Απόκριες στο χωριό του Πηλίου

Φόρτωσα το τελευταίο κιβώτιο με τις μπύρες στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου πριν φύγω από την Αθήνα, γιατί ήξερα ότι στο χωριό το βράδυ οι τιμές ανεβαίνουν και δεν ήθελα να ψάχνω προμηθευτές τελευταία στιγμή. Ο δρόμος μέχρι το Πήλιο ήταν ήσυχος, μόνο μερικά φορτηγά με καυσόξυλα και ένα-δυο τουριστικά αμάξια με πινακίδες από Γερμανία. Όταν έφτασα, το ρολόι στο ταμπλό έδειχνε τέσσερις και τέταρτο. Πάρκαρα όπως έβρισκα, μπροστά στο διπλανό σπίτι που συνήθως νοίκιαζαν κάθε χειμώνα, γιατί το δικό μου ήταν πιο πέρα και δεν ήθελα να κουβαλάω τα πράγματα μακριά. Έσβησα τη μηχανή, άνοιξα την πόρτα και τέντωσα τα πόδια μου έξω στο χώμα.
Βγήκε από το σπίτι μια γυναίκα με σκούρο μπουφάν και τζιν, με τα μαλλιά μαζεμένα σε κότσο. Στάθηκε στην αυλόπορτα και με κοίταξε στραβά.
«Μπορείς να μετακινήσεις το αμάξι σου;» είπε δυνατά, χωρίς χαιρετισμό. «Εδώ παρκάρω εγώ.»
Γύρισα το κεφάλι μου προς το μέρος της. «Δεν βλέπω σήμανση,» απάντησα, και η φωνή μου βγήκε πιο ψυχρή από ό,τι περίμενα. «Δεν ξέρω πού παρκάρεις συνήθως.»
Έκανε μερικά βήματα μπροστά. «Εγώ μένω εδώ από τον Ιανουάριο. Κάθε μέρα παρκάρω ακριβώς εδώ για να μην κουβαλάω φωτογραφικό εξοπλισμό στον χωματόδρομο. Το αμάξι σου μου κόβει την πρόσβαση.»
Στάθηκα όρθιος και έσφιξα τα κλειδιά στην τσέπη μου. «Το χωριό δεν έχει σημαδεμένες θέσεις. Αν ήθελες αποκλειστικότητα, θα έπρεπε να το είχες πει στον ιδιοκτήτη όταν νοίκιαζες.»
Αναστέναξε βαθιά και έβαλε τα χέρια στις τσέπες του μπουφάν. «Δεν είναι αποκλειστικότητα, είναι κοινή λογική. Έχω ήδη δυο τρίποδα και δύο τσάντες με κάμερες να βγάλω έξω. Δεν θέλω να τα σέρνω γύρω-γύρω.»
Κοίταξα το αυτοκίνητό μου. Ήταν παρκαρισμένο ίσια, ούτε μισό μέτρο έξω από τη γραμμή του δικού της τοίχου. «Θα το μετακινήσω όταν ξεφορτώσω,» είπα. «Δεν θα κάτσω εδώ όλη μέρα.»
Εκείνη έμεινε σιωπηλή για λίγα δευτερόλεπτα, μετά έστρεψε το βλέμμα της στο κιβώτιο με τις μπύρες. «Ταβέρνα έχεις;» ρώτησε, πιο ήρεμα αυτή τη φορά.
«Ναι.»
«Καλό. Εγώ φωτογραφίζω για τους τουρίστες που έρχονται το καλοκαίρι. Αν μας βολέψει να μη τσακωνόμαστε για το πάρκινγκ κάθε φορά που φυσάει, τόσο το καλύτερο.»
Δεν απάντησα. Άνοιξα την πίσω πόρτα και άρχισα να βγάζω τις τσάντες μου. Άκουσα την πόρτα της να κλείνει από πίσω μου, αλλά όχι με δύναμη. Το χωριό ήταν ήσυχο, μόνο ακούγονταν κάποιες φωνές πιο κάτω από το καφενείο όπου ετοιμάζονταν για το βράδυ. Πήρα το πρώτο κιβώτιο και το πήγα μέχρι την αυλή μου, ενώ το μυαλό μου είχε μείνει στην κουβέντα. Δεν ήξερα αν θα την έβλεπα ξανά το ίδιο βράδυ ή αν θα έμενε κλεισμένη μέσα με τις φωτογραφικές της. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι δεν θα παρκάριζα ξανά ακριβώς εκεί αν δεν χρειαζόταν.
Το βράδυ το χωριό είχε γεμίσει με κόσμο. Οι περισσότεροι φορούσαν ακόμα τα καθημερινά τους ρούχα, αλλά υπήρχαν και μερικοί με μάσκες ή καπέλα από χαρτί. Το καφενείο είχε βγάλει τραπέζια έξω και η μυρωδιά από ψητά κρέατα και τσιγάρα γέμιζε τον αέρα. Βρήκα μια θέση σε ένα μακρύ τραπέζι κοντά στον τοίχο και κάθισα με ένα πιάτο χοιρινό και πατάτες. Δίπλα μου υπήρχε μια άδεια καρέκλα. Δεν πέρασε πολλή ώρα και κάθισε εκείνη.
Η Ναταλία είχε αλλάξει το μπουφάν με ένα πιο ανοιχτόχρωμο πουλόβερ και κρατούσε ένα ποτήρι κρασί. Δεν είπαμε τίποτα στην αρχή. Τρώγαμε και κοιτάζαμε τον κόσμο που περνούσε. Κάποια στιγμή γύρισε το κεφάλι της.
«Δουλεύεις μόνο με τουρίστες το καλοκαίρι;» ρώτησε.
«Κυρίως» απάντησα. «Τον χειμώνα πέφτει πολύ, αλλά μερικοί ντόπιοι έρχονται ακόμα για φαγητό. Εσύ;»
«Φωτογραφίζω γάμους, βαπτίσια, μερικές φορές και οικογενειακές συναντήσεις που θέλουν να βγάλουν ωραίες εικόνες στο χωριό. Το καλοκαίρι είναι πιο εύκολο, έρχονται ξένοι και πληρώνουν καλύτερα.»
Σηκώσαμε και οι δυο το ποτήρι μας την ίδια στιγμή χωρίς να το κανονίσουμε. Το κρασί ήταν σκληρό και μου έκαψε λίγο τον λαιμό.
«Εμένα με ενοχλεί που πρέπει να είμαι ευγενικός όλη την ώρα» είπα μετά από λίγο. «Ακόμα κι όταν κάποιος έρχεται και παραγγέλνει μόνο νερό και κάθεται ώρες, δεν μπορώ να του πω τίποτα γιατί μπορεί να φέρει και άλλους.»
Εκείνη χαμογέλασε λίγο. «Εμένα με ενοχλεί που πρέπει να χαμογελάω συνέχεια και να λέω πόσο όμορφο είναι το φως. Ακόμα κι όταν βρέχει και δεν βλέπεις τίποτα. Οι πελάτες θέλουν να νομίζουν ότι είναι οι μοναδικοί που έχουν έρθει εδώ.»
Μιλήσαμε για λίγο ακόμα για το πώς αλλάζουν οι τιμές κάθε χρόνο, για τους προμηθευτές που αργούν και για το ότι το χωριό φαίνεται ήσυχο αλλά δεν είναι εύκολο να βγάλεις χρήματα όταν μένεις εδώ όλο τον χρόνο. Το φως από τα φανάρια του καφενείου έπεφτε πάνω στο τραπέζι μας και φαινόταν ότι το πρόσωπό της είχε κοκκινίσει λίγο από το κρασί.
Ξαφνικά έσβησαν τα φώτα. Όλο το χωριό έμεινε στο σκοτάδι. Ακούστηκαν λίγες φωνές και μετά σιωπή. Κάποιος είπε δυνατά ότι έφυγε το ρεύμα σε όλη την περιοχή και δεν ξέραμε πότε θα γυρίσει. Οι περισσότεροι άρχισαν να μαζεύουν τα πράγματά τους και να φεύγουν προς τα σπίτια τους με τα κινητά τους αναμμένα.
Σηκωθήκαμε και οι δυο μαζί. Περπατήσαμε δίπλα-δίπλα στον χωματόδρομο χωρίς να μιλάμε πολύ. Το φως από το τηλέφωνό μου έδειχνε μόνο λίγα μέτρα μπροστά μας. Όταν φτάσαμε στα σπίτια, σταματήσαμε μπροστά στη δική της πόρτα.
«Έχεις κεριά;» ρώτησε.
«Ναι, αλλά λίγα. Μπορείς να έρθεις να ανάψουμε μερικά στο σαλόνι σου αν θέλεις να μην κάτσεις στο σκοτάδι μόνη.»
Δεν απάντησε αμέσως. Άνοιξε την πόρτα και μπήκαμε μέσα. Το σπίτι μύριζε λίγο υγρασία και ξύλο. Βρήκαμε δύο κεριά σε ένα συρτάρι και τα ανάψαμε. Το φως ήταν αδύναμο και έριχνε μακριές σκιές στους τοίχους. Καθίσαμε στον καναπέ και συνεχίσαμε την κουβέντα από εκεί που την είχαμε αφήσει. Μιλούσε πιο αργά τώρα, για το ότι μερικές φορές νιώθει ότι οι φωτογραφίες της δεν δείχνουν τίποτα από αυτό που πραγματικά ζει το χωριό τον χειμώνα. Εγώ της είπα ότι και εγώ πολλές φορές θέλω να κλείνω την ταβέρνα νωρίτερα αλλά δεν μπορώ γιατί περιμένουν ακόμα παραγγελίες.
Το σκοτάδι έκανε τις φωνές μας πιο χαμηλές. Κάποια στιγμή τα γόνατά μας ακούμπησαν χωρίς να το καταλάβουμε αμέσως. Δεν τα απομάκρυναμε. Η ανάσα της ακουγόταν καθαρά στο δωμάτιο. Δεν υπήρχε άλλος ήχος εκτός από το κερί που έτριζε ελαφρά.
Το σκοτάδι έκανε τις φωνές μας πιο χαμηλές. Κάποια στιγμή τα γόνατά μας ακούμπησαν χωρίς να το καταλάβουμε αμέσως. Δεν τα απομάκρυναμε. Η ανάσα της ακουγόταν καθαρά στο δωμάτιο. Δεν υπήρχε άλλος ήχος εκτός από το κερί που έτριζε ελαφρά.
Κοίταξα το πρόσωπό της. Τα μάτια της ήταν μισόκλειστα, το στόμα της λίγο ανοιχτό. Άπλωσα το χέρι μου και άγγιξα το γόνατό της με τις άκρες των δαχτύλων. Δεν έκανε πίσω. Αντίθετα, το πόδι της άνοιξε ελάχιστα, αρκετά ώστε να χωρέσει το δικό μου ανάμεσα. Το δέρμα της ήταν ζεστό. Σήκωσε το κεφάλι της και με κοίταξε κατευθείαν. Δεν είπε τίποτα. Άπλωσε το χέρι της, έπιασε τον καρπό μου και τον τράβηξε πιο πάνω, προς τον μηρό της. Ένιωσα τον ζεστό μυ του ποδιού της κάτω από το ύφασμα του παντελονιού.
«Θέλεις να σταματήσω;» ρώτησα χαμηλά.
Κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Μην κάνεις ερωτήσεις», απάντησε με την ίδια χαμηλή φωνή. Με τράβηξε προς το μέρος της. Τα χείλη της άγγιξαν τα δικά μου αργά, σαν να δοκίμαζε. Μετά άνοιξε το στόμα της και η γλώσσα της μπήκε μέσα. Γεύτηκα το κρασί ακόμα στα χείλη της. Το φιλί έγινε πιο βαθύ. Τα χέρια της ήρθαν στο πρόσωπό μου, στα μαλλιά μου, και με τράβηξαν πιο κοντά.
Σηκωθήκαμε μαζί από τον καναπέ. Με οδήγησε μέσα από το σκοτάδι προς ένα διάδρομο. Το κρεβάτι ήταν σε ένα μικρό δωμάτιο με χαμηλή οροφή. Το ένα κερί το είχε βάλει στο κομοδίνο. Το φως έπεφτε πάνω στο σεντόνι που ήταν πεταμένο. Σταμάτησε μπροστά στο κρεβάτι και γύρισε προς το μέρος μου. Άρχισε να ξεκουμπώνει το πουκάμισό μου. Τα δάχτυλά της ήταν σταθερά. Το πέταξε πίσω της. Τα χέρια της άγγιξαν το στήθος μου, κατέβηκαν στην κοιλιά. Έλυσε τη ζώνη μου και κατέβασε το φερμουάρ. Το παντελόνι έπεσε στο πάτωμα. Έμεινα μόνο με το εσώρουχο. Το χέρι της πέρασε από πάνω του, ένιωσα το πουλί μου να σκληραίνει κάτω από το ύφασμα. Το έπιασε από έξω, το έσφιξε ελαφρά.
«Βγάλε και τα δικά μου», είπε.
Της σήκωσα το πουλόβερ από πάνω. Κάτω ήταν μόνο ένα λεπτό φανελάκι. Το τράβηξα και αυτό. Τα στήθη της ήταν στρογγυλά, οι θηλές σκληρές από το κρύο και την ένταση. Τα πήρα στις παλάμες μου. Τα έσφιξα. Έσκυψα και πήρα μια θηλή στο στόμα, την πίεσα με τη γλώσσα. Ακούστηκε ένα μικρό βογκητό από μέσα της. Της έλυσα το παντελόνι και το κατέβασα μαζί με το σλιπ. Το μουνί της ήταν ξυρισμένο σχεδόν τελείως, μόνο μια λεπτή λωρίδα μαύρων τριχών στη μέση. Το άγγιξα με δύο δάχτυλα. Ήταν ήδη βρεγμένο. Τα δάχτυλα γλίστρησαν ανάμεσα στα χείλη του. Έμπηξα το ένα μέσα της. Ήταν ζεστό και σφιχτό. Κούνησε τους γοφούς της προς τα εμπρός.
Καθίσαμε στο κρεβάτι. Με τράβηξε να ξαπλώσω ανάσκελα. Ανέβηκε πάνω μου, με τα γόνατα εκατέρωθεν των γοφών μου. Το πουλί μου ήταν έξω από το εσώρουχο πια. Το έπιασε με το χέρι της και το έτριψε πάνω στο μουνί της, πάνω στα βρεγμένα χείλη. Ένιωσα τη ζέστη και την υγρασία του. Μετά χαμήλωσε τους γοφούς της και το δέχτηκε μέσα της αργά. Το ένιωσα να μπαίνει βαθιά, μέχρι τη βάση. Έμεινε έτσι για λίγα δευτερόλεπτα, συνηθίζοντας το. Μετά άρχισε να ανεβοκατεβαίνει, αργά, με ελεγχόμενες κινήσεις. Τα χέρια της ήταν στα στήθη μου για ισορροπία. Κάθε φορά που κατέβαινε, ένιωθα το μουνί της να σφίγγεται γύρω του.
Δεν μιλούσαμε. Μόνο η ανάσα μας ακουγόταν, βαριά και σύντομη. Έπιασα τους γοφούς της με τα χέρια μου και την καθοδήγησα να κινείται πιο βαθιά. Έσκυψε μπροστά και με φίλησε ξανά, αυτή τη φορά πιο άγρια. Τα στήθη της ακούμπησαν στο στήθος μου. Άρχισα να σπρώχνω από κάτω, να συναντώ τις κινήσεις της. Το κρεβάτι έκανε μικρούς ήχους κάτω μας. Το κερί έριχνε σκιές που κινούνταν στους τοίχους.
Μετά από λίγο γύρισε θέση. Ξάπλωσε ανάσκελα και με τράβηξε πάνω της. Άνοιξε τα πόδια της φαρδιά. Μπήκα ξανά μέσα της με μία κίνηση. Τώρα ήμουν εγώ από πάνω. Στήριξα τα χέρια μου δίπλα στο κεφάλι της και άρχισα να την γαμάω πιο σταθερά, αλλά ακόμα αργά. Κάθε φορά που έμπαινα βαθιά, ένιωθα το μουνί της να πιέζει όλο το μήκος μου. Τα χέρια της ήταν στην πλάτη μου, τα νύχια της έσκαβαν λίγο το δέρμα. Σήκωσε τους γοφούς της για να με δεχτεί καλύτερα. Το δωμάτιο μύριζε ιδρώτα και σεξ. Το δέρμα μας είχε κολλήσει εκεί που ακουμπούσαμε.
Αύξησα λίγο τον ρυθμό. Το πουλί μου έβγαινε σχεδόν μέχρι την άκρη και ξαναμπαίνοντας μέχρι τέρμα. Κάθε φορά που το έβγαζα έβλεπα πώς γλιστρούσε πάνω στα βρεγμένα χείλη της. Εκείνη άπλωσε το χέρι της ανάμεσα στα πόδια μας και άρχισε να τρίβει το μουνί της ενώ εγώ έμπαινα μέσα. Τα δάχτυλά της άγγιζαν και το πουλί μου κάθε φορά που έβγαινε. Το αισθανόμουν να σφίγγεται περισσότερο. Οι ανάσες της έγιναν πιο γρήγορες. Το σώμα της τεντώθηκε. Ένα χαμηλό βογκητό βγήκε από το στόμα της και μετά το μουνί της σφίχτηκε ρυθμικά γύρω μου. Είχε έρθει. Συνέχισα να μπαίνω μέσα της ενώ οργασμός έτρεχε ακόμα μέσα της.
Όταν ηρέμησε λίγο, γύρισα ανάσκελα και την τράβηξα να καθίσει πάνω μου ξανά. Αυτή τη φορά πήρε τον έλεγχο πλήρως. Άρχισε να ανεβοκατεβαίνει πιο γρήγορα, να στρίβει τους γοφούς της όταν έφτανε στη βάση. Τα χέρια της ήταν στα γόνατά μου για στήριξη. Κοίταζα το σώμα της να κινείται πάνω μου, τα στήθη της να ταλαντεύονται ελαφρά. Έπιασα τους γοφούς της και την τράβηξα πιο δυνατά πάνω μου. Το τέλος μου πλησίαζε. Την προειδοποίησα με ένα σφίξιμο των χεριών. Εκείνη δεν σταμάτησε. Αντίθετα, έσκυψε μπροστά, τα χείλη της κοντά στο αυτί μου.
«Μέσα», είπε απλά.
Άφησα τον εαυτό μου να έρθει. Ένιωσα το πουλί μου να παλμώνει μέσα της και το σπέρμα να βγαίνει σε δυνατούς παλμούς. Εκείνη έμεινε καρφωμένη πάνω μου μέχρι να τελειώσω εντελώς. Μετά έπεσε μπροστά, το πρόσωπό της στον λαιμό μου. Μείναμε έτσι για λίγη ώρα, το πουλί μου ακόμα μέσα της, και τα δύο μας σώματα βρεγμένα.
Όταν το πουλί μου μαλάκωσε και βγήκε από μόνο του, σηκώθηκε και πήγε στο μπάνιο. Άκουσα το νερό να τρέχει. Εγώ έμεινα ξαπλωμένος, κοιτάζοντας την οροφή. Το κερί είχε καεί σχεδόν τελείως. Όταν γύρισε, ξάπλωσε δίπλα μου χωρίς να πει τίποτα. Την αγκάλιασα από πίσω. Το σώμα της ήταν ακόμα ζεστό. Κοιμηθήκαμε έτσι, χωρίς άλλες λέξεις.
Το πρωί ξύπνησα από το φως που έμπαινε από το παράθυρο. Το ρεύμα είχε γυρίσει, αλλά δεν το είχαμε ανάψει. Η Ναταλία κοιμόταν ακόμα, με την πλάτη γυρισμένη. Σηκώθηκα σιωπηλά, βρήκα τα ρούχα μου στο πάτωμα και ντύθηκα. Έξω το χωριό είχε αρχίσει να ξυπνάει. Άνοιξα την πόρτα του σπιτιού της χωρίς να κάνω θόρυβο. Πριν φύγω κοίταξα πίσω για λίγο. Εκείνη δεν είχε κουνηθεί. Έκλεισα την πόρτα πίσω μου και πήγα στο δικό μου σπίτι. Δεν υπήρχε τίποτα να πούμε το πρωί. Το χωριό ήταν ακόμα ήσυχο και εγώ είχα δουλειά να κάνω.
Σου άρεσε;
Γίνε ο πρώτος που βαθμολογεί

