Το μπαλκόνι με τα κόκκινα αυγά

Γνώρισα τη Ξένια το απόγευμα της Μεγάλης Πέμπτης, μόλις αφήσαμε τις βαλίτσες στο πατρικό της Μαργαρίτας.
Είχαμε μόλις τελειώσει το ξεφόρτωμα όταν είδα φως μόνο στο διπλανό μπαλκόνι. Το σπίτι ήταν σκοτεινό παντού, εκτός από εκείνη τη γωνιά που έβλεπε ακριβώς πάνω από τον κοινό τοίχο. Σταθήκαμε λίγο να πάρουμε ανάσα και τότε ακούστηκε η φωνή της.
«Καλησπέρα! Είστε οι γείτονες για το Πάσχα;»
Γύρισα και την είδα. Στεκόταν στο μπαλκόνι με ένα ποτήρι κρασί στο χέρι, φορώντας ένα λεπτό μαύρο φανελάκι και τίποτα άλλο που να φαίνεται από εκεί που ήμασταν. Τα μαλλιά της ήταν μαζεμένα ψηλά, αφημένα όπως όπως. Η Μαργαρίτα της χαμογέλασε αμέσως.
«Ναι, καλησπέρα! Είμαστε από τη Βόλο. Εσύ;»
«Ξένια. Ήρθα μόνη μου για να τραβήξω φωτογραφίες. Δεν με πειράζει η ησυχία.»
Μας ρώτησε αν είχαμε κόκκινα αυγά. Είπε ότι είχε βάψει πολλά παραπάνω από όσα χρειαζόταν και ότι αν θέλαμε μπορούσε να μας δώσει μερικά. Η Μαργαρίτα γέλασε και είπε ότι τα δικά μας ήταν ακόμα άβαφτα, οπότε θα της ήμασταν ευγνώμονες. Η Ξένια έσκυψε λίγο πάνω από το κάγκελο, μας έδειξε ένα καλαθάκι και είπε να περάσουμε από την πόρτα του κήπου να τα πάρουμε.
Πήγαμε. Όταν βγήκε έξω, κρατούσε το καλαθάκι με τα κόκκινα αυγά και ένα μπουκάλι κρασί που μόλις είχε ανοίξει. Μας έδωσε τα αυγά και μας κέρασε από το κρασί της μέσα σε πλαστικά ποτήρια. Ενώ μιλούσαμε για το πόσο όμορφα είναι τα χωριά του Πηλίου το Πάσχα, πρόσεξα κάτι. Δεν κοίταζε εμένα. Το βλέμμα της γλιστρούσε συνέχεια στη Μαργαρίτα. Στα χείλη της, στον λαιμό της, στο στήθος της που φαινόταν κάτω από το λεπτό πουλόβερ. Δεν ήταν απλώς φιλικό. Ήταν επίμονο, σχεδόν πεινασμένο. Η Μαργαρίτα το πρόσεξε κι εκείνη, το κατάλαβα από τον τρόπο που άλλαξε ελαφρά η στάση της σώματός της, σαν να τεντώθηκε λίγο περισσότερο.
Δεν είπα τίποτα. Απλά ένιωσα μια παράξενη ζέστη στο στομάχι.
Το βράδυ, μετά την εκκλησία, γυρίσαμε λίγο μετά τις δέκα. Το χωριό μύριζε λιβάνι και ανοιξιάτικο χώμα. Το μπαλκόνι της Ξένιας είχε πάλι φως. Την είδαμε να στέκεται με την κάμερα στο χέρι, να φωτογραφίζει το φεγγάρι που είχε βγει τεράστιο πάνω από τα βουνά. Σταμάτησε όταν μας άκουσε να μπαίνουμε στην αυλή.
«Πώς ήταν η λειτουργία;» ρώτησε χαμηλόφωνα.
«Ωραία. Πολύ κόσμος,» απάντησε η Μαργαρίτα.
Η Ξένια κατέβασε την κάμερα. Φορούσε τώρα μια λεπτή ρόμπα από βαμβάκι που έφτανε μέχρι τα μισά του μηρού της. Τα πόδια της ήταν γυμνά και η υφή του δέρματός της φαινόταν λαμπερή στο φως του μπαλκονιού.
«Δεν θέλετε να έρθετε λίγο εδώ να πιούμε ένα ποτήρι κρασί; Το βράδυ είναι υπέροχο. Δεν έχω κουβέντα με κανέναν δύο μέρες τώρα.»
Κοίταξα τη Μαργαρίτα. Περίμενα να πει κάτι σαν «είμαστε κουρασμένοι» ή «άλλη φορά». Αντίθετα, εκείνη χαμογέλασε και είπε:
«Γιατί όχι; Μισό λεπτό να αφήσουμε τα πράγματα και έρχουμε.»
Ανεβήκαμε τα ξύλινα σκαλιά που ένωναν τα δύο μπαλκόνια. Η Ξένια μας περίμενε με δύο ποτήρια παραπάνω. Κάτσαμε γύρω από το μικρό τραπεζάκι. Το κρασί ήταν καλό, κόκκινο και βαρύ. Μιλούσαμε για ασήμαντα πράγματα – για τις φωτογραφίες που ήθελε να τραβήξει, για το πώς είναι να δουλεύεις δασκάλα, για τα μηχανάκια που φτιάχνω. Κάποια στιγμή όμως η κουβέντα άρχισε να γίνεται πιο αργή. Η Ξένια ξανακοίταξε τη Μαργαρίτα με τον ίδιο τρόπο. Αυτή τη φορά δεν προσπάθησε να το κρύψει.
Η Μαργαρίτα δεν γύρισε το βλέμμα της. Το κράτησε. Και εγώ καθόμουν ανάμεσά τους, ένιωθα τον αέρα να βαραίνει, χωρίς να ξέρω ακριβώς τι είναι αυτό που μόλις είχε αρχίσει.
Η Ξένια γέμισε ξανά τα ποτήρια μας και είπε χαμηλόφωνα, σχεδόν σαν να μιλούσε στον εαυτό της:
«Ξέρετε… το Πάσχα εδώ πάνω έχει κάτι που με ανάβει πολύ.»
Δεν συνέχισε. Αλλά δεν χρειαζόταν. Το βλέμμα της το είπε όλα.
Και η Μαργαρίτα, αντί να αλλάξει θέμα, έσκυψε ελαφρά μπροστά και ρώτησε:
«Και τι ακριβώς σε ανάβει;»
Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι το Πάσχα αυτό δεν θα ήταν σαν τα προηγούμενα. Και ότι ό,τι κι αν επρόκειτο να γίνει, είχε ήδη αρχίσει από το πρώτο βράδυ, με τα κόκκινα αυγά και το βλέμμα που η Ξένια έριχνε στη γυναίκα μου.
Το κρασί είχε αρχίσει να χαλαρώνει τα χείλη μας. Η Ξένια γέμισε πάλι τα ποτήρια και έγειρε πίσω στην καρέκλα της. Το φως από το μικρό φανάρι του μπαλκονιού έπεφτε πάνω στο πρόσωπό της και έκανε τα μάτια της να φαίνονται ακόμα πιο σκούρα.
«Μου αρέσει να παρατηρώ ζευγάρια,» είπε ξαφνικά, χωρίς περιστροφές. «Δεν εννοώ να τους κρυφοκοιτάζω σαν τρελή. Απλά… μου αρέσει να βλέπω πώς κινούνται μαζί, πώς κοιτάζονται, πώς αγγίζονται χωρίς να το συνειδητοποιούν. Και εδώ στο Πήλιο, τις μέρες του Πάσχα, όλοι είναι λίγο πιο ανοιχτοί. Το κρασί, η Ανάσταση, η άνοιξη… με ανάβει τρελά.»
Η Μαργαρίτα δεν κοκκίνισε. Δεν χαμήλωσε το βλέμμα. Αντίθετα, έγειρε και αυτή λίγο μπροστά, σαν να μην ήθελε να χάσει ούτε λέξη.
«Και τι ακριβώς σε ανάβει;» ρώτησε πάλι, με φωνή που είχε μια ελαφριά βραχνάδα από το κρασί. «Το να τους βλέπεις να φιλούνται; Να αγγίζονται; Ή πιο πολύ;»
Η Ξένια χαμογέλασε αργά. Έφερε το ποτήρι στα χείλη της, ήπιε μια γουλιά και μετά το άφησε κάτω.
«Όλα. Μου αρέσει να βλέπω πώς η γυναίκα αφήνεται, πώς ο άντρας προσπαθεί να κρατήσει τον έλεγχο και τελικά χάνεται κι αυτός. Μου αρέσει όταν η επιθυμία είναι τόσο φανερή που δεν χωράει πια μέσα στα ρούχα.»
Κοίταξα τη Μαργαρίτα. Τα μάγουλά της είχαν πάρει ένα ελαφρύ κόκκινο, αλλά όχι από ντροπή. Ήταν από ενθουσιασμό. Το κατάλαβα από τον τρόπο που τα δάχτυλά της έσφιγγαν το πόδι του ποτηριού.
«Και εμάς… μας έχεις παρατηρήσει;» ρώτησε η Μαργαρίτα χωρίς να διστάσει.
Η Ξένια κούνησε το κεφάλι της αργά.
«Από την πρώτη στιγμή που φτάσατε. Σου κοιτάζω τα χείλη όταν μιλάς, Μαργαρίτα. Και τον τρόπο που ο Κωνσταντής σε κοιτάζει όταν νομίζει ότι δεν τον βλέπει κανείς. Είναι πολύ όμορφο. Και πολύ ερεθιστικό.»
Δεν ήξερα τι να πω. Το σώμα μου είχε αρχίσει να αντιδρά από μόνο του. Ένιωθα το πουλί μου να σκληραίνει μέσα στο παντελόνι μόνο και μόνο από τον τρόπο που μιλούσαν οι δυο τους. Η Ξένια το πρόσεξε. Το βλέμμα της κατέβηκε για μια στιγμή ανάμεσα στα πόδια μου και μετά γύρισε πάλι στη Μαργαρίτα.
«Αύριο το απόγευμα θα κάνω ντους έξω, στον κήπο. Έχει ένα ντουζάκι εκεί πίσω από τα δέντρα, βλέπει ακριβώς στο μπαλκόνι σας. Αν θέλετε… να μου κάνετε παρέα. Να με κοιτάτε. Δεν θα κρυφτώ. Θα σας μιλάω όλη την ώρα.»
Η Μαργαρίτα γύρισε και με κοίταξε. Τα μάτια της έλαμπαν. Δεν υπήρχε ίχνος αμφιβολίας εκεί μέσα.
«Ναι,» είπε, πριν προλάβω να ανοίξω το στόμα μου. «Θα είμαστε εκεί.»
Η Ξένια χαμογέλασε ικανοποιημένη. Δεν είπε τίποτα άλλο. Απλά σήκωσε το ποτήρι της και ήπιαμε όλοι σιωπηλοί, σαν να είχαμε μόλις κλείσει κάποιο συμβόλαιο που δεν χωρούσε πια ανακλήσεις.
Την επόμενη μέρα, Μεγάλη Παρασκευή, ο ήλιος έπεφτε ακόμα δυνατός γύρω στις έξι το απόγευμα. Είχαμε αφήσει το μπαλκόνι μας ανοιχτό. Καθόμασταν στις ξύλινες καρέκλες με καφέ στα χέρια, τάχα ότι απλά χαλαρώναμε. Η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή.
Η Ξένια βγήκε στον κήπο φορώντας μόνο μια λευκή πετσέτα τυλιγμένη γύρω από το σώμα της. Μας κοίταξε από κάτω και χαμογέλασε.
«Είστε εδώ τελικά,» είπε με φυσικότητα, σαν να μιλούσε για τον καιρό.
«Είμαστε,» απάντησε η Μαργαρίτα δίπλα μου. Η φωνή της ήταν σταθερή, αλλά την ένιωθα να τρέμει ελαφρά από την έξαψη.
Η Ξένια έλυσε την πετσέτα και την άφησε να πέσει στα πόδια της. Το κορμί της ήταν λεπτό αλλά γεμάτο καμπύλες, με μικρά στήθη που τελείωναν σε σκληρές, σκούρες θηλές. Η κοιλιά της ήταν επίπεδη, με μια λεπτή γραμμή από τρίχες που κατέβαινε προς το παχύ, ξυρισμένο μουνί της. Γύρισε και άνοιξε το νερό. Το κρύο νερό την έκανε να ανατριχιάσει. Οι θηλές της σκλήρυναν ακόμα περισσότερο.
Άρχισε να σαπουνώνεται αργά, περνώντας τα χέρια της πάνω στα στήθη της, κάτω από τις μασχάλες, γύρω από τους γοφούς της. Το νερό έτρεχε πάνω της σε χοντρές σταγόνες που γλιστρούσαν στο δέρμα της και έσταζαν από τις άκρες των θηλών και από τα χείλη του μουνιού της.
«Μου αρέσει να με κοιτάνε,» είπε ενώ συνέχιζε να τρίβει το σώμα της. «Ιδιαίτερα όταν είναι ζευγάρι. Μου αρέσει να σκέφτομαι ότι ο άντρας σκληραίνει κοιτάζοντάς με και ότι η γυναίκα βρέχεται.»
Η Μαργαρίτα είχε βάλει το χέρι της πάνω στον μηρό μου. Τα δάχτυλά της έσφιγγαν δυνατά. Δεν μιλούσε. Απλά κοιτούσε.
«Μαργαρίτα,» είπε η Ξένια και γύρισε να μας κοιτάξει κατάματα, ενώ το νερό συνέχιζε να πέφτει πάνω της. «Σου αρέσει αυτό που βλέπεις;»
«Ναι,» απάντησε η γυναίκα μου χωρίς δισταγμό. «Πολύ.»
Η Ξένια χαμογέλασε. Έφερε το χέρι της ανάμεσα στα πόδια της και άνοιξε ελαφρά τα χείλη του μουνιού της, δείχνοντάς μας το ροζ, γυαλιστερό εσωτερικό.
«Θέλω να μου πεις αύριο πόσο βράχηκες σήμερα που με κοιτούσες,» είπε ήρεμα. «Και θέλω να μου πεις αν ο Κωνσταντής σε έπαιξε μετά που θα φύγω.»
Δεν περιμέναμε να πει τίποτα άλλο. Το νερό συνέχιζε να τρέχει, το σώμα της έλαμπε, και εμείς καθόμασταν εκεί, με τα χέρια μας να τρέμουν και τα κορμιά μας να καίνε, περιμένοντας τι θα γινόταν το βράδυ της Ανάστασης. Δεν μιλούσαμε πια. Δεν χρειαζόταν. Το μόνο που ακουγόταν ήταν το νερό που έπεφτε και ο ήχος της ανάσας μας που είχε γίνει πιο βαριά.
Το βράδυ της Ανάστασης, μετά το ψήσιμο του αρνιού, η Ξένια ήρθε στο σπίτι μας με ένα μπουκάλι τσίπουρο. Φορούσε ένα λεπτό μαύρο φόρεμα που έπεφτε ελεύθερα πάνω της και κρατούσε το μπουκάλι σαν να ήταν το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο. Η Μαργαρίτα την υποδέχτηκε με ένα χαμόγελο που δεν της είχα ξαναδεί – λίγο νευρικό, λίγο πεινασμένο. Κάτσαμε στο τραπέζι της αυλής, κάτω από το φως του γλόμπου, και το τσίπουρο άρχισε να κυλάει γρήγορα.
Δεν θυμάμαι ποιος είπε την πρώτη βαριά κουβέντα. Ξαφνικά η Μαργαρίτα σηκώθηκε, έσκυψε πάνω από το τραπέζι και φίλησε τη Ξένια κατευθείαν στο στόμα. Ήταν ένα φιλί βαθύ, υγρό, χωρίς δισταγμό. Η Ξένια δεν ξαφνιάστηκε καθόλου. Απλά άνοιξε τα χείλη της και άφησε τη γλώσσα της να μπλεχτεί με της Μαργαρίτας. Εγώ κάθισα εκεί, με το ποτήρι στο χέρι, και ένιωσα το πουλί μου να σκληραίνει μέσα στο παντελόνι σαν να είχε δική του ζωή.
«Κοίτα μας,» μου είπε η Μαργαρίτα όταν χώρισαν για να πάρουν ανάσα. Η φωνή της ήταν βραχνή. «Κοίτα τι κάνουμε και άγγιζέ μας.»
Πλησίασα. Η Ξένια με τράβηξε κοντά της και με φίλησε ενώ η Μαργαρίτα έβγαζε το φόρεμά της. Δεν φορούσε τίποτα από κάτω. Τα χέρια μου έπεσαν αυτόματα πάνω στα στήθη της Μαργαρίτας, μετά στη μέση της Ξένιας, μετά ανάμεσα στα πόδια και των δύο. Ένιωθα τα μουνιά τους και τα δύο βρεγμένα, ζεστά, διαφορετικά. Το ένα πιο σφιχτό και ξυρισμένο, το άλλο πιο μαλακό και με λίγες τρίχες.
Η Ξένια μας οδήγησε μέσα, στο μεγάλο κρεβάτι. «Θέλω να με γλείψεις ενώ ο άντρας σου σε πηδάει,» είπε στη Μαργαρίτα με ήρεμη φωνή, σαν να έδινε οδηγίες για μια φωτογράφιση. Η Μαργαρίτα γονάτισε ανάμεσα στα πόδια της χωρίς δεύτερη κουβέντα. Άκουσα τη γλώσσα της να γλύφει τα χείλη και την κλειτορίδα της Ξένιας με θόρυβο, υγρό, λαιμαργο. Η Ξένια άνοιξε πιο πολύ τα πόδια της και μου έκανε νόημα να μπω πίσω από τη γυναίκα μου.
Μπήκα μέσα στη Μαργαρίτα με μία κίνηση. Ήταν τόσο βρεγμένη που γλίστρησα μέχρι τον πάτο αμέσως. Εκείνη έβγαλε έναν βαθύ ήχο μέσα στο μουνί της Ξένιας και συνέχισε να τη γλείφει πιο άγρια. Δεν την είχα δει ποτέ έτσι. Έσπρωχνε το κεφάλι της ανάμεσα στα πόδια της Ξένιας σαν να ήθελε να την καταπιεί ολόκληρη, ενώ ο κώλος της ανεβοκατέβαινε πάνω στο πουλί μου με δύναμη.
«Πιο δυνατά,» ψιθύρισε η Ξένια. «Γλείψε με πιο βαθιά.»
Η Μαργαρίτα υπάκουσε. Έβαλε δύο δάχτυλα μέσα της και άρχισε να τα κουνάει γρήγορα ενώ με το στόμα της έπαιζε την κλειτορίδα. Η Ξένια άρχισε να τρέμει. Τα πόδια της κλείδωσαν γύρω από το κεφάλι της Μαργαρίτας και ήρθε με ένα μακρύ, χαμηλό βογκητό, πιέζοντας το μουνί της πάνω στο πρόσωπο της γυναίκας μου μέχρι που τα χείλη της έγιναν γυαλιστερά από τα υγρά.
Μετά γύρισαν και οι δύο πάνω μου. Με έβαλαν ξαπλωμένο και άρχισαν να με πιάνουν και οι δύο μαζί. Η Μαργαρίτα καθάλησε το πρόσωπό μου ενώ η Ξένια κάθισε πάνω στο πουλί μου ανάποδα, με την πλάτη προς τα εμένα. Ένιωθα τη ζεστή, σφιχτή της πυγή να κατεβαίνει και να ανεβαίνει, ενώ τα χείλη της γυναίκας μου άνοιγαν πάνω στη γλώσσα μου. Έγλυφα το μουνί της Μαργαρίτας με μανία, ρουφούσα τα χείλη της, έμπηγνα τη γλώσσα μου μέσα της όσο πιο βαθιά μπορούσα.
Άλλαξαν θέσεις δύο ακόμα φορές. Σε κάποια στιγμή η Ξένια γονάτισε δίπλα μας και άρχισε να γλείφει την κλειτορίδα της Μαργαρίτας ενώ εγώ την πήγαινα από πίσω. Η Μαργαρίτα ούρλιαζε. Δεν την είχα ακούσει ποτέ να βγάζει τέτοιους ήχους. Έτρεμε ολόκληρη, τα χέρια της έσφιγγαν τα σεντόνια και ήρθε τόσο δυνατά που ένιωσα τα υγρά της να τρέχουν πάνω στον μηρό μου.
Τελικά ξάπλωσα ανάσκελα και τις άφησα να με καβαλήσουν μαζί. Η Ξένια καθόταν πάνω στο πουλί μου, ανεβοκατεβαίνοντας αργά και βαθιά, ενώ η Μαργαρίτα καθόταν πάνω στο πρόσωπό μου και γύριζε το κεφάλι της για να φιλάει τη Ξένια. Τα χέρια τους ήταν παντού – στα στήθη η μία της άλλης, στα μαλλιά, στα κώλα. Ένιωθα ότι δεν άντεχα άλλο.
«Θέλω να τελειώσεις μέσα της,» μου είπε η Μαργαρίτα με φωνή που έτρεμε. «Γέμισέ την.»
Η Ξένια άρχισε να κουνιέται πιο γρήγορα, πιο άγρια. Τα τοιχώματά της με έσφιγγαν σαν να με αρμέγουν. Δεν κράτησα άλλο. Έσπασα μέσα της με δυνατά, βαθιά σπρώξιματα, γεμίζοντάς την μέχρι που ένιωσα το σπέρμα μου να ξεχειλίζει και να τρέχει κάτω στα αρχίδια μου. Η Μαργαρίτα ήρθε για δεύτερη φορά πάνω στο στόμα μου την ίδια στιγμή, τρέμοντας και ψιθυρίζοντας βρισιές που δεν της είχα ξανακούσει.
Μετά πέσαμε και οι τρεις ιδρωμένοι, μπλεγμένοι, γελαστοί. Το δωμάτιο μύριζε σεξ, τσίπουρο και κερί από τις λαμπάδες. Η Ξένια φίλησε τη Μαργαρίτα απαλά στα χείλη, μετά εμένα, και ψιθύρισε:
«Καλό Πάσχα.»
Έφυγε λίγο πριν τα ξημερώματα. Εμείς μείναμε στο κρεβάτι, αγκαλιασμένοι, χωρίς να μιλάμε πολύ. Από τότε, κάθε φορά που βλέπουμε κόκκινα αυγά στο τραπέζι, η Μαργαρίτα μου ρίχνει εκείνο το βλέμμα. Δεν λέμε τίποτα. Απλά χαμογελάμε και ξέρουμε και οι δύο ακριβώς τι σκεφτόμαστε. Και ανατριχιάζω ολόκληρος.
Σου άρεσε;
Γίνε ο πρώτος που βαθμολογεί

