Η συνάντηση στο πάρκινγκ

Η Μαρία, 38 ετών, έβγαινε βιαστικά από το σουπερμάρκετ κρατώντας δύο βαριές σακούλες όταν η βροχή ξέσπασε ξαφνικά. Έτρεξε προς το αυτοκίνητό της στο υπόγειο πάρκινγκ, τα τακούνια της χτυπούσαν υγρά στο τσιμέντο. Δεν πρόλαβε να βγάλει τα κλειδιά όταν ένα χέρι την άρπαξε από τον καρπό.
«Μαρία;»
Γύρισε απότομα. Μπροστά της στεκόταν ο Δημήτρης, 42 ετών, ο άντρας που είχε γνωρίσει πριν από έξι χρόνια σε ένα συνέδριο στη Θεσσαλονίκη και με τον οποίο είχε περάσει ένα μοναδικό, αχόρταγο Σαββατοκύριακο. Δεν τον είχε ξαναδεί από τότε.
«Δημήτρη…» ψιθύρισε, ενώ η βροχή έτρεχε ακόμα από τα μαλλιά της.
Δεν πρόλαβαν να πουν τίποτα άλλο. Τα στόματά τους ενώθηκαν με βουλιμία, γλώσσες που μπλέκονταν άγρια, δόντια που χτυπούσαν. Εκείνος την έσπρωξε πίσω μέχρι που η πλάτη της βρήκε το κρύο μέταλλο ενός van. Τα χέρια του μπήκαν κάτω από την υγρή μπλούζα της, άρπαξαν τα βαριά, γεμάτα στήθη της, έτριψε τις σκληρές θηλές με τους αντίχειρές του. Εκείνη αναστέναξε μέσα στο στόμα του.
«Γαμήσου… πόσο μου έλειψες» μουρμούρισε εκείνος με βραχνή φωνή.
Η Μαρία δεν απάντησε. Έλυσε τη ζώνη του με τρεμάμενα δάχτυλα, κατέβασε το φερμουάρ και βούτηξε το χέρι της μέσα. Ο πούτσος του ήταν ήδη σκληρός, καυτός, φουσκωμένος. Τον έβγαλε έξω, βαρύ και χοντρό, με τις φλέβες να πάλλονται. Γονάτισε πάνω στο υγρό τσιμέντο χωρίς να νοιάζεται για τα γόνατά της.
Τον πήρε ολόκληρο στο στόμα της με μία κίνηση. Ο Δημήτρης έβγαλε έναν βαθύ, ζώο-like ήχο και άρπαξε τα μαλλιά της. Εκείνη τον έγλειφε άπληστα, γλώσσα γύρω από την κεφαλή, μετά τον κατέβαζε βαθιά μέχρι που η μύτη της ακουμπούσε στα κοντά μαλλιά στη βάση του πούτσου του. Τα αρχίδια του χτυπούσαν στο πιγούνι της κάθε φορά που τον έπαιρνε μέχρι το λαρύγγι. Τα σάλια της έτρεχαν άφθονα, γλιστρούσαν πάνω στον χοντρό καυλό και στάζαν στο πάτωμα.
«Σταμάτα… θα τελειώσω» γρύλισε εκείνος.
Δεν τον άκουσε. Συνέχισε πιο γρήγορα, πιο βαθιά, μέχρι που εκείνος την τράβηξε πάνω με δύναμη. Της σήκωσε τη φούστα μέχρι τη μέση, έσκισε το λεπτό σλιπ της και το πέταξε. Δύο δάχτυλα χώθηκαν αμέσως μέσα της. Ήταν μούσκεμα. Το μουνί της έτρεχε, τα χείλη του ήταν πρησμένα και καυτά.
«Γαμώτο… πόσο υγρή είσαι» ψιθύρισε και την γύρισε με το πρόσωπο στο van.
Η Μαρία άνοιξε τα πόδια της, έγειρε μπροστά, ακουμπώντας τα χέρια της στο κρύο μέταλλο. Ένιωσε την κεφαλή του πούτσου του να πιέζει το μουσκεμένο της μουνί, να ανοίγει τα χείλη της, να μπαίνει αργά αλλά αποφασιστικά. Όταν μπήκε μέχρι το τέλος, και οι δύο έβγαλαν ταυτόχρονα μια κραυγή.
Άρχισε να την πηδάει δυνατά. Κάθε ώθηση έβγαζε ενα υγρό, κρότο από τα κολπικά της υγρά που έτρεχαν στα μηρούς της. Τα χέρια του κρατούσαν σφιχτά τους γοφούς της, τα δάχτυλά του άφηναν κόκκινα σημάδια στο λευκό δέρμα της. Το μουνί της τον έσφιγγε, τον ρουφούσε, οι τοίχοι της τον γδέρναν κάθε φορά που έβγαινε και ξαναμπαινε.
«Πιο δυνατά…» ικέτευσε εκείνη.
Εκείνος την άρπαξε από τα μαλλιά, τράβηξε το κεφάλι της πίσω και την πήδηξε ακόμα πιο άγρια. Τα αρχίδια του χτυπούσαν ρυθμικά στη κλειτορίδα της. Η Μαρία έτρεμε ολόκληρη, τα πόδια της λύγιζαν. Ένιωθε τον οργασμό να έρχεται σαν τρένο.
«Θα τελειώσω… μη σταματάς!»
Ο Δημήτρης την πήδηξε ακόμα πιο γρήγορα, βαθιά, άγρια. Όταν την ένιωσε να σφίγγεται γύρω του σαν μέγγενη, δεν άντεξε. Με ένα βαθύ, βραχνό επιφώνημα, έχυσε μέσα της. Πυκνά, καυτά σπέρματα γέμισαν το μουνί της, ξεχείλισαν και κύλησαν στα πόδια της ενώ εκείνη έτρεμε σε έναν δυνατό, σπασμωδικό οργασμό, δαγκώνοντας το χέρι της για να μην ουρλιάξει.
Για λίγα δευτερόλεπτα έμειναν έτσι, ενωμένοι, λαχανιασμένοι, τρέμοντας.
Μετά εκείνος έβγαλε τον ακόμα σκληρό πούτσο του από μέσα της. Το σπέρμα του έτρεξε αμέσως από το κόκκινο, πρησμένο μουνί της και έσταξε στο πάτωμα του πάρκινγκ.
Η Μαρία γύρισε, τον κοίταξε στα μάτια, τα χείλη της ακόμα υγρά από τον πούτσο του.
«Δεν τελειώσαμε» είπε με βραχνή φωνή και τον τράβηξε πάλι κοντά της.
«Το ξέρω» απάντησε εκείνος και την φίλησε άγρια, ενώ η βροχή συνέχιζε να πέφτει έξω.
Σου άρεσε;
Γίνε ο πρώτος που βαθμολογεί

