Η κρυφή φλόγα στο Ναύπλιο

Η Εύη μπήκε στο λόμπι λίγο μετά τις δέκα, κλείνοντας πίσω της την πόρτα με εκείνο το χαρακτηριστικό, ελαφρύ τρίξιμο που μόνο οι παλιές ξύλινες πόρτες του ξενοδοχείου έκαναν. Το κρύο είχε κολλήσει πάνω της σαν δεύτερο δέρμα. Το μάλλινο παλτό της ήταν βρεγμένο στις άκρες, τα μαλλιά της ελαφρώς ανακατεμένα από τον βοριά και τα μάγουλά της κοκκινισμένα.
«Βασίλη, σε παρακαλώ, πες μου ότι έχεις ακόμα ζεστό τζάκι», είπε με φωνή κουρασμένη αλλά γεμάτη εκείνη την ελαφριά, βραχνή χροιά που μου άρεσε από την πρώτη στιγμή.
«Έχω και παραέχω», απάντησα, βγαίνοντας από πίσω τον πάγκο. «Και μόλις έβγαλα μια κανέλα με μέλι. Θες;»
«Θέλω τα πάντα απόψε», μου είπε και τα μάτια της έμειναν λίγο περισσότερο πάνω μου απ’ όσο χρειαζόταν.
Την οδήγησα στο μικρό σαλόνι δίπλα στο λόμπι. Το τζάκι έκαιγε δυνατά, ρίχνοντας πορτοκαλί ανταύγειες στους τοίχους με τις παλιές πέτρες. Δεν υπήρχε κανείς άλλος. Το ξενοδοχείο ήταν άδειο εκείνη την εποχή, μόνο εγώ, δύο υπάλληλοι που είχαν φύγει από ώρα και η σιωπή του χειμωνιάτικου Ναυπλίου.
Της έδωσα το φλιτζάνι. Τα δάχτυλά μας αγγίχτηκαν. Κανένας από τους δυο μας δεν τράβηξε το χέρι αμέσως. Το κράτησε εκεί, λίγο παραπάνω, σαν να δοκίμαζε το νερό.
Κάθισε στον δερμάτινο καναπέ κοντά στη φωτιά και εγώ απέναντί της, στην πολυθρόνα. Μιλούσαμε για το κάστρο, για τις εργασίες, για το κρύο που έκανε τις πέτρες να ραγίζουν. Όμως τα λόγια ήταν απλώς πρόσχημα. Τα μάτια μας έκαναν όλη τη δουλειά. Κάθε φορά που με κοιτούσε πάνω από το χείλος του φλιτζανιού, ένιωθα ένα σφίξιμο χαμηλά στην κοιλιά. Ήταν 29 χρονών, αλλά είχε εκείνο το βλέμμα ώριμης γυναίκας που ξέρει ακριβώς τι θέλει.
«Δεν φανταζόμουν ότι θα έμενα τόσο πολύ εδώ», είπε ξαφνικά, ακουμπώντας το άδειο φλιτζάνι στο τραπεζάκι. «Νόμιζα ότι θα έκανα τις μετρήσεις και θα γύριζα Αθήνα κάθε Σαββατοκύριακο. Κι όμως…»
«Κι όμως;» ρώτησα, γέρνοντας λίγο μπροστά.
«Κι όμως κάθε βράδυ βρίσκω δικαιολογία να μείνω λίγο παραπάνω στην πόλη.»
Η φωνή της είχε κατέβει τόνο. Ο αέρας ανάμεσά μας έγινε πυκνός. Σηκώθηκα και πήγα να βάλω άλλο ένα κούτσουρο στο τζάκι. Όταν γύρισα, εκείνη είχε σηκωθεί κι αυτή. Στεκόμασταν πολύ κοντά. Το άρωμά της, κάτι ανάμεσα σε βανίλια και υγρή γη από τις εργασίες στο κάστρο, με πλημμύρισε.
«Βασίλη…» ψιθύρισε.
Δεν απάντησα. Απλώς άπλωσα το χέρι και έβαλα μια τούφα μαλλί πίσω από το αυτί της. Το δάχτυλό μου άγγιξε τον λαιμό της. Η ανάσα της κόπηκε.
Τότε έγειρε προς τα εμένα. Τα χείλη μας ενώθηκαν χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς δισταγμό. Το φιλί ήταν αρχικά απαλό, σχεδόν διστακτικό, σαν να δοκιμάζαμε αν επιτρέπεται αυτό που μόλις ξεκινούσε. Μετά έγινε πιο βαθύ. Η γλώσσα της μπήκε μέσα στο στόμα μου με πείνα και εγώ της ανταπέδωσα με την ίδια δύναμη. Τα χέρια της μπήκαν κάτω από το πουλόβερ μου, κρύα ακόμα από το κρύο έξω, και έτρεξαν στην πλάτη μου. Τα δικά μου κατέβηκαν στη μέση της, την τράβηξα πάνω μου και ένιωσα το σώμα της να κολλάει στο δικό μου.
«Γαμώτο…» μουρμούρισε μέσα στο στόμα μου όταν πήρα μια βαθιά ανάσα.
Δεν μιλούσαμε πια. Μόνο ανάσες, ήχοι από χείλη που δαγκώνονταν και γλώσσες που χόρευαν. Την πίεσα ανάποδα στον τοίχο δίπλα στο τζάκι. Το φως της φωτιάς έπαιζε στο πρόσωπό της. Τα μάτια της ήταν μισόκλειστα, γεμάτα επιθυμία. Το χέρι μου ανέβηκε και χούφτωσε το αριστερό της βυζί πάνω από το πουλόβερ. Ήταν σκληρό, γεμάτο, και η θηλή της είχε ήδη σηκωθεί.
«Θέλω να σε γαμήσω από την πρώτη στιγμή που σε είδα», της είπα χαμηλόφωνα, σχεδόν μέσα στο αυτί της.
«Τότε γιατί άργησες τόσο;» απάντησε και δάγκωσε τον λοβό μου.
Το φιλί έγινε πιο άγριο. Τα χέρια μας άρχισαν να ψάχνουν κουμπιά, φερμουάρ, να τραβάνε ρούχα. Το πουλόβερ της πέταξα στον καναπέ. Το δικό μου πουκάμισο έπεσε δίπλα. Το δέρμα της ήταν καυτό παρά το κρύο που είχε φέρει μαζί της. Έσκυψα και πήρα τη θηλή της μέσα στο στόμα μου, την έγλειψα, την τσίμπησα ελαφρά με τα δόντια. Εκείνη έβγαλε έναν βαθύ ήχο από τον λαιμό της και έμπηξε τα νύχια στην πλάτη μου.
«Βασίλη… μη σταματήσεις…» ψιθύρισε.
Δεν σκόπευα να σταματήσω. Το χέρι μου κατέβηκε, ξεκούμπωσε το παντελόνι της και μπήκε μέσα. Τα δάχτυλά μου βρήκαν το μουνί της ήδη μουσκεμένο. Το άγγιξα απαλά στην αρχή, μετά πιο αποφασιστικά, κυκλώνοντας την κλειτορίδα της ενώ εκείνη έτριβε το κορμί της πάνω μου.
Η σιωπή του άδειου ξενοδοχείου έσπαγε μόνο από τους ήχους μας – βαριές ανάσες, υγρά φιλιά, τον ήχο των δαχτύλων μου που έμπαιναν μέσα της και έβγαιναν ρυθμικά.
Δεν ξέραμε ακόμα πού θα έφτανε αυτό. Δεν μιλούσαμε για αρραβώνες, για σκανδάλους, για το αύριο. Εκείνη τη στιγμή υπήρχε μόνο η φωτιά, το κρύο έξω από τα τζάμια, και δυο κορμιά που είχαν ανάψει τόσο δυνατά που δεν μπορούσαν πια να σβήσουν.
Οι επόμενες εβδομάδες μετατράπηκαν σε ένα παιχνίδι κρυφτού που μας έκαιγε και τους δυο. Στέλναμε μηνύματα μόνο αργά το βράδυ, όταν ήξερα ότι οι υπάλληλοι είχαν φύγει και το ξενοδοχείο είχε βυθιστεί στη σιωπή. «Είμαι μόνος» της έγραφα. «Έλα». Δέκα λεπτά μετά άκουγα τα αθόρυβα βήματά της στην εξωτερική σκάλα που οδηγούσε κατευθείαν στο δωμάτιό μου.
Η πρώτη φορά που ήρθε κανονικά μέσα στο δωμάτιο, έκλεισα την πόρτα και την κόλλησα πάνω της πριν προλάβει να βγάλει το μαντίλι από τα μαλλιά της. Την φίλησα άγρια, σαν να είχαμε να ιδωθούμε μήνες. Τα χέρια της έλυσαν γρήγορα τη ζώνη μου ενώ εγώ της κατέβαζα το τζιν μαζί με το σλιπ.
«Γάμησέ με δυνατά απόψε», μου ψιθύρισε στο αυτί. «Δεν άντεχα άλλο να σκέφτομαι τον πούτσο σου».
Την έριξα στο κρεβάτι ανάσκελα, της άνοιξα τα πόδια και βούτηξα το στόμα μου ανάμεσά τους. Την έγλειφα με όλη μου την πείνα, ρουφώντας την κλειτορίδα της, βάζοντας δύο δάχτυλα βαθιά μέσα της και κινούμενος γρήγορα. Εκείνη έσφιγγε τα σεντόνια, σήκωνε τη λεκάνη της και έβγαζε εκείνους τους πνιχτούς ήχους που με τρέλαιναν.
«Γλείψε με… ναι εκεί… γαμώτο, θα έρθω…»
Έφτασε με σπασμούς, πιέζοντας το μουνί της στο πρόσωπό μου. Δεν της άφησα χρόνο να συνέλθει. Την γύρισα μπρούμυτα, της σήκωσα τους γοφούς και μπήκα μέσα της με μία δυνατή ώθηση. Ήταν καυτή και μουσκεμένη. Γαμιόμασταν άγρια, το κρεβάτι χτυπούσε στον τοίχο και εκείνη έκρυβε το πρόσωπό της στο μαξιλάρι για να μην ακουστούμε.
«Πιο δυνατά… γάμησέ με σαν να είναι η τελευταία φορά», έλεγε με φωνή σπασμένη.
Όταν ένιωσα ότι δεν άντεχα άλλο, βγήκα από μέσα της, την γύρισα και της έχυσα πάνω στα βυζιά και στον λαιμό της. Εκείνη άπλωσε τα δάχτυλά της, μάζεψε το σπέρμα μου και το έβαλε στο στόμα της κοιτάζοντάς με στα μάτια.
Δεν μέναμε μόνο στο δωμάτιο. Κάποιες νύχτες την έπαιρνα με το αμάξι μου και πηγαίναμε μέχρι το λιμάνι. Παρακάτω από το κάστρο, εκεί που δεν περνούσε ψυχή μετά τις δέκα, σταματούσαμε. Μόλις έσβηναν τα φώτα, εκείνη ξεκούμπωνε το παντελόνι μου και έσκυβε. Το τσιμπούκι της ήταν υγρό, βαθύ και άπληστο. Έπαιρνε όλο τον πούτσο μου μέχρι τον λαιμό, με έγλειφε, με ρουφούσε, ενώ τα δάχτυλά της έπαιζαν με τα αρχίδια μου. Εγώ κρατούσα τα μαλλιά της και της έλεγα πόσο καλή πουτάνα ήταν.
«Θέλεις να σε γαμήσω εδώ μέσα;» τη ρωτούσα μια νύχτα που η ανάσα μας είχε θολώσει τα τζάμια.
«Ναι… τώρα».
Κατέβηκε από το κάθισμα του οδηγού, πέρασε από πάνω μου και κάθισε καβάλα. Το μουνί της ήταν τόσο υγρό που γλίστρησε μέσα με την πρώτη. Άρχισε να ανεβοκατεβαίνει ρυθμικά, τα βυζιά της χοροπηδούσαν μπροστά στο πρόσωπό μου. Τα έπιασα και τα έσφιξα δυνατά ενώ εκείνη έτριβε την κλειτορίδα της πάνω μου.
«Μου αρέσει που είσαι κρυφός… που κανείς δεν ξέρει ότι με γαμάς κάθε βράδυ», ψιθύρισε και επιτάχυνε.
Την κράτησα από τους γοφούς και την κατέβαζα με δύναμη. Όταν έφτασε, έσφιξε τόσο πολύ που νόμιζα ότι θα με σπάσει. Δευτερόλεπτα μετά έχυσα μέσα της, βαθιά, γεμίζοντάς την μέχρι που ένιωσα το σπέρμα μου να τρέχει ανάμεσα στα πόδια μας.
Πειραματιζόμασταν όλο και περισσότερο. Μια νύχτα μου ζήτησε να της δέσω τα χέρια με τη γραβάτα μου στο κεφαλάρι και να την γαμήσω ενώ δεν μπορούσε να με αγγίξει. Άλλη φορά την πήρα από τον κώλο της, αργά στην αρχή, μετά πιο δυνατά, μέχρι που ούρλιαξε από ηδονή και έφτασε τρέμοντας ολόκληρη.
Αλλά η μυστικότητα άρχισε να μας βαραίνει. Κάθε φορά που έβλεπα κάποιον γνωστό στο δρόμο και έπρεπε να κάνουμε ότι δεν γνωριζόμαστε, κάτι μέσα μου σφιγγόταν. Εκείνη μου έλεγε για τον αρραβωνιαστικό της που άρχισε να υποψιάζεται ότι «κάτι δεν πάει καλά» στην Αθήνα. Τα μηνύματά μας έγιναν πιο σύντομα, πιο προσεκτικά. Κι όμως, όσο πιο επικίνδυνο γινόταν, τόσο πιο πολύ μας έκαιγε.
Μια νύχτα με δυνατό βοριά που σφύριζε στις στέγες, άκουσα το χτύπημα στην πόρτα μου. Άνοιξα και την είδα μουσκεμένη από τη βροχή, με τα μαλλιά κολλημένα στο πρόσωπο και τα μάτια της πιο σκοτεινά από ποτέ.
«Δεν άντεχα άλλο να περιμένω», είπε και μπήκε μέσα.
Έκλεισα την πόρτα. Το νερό έτρεχε από το μπουφάν της στο ξύλινο πάτωμα. Την κοίταξα και κατάλαβα ότι κάτι είχε αλλάξει. Δεν ήταν μόνο επιθυμία πια. Ήταν κάτι πιο βαθύ, πιο επικίνδυνο.
«Η κατάσταση στην Αθήνα… κλονίζεται», ψιθύρισε ενώ έβγαζε το μπουφάν της. «Δεν ξέρω τι κάνουμε, Βασίλη… αλλά δεν μπορώ να σταματήσω».
Δεν της απάντησα με λόγια. Την τράβηξα κοντά μου, της έβγαλα τα βρεγμένα ρούχα ένα-ένα και την οδήγησα στο κρεβάτι. Εκείνο το βράδυ δεν γαμηθήκαμε απλώς. Το κάναμε με μια ένταση που έμοιαζε με απόγνωση. Κάθε ώθηση, κάθε δάγκωμα, κάθε «γαμήσου» που βγήκε από τα χείλη μας ήταν γεμάτο από όλα όσα δεν λέγαμε.
Και ενώ το σώμα της έτρεμε κάτω από το δικό μου, κατάλαβα ότι όσο κι αν προσπαθούσαμε να κρατήσουμε αυτό το πράγμα κρυφό, η φλόγα είχε ήδη ξεφύγει από τον έλεγχό μας.
«…η φλόγα είχε ήδη ξεφύγει από τον έλεγχό μας.
Την ξάπλωσα στο κρεβάτι χωρίς να ανάψω φως. Μόνο το αμυδρό φως του δρόμου έμπαινε από τις γρίλιες και έπεφτε πάνω στο υγρό της δέρμα. Τα χείλη μου βρήκαν τον λαιμό της, κατέβηκαν στο στήθος της, ρουφήξαν τις σκληρές θηλές της που είχαν παγώσει από το κρύο. Εκείνη έβγαλε έναν βαθύ αναστεναγμό και μπλέχτηκε στα μαλλιά μου, τραβώντας με πιο δυνατά πάνω της.
«Θέλω να με γαμήσεις σαν να είναι η τελευταία φορά», ψιθύρισε με φωνή που έτρεμε.
Δεν χρειάστηκε να το πει δεύτερη φορά. Την γύρισα μπρούμυτα, της άνοιξα τα πόδια και μπήκα μέσα της με μια δυνατή ώθηση. Το μουνί της ήταν καυτό και τελείως μούσκεμα, όχι μόνο από τη βροχή. Γάμαγα βαθιά, με ρυθμό που δεν άφηνε περιθώρια για τρυφερότητα. Κάθε φορά που έμπαινα μέχρι τον πάτο, εκείνη έσφιγγε τα σεντόνια και έβγαζε κραυγές πνιγμένες στο μαξιλάρι.
«Πιο δυνατά… γάμησέ με πιο δυνατά, Βασίλη», έλεγε με φωνή σπασμένη.
Την έπιασα από τους γοφούς και την τράβηξα προς τα πίσω, χτυπώντας το κορμί μου πάνω στον κώλο της με ήχο υγρό και σαρκικό. Έγειρα πάνω της, δάγκωσα τον ώμο της, της τράβηξα τα μαλλιά. Το δωμάτιο γέμισε από τον ήχο των κορμιών μας που συγκρούονταν, από τις ανάσες μας και από τα βρόμικα λόγια που βγαίνανε μόνα τους.
«Είσαι η πουτάνα μου… μόνο δική μου», της είπα στο αυτί.
«Ναι… μόνο δική σου. Γάμα με όσο θες. Χύσε μέσα μου».
Το σεξ εκείνο το βράδυ είχε κάτι διαφορετικό. Δεν ήταν μόνο πόθος. Ήταν θυμός, φόβος, ανάγκη, όλα μαζί. Όταν έφτασε, το κορμί της τραντάχτηκε τόσο δυνατά που νόμιζα ότι θα λυγίσει. Ένιωσα τους σπασμούς της να με πιέζουν γύρω από τον πούτσο μου και δεν άντεξα. Έχυσα μέσα της με βρυχηθμό, γεμίζοντάς την με μεγάλες, καυτές ριπές ενώ εκείνη συνέχιζε να τρέμει κάτω από μένα.
Μετά μείναμε αγκαλιά, ιδρωμένοι και λαχανιασμένοι, ακούγοντας τον βοριά που μαινόταν έξω. Το χέρι μου χάιδευε αργά την πλάτη της. Δεν μιλούσαμε για πολλή ώρα.
«Δεν θέλω να γυρίσω πίσω», είπε τελικά, τόσο σιγά που μόλις την άκουσα. «Αλλά δεν μπορώ ακόμα να τα σπάσω όλα. Δεν ξέρω τι να κάνω».
«Δεν σου ζητάω να κάνεις τίποτα», απάντησα και τη φίλησα στο μέτωπο. «Αυτό που έχουμε εδώ… είναι δικό μας. Δεν χρειάζεται να το ονομάσουμε. Δεν χρειάζεται να υποσχεθούμε τίποτα. Μόνο να συνεχίσουμε όσο αντέχουμε. Όσο μας καίει».
Σήκωσε το κεφάλι και με κοίταξε. Τα μάτια της ήταν υγρά, αλλά όχι από τη βροχή πια.
«Θέλω να σε νιώθω μέσα μου κάθε φορά που γυρίζω στο ξενοδοχείο. Θέλω να κρυβόμαστε, να τρέμουμε από φόβο μήπως μας πιάσουν, και μετά να γαμιόμαστε σαν ζώα. Αυτό θέλω τώρα. Τίποτα περισσότερο».
Χαμογέλασα πικρά και την τράβηξα πάνω μου. Το κορμί της ήταν ακόμα καυτό, το σπέρμα μου έτρεχε αργά από μέσα της και λέρωνε τους μηρούς μου.
«Τότε αυτό θα κάνουμε. Θα κρυβόμαστε. Θα σε γαμάω στο δωμάτιό μου, στο αυτοκίνητο, όπου βρούμε. Και όταν έρθει η ώρα να τελειώσει, θα τελειώσει. Αλλά μέχρι τότε… είσαι δική μου κάθε βράδυ που η πόλη κοιμάται».
Με φίλησε βαθιά, με γλώσσα και δόντια, σαν να ήθελε να με καταπιεί. Όταν αποτραβήχτηκε, ψιθύρισε στα χείλη μου:
«Τότε κλείσε την πόρτα καλά. Γιατί απόψε δεν έχω σκοπό να φύγω πριν το ξημέρωμα».
Έξω ο βοριάς συνέχιζε να ουρλιάζει, αλλά μέσα στο δωμάτιο η φλόγα είχε πια μετατραπεί σε φωτιά που έκαιγε αργά, επίμονα και χωρίς καμία διάθεση να σβήσει σύντομα.
Και οι δυο μας ξέραμε ότι, όσο κι αν προσπαθούσαμε να πείσουμε τον εαυτό μας ότι ήταν μόνο σώματα και πόθος, η κρυφή αυτή φλόγα στο Ναύπλιο είχε αρχίσει να καίει πολύ πιο βαθιά από ό,τι θα θέλαμε να παραδεχτούμε.
Αλλά εκείνη τη στιγμή, με το κορμί της γυμνό πάνω στο δικό μου και τον ήχο της βροχής στο τζάμι, δεν μας ένοιαζε καθόλου.
Μόνο το επόμενο άγγιγμα, η επόμενη ανάσα, η επόμενη ώθηση.
Και η υπόσχεση του επόμενου κρυφού, καυτού ραντεβού.
Σου άρεσε;
Γίνε ο πρώτος που βαθμολογεί

