμεσα στα πόδια μου όταν περπατούσα.

«Να προσέχεις», είπε.

«Κι εσύ», απάντησα.

Πήρα τον δρόμο για τα Γιάννενα με τη θεία. Δεν γύρισα πίσω.

Σου άρεσε;

Γίνε ο πρώτος που βαθμολογεί

Μπορεί να σου αρέσουν

Η φαντασίωση στο παλιό ελαιώνα

Η άνοιξη στη Ρόδο μας υποδέχτηκε με ένα αεράκι που μύριζε θάλασσα και ανθισμένες πορτοκαλιές. Το αεροπλάνο προσγειώθηκε λίγο μετά τις δέκα το πρωί και μέχρι να φτάσουμε στο απομονωμένο σπίτι που είχαμε νοικιάσει, ο ήλιος…

11' ανάγνωση7 αναγνώσεις