Η βροχή στα ράφια

Η Σοφία στεκόταν σε μια σκαλίτσα, με τα δάχτυλά της να γλιστρούν πάνω στα σκονισμένα ράφια. Το φθινοπωρινό φως που έμπαινε από τη βιτρίνα είχε πάρει μια γκρίζα απόχρωση, ενώ η βροχή είχε αρχίσει να πέφτει απαλά αλλά επίμονα, σαν να ήθελε να κλείσει τον κόσμο έξω. Τα μαλλιά της, μαζεμένα πρόχειρα σε έναν κότσο, είχαν αρχίσει να ξεφτίζουν και μερικές τούφες κολλούσαν στον σβέρκο της από την υγρασία. Φορούσε ένα απλό μαύρο πουλόβερ και ένα τζιν που της έσφιγγε τους γοφούς – τίποτα ιδιαίτερο, αλλά πάνω της έδειχνε επικίνδυνα θηλυκό.
Το κουδούνι της πόρτας ήχησε.
Γύρισε και τον είδε να μπαίνει, κλείνοντας την ομπρέλα του με μια απότομη κίνηση. Ο Γιάννης. Τον ήξερε από τις προηγούμενες φορές. Ψηλός, με εκείνο το σαρκαστικό μισό χαμόγελο που έμοιαζε πάντα να κρύβει κάτι περισσότερο. Σακάκι από βελούδο, μαύρο πουκάμισο με τα δύο πάνω κουμπιά ανοιχτά, τρεις μέρες γένια. Μύριζε βροχή και κάτι βαρύ, αρσενικό.
«Καλησπέρα, Σοφία. Δεν έχεις βάλει ακόμα θέρμανση; Εδώ μέσα έχει πιο υγρό και από έξω.»
«Γιάννη,» είπε εκείνη και κατέβηκε από τη σκαλίτσα αργά, νιώθοντας το βλέμμα του να κατηφορίζει στο σώμα της. «Ψάχνεις πάλι για εκείνο το σπάνιο Καζαντζάκη ή απλώς ήρθες να με βασανίσεις;»
Εκείνος γέλασε χαμηλόφωνα. Πλησίασε στα ράφια, τόσο κοντά που η Σοφία μύρισε την υγρασία στο σακάκι του.
«Και τα δύο. Αλλά κυρίως το δεύτερο.»
Η κουβέντα ξεκίνησε αθώα. Μίλησαν για τον Μπουκόφσκι που εκείνη είχε βάλει σε νέα θέση, για ένα παλιό αντίτυπο του «Δρόμου» που ο Γιάννης ήθελε να βρει. Όμως τα λόγια άρχισαν γρήγορα να γίνονται πιο βαριά, πιο φορτισμένα. Κάθε φορά που εκείνος έσκυβε λίγο πιο κοντά για να διαβάσει έναν τίτλο, η ανάσα του χάιδευε τον ώμο της. Κάθε φορά που εκείνη γελούσε με κάτι που έλεγε, τα μάτια του καρφώνονταν στα χείλη της.
«Ξέρεις,» είπε ο Γιάννης ενώ εκείνη τακτοποιούσε τα βιβλία του κάτω ραφιού, «όταν γράφω, φαντάζομαι συχνά μια γυναίκα σαν κι εσένα. Έξυπνη. Ήρεμη εξωτερικά. Αλλά από μέσα… καμένη.»
Η Σοφία πάγωσε για ένα δευτερόλεπτο. Ένιωσε το αίμα να ανεβαίνει στα μάγουλά της. Δεν απάντησε αμέσως. Σηκώθηκε, σκούπισε τα χέρια της στο τζιν της και τον κοίταξε στα μάτια.
«Και τι κάνει αυτή η γυναίκα στα γραπτά σου;»
«Ανοίγει τα πόδια της πάνω σε ξύλινο πάγκο βιβλιοπωλείου ενώ έξω πέφτει καταρρακτώδης βροχή,» είπε χωρίς να χαμογελάει πια. Η φωνή του ήταν χαμηλή, σχεδόν βραχνή. «Και γαμιέται σαν να μην υπάρχει αύριο.»
Η Σοφία ένιωσε ένα απότομο, καυτό κύμα να κατεβαίνει στην κοιλιά της. Τα γόνατά της μαλάκωσαν ελαφρά. Κοίταξε προς την πόρτα. Το μαγαζί ήταν άδειο. Η βροχή είχε δυναμώσει τόσο πολύ που οι σταγόνες χτυπούσαν τα τζάμια σαν να ήθελαν να μπουν μέσα.
«Δεν πρέπει…» ψιθύρισε, αλλά η φωνή της βγήκε λάθος. Δεν ακουγόταν πειστική ούτε στα δικά της αυτιά.
«Δεν πρέπει τι;» ρώτησε εκείνος και έκανε ένα βήμα ακόμα. Τώρα ήταν κολλημένοι. Το στήθος της άγγιζε σχεδόν το δικό του. «Να παραδεχτείς ότι κάθε φορά που μπαίνω εδώ, το μουνί σου υγραίνεται;»
Η Σοφία έκλεισε τα μάτια της για μια στιγμή. Ο Πέτρος. Το σπίτι. Η ήσυχη, προβλέψιμη ζωή της. Όλα αυτά έμοιαζαν ξαφνικά μακρινά, σαν να ανήκαν σε άλλη γυναίκα.
Όταν άνοιξε πάλι τα μάτια, ο Γιάννης την κοιτούσε με εκείνο το βλέμμα που δεν άφηνε περιθώρια. Την άρπαξε απαλά αλλά σταθερά από τη μέση και την σήκωσε ελαφρά, καθίζοντάς την πάνω στον ξύλινο πάγκο δίπλα στο ταμείο. Τα βιβλία που ήταν εκεί έπεσαν στο πάτωμα με θόρυβο.
«Γιάννη…» είπε εκείνη, αλλά τα χέρια της είχαν ήδη πιάσει το πουκάμισό του.
Εκείνος δεν μίλησε άλλο. Έσκυψε και την φίλησε. Δυνατά. Πεινασμένα. Η γλώσσα του μπήκε βαθιά μέσα στο στόμα της και η Σοφία αναστέναξε μέσα στο φιλί. Τα χέρια του ανέβηκαν κάτω από το πουλόβερ της, βρήκαν τα στήθη της μέσα από το λεπτό σουτιέν και τα έσφιξαν με δύναμη. Οι θηλές της σκλήρυναν αμέσως.
«Γαμώτο…» ψιθύρισε εκείνη όταν εκείνος αποτραβήχτηκε για να της βγάλει το πουλόβερ. Το σουτιέν ακολούθησε. Τα βυζιά της αναπήδησαν ελεύθερα και ο Γιάννης έσκυψε αμέσως, πήρε τη μία θηλή στο στόμα του και την ρουφήξε δυνατά.
Η Σοφία άνοιξε τα πόδια της χωρίς να το σκεφτεί. Το τζιν της ήταν ήδη βρεγμένο ανάμεσα στα σκέλια. Εκείνος κατέβασε το φερμουάρ της με μια κίνηση, έβαλε το χέρι του μέσα στο παντελόνι της και βρήκε το μουνί της καυτό και μούσκεμα.
«Μωρή μου, είσαι μούσκεμα,» μουρμούρισε με ικανοποίηση. «Από την ώρα που μπήκα, έτσι δεν είναι;»
«Ναι…» παραδέχτηκε εκείνη με τρεμάμενη φωνή. «Γάμησέ με, Γιάννη. Γρήγορα.»
Εκείνος έβγαλε τον πούτσο του. Ήταν σκληρός, χοντρός, με τις φλέβες πεταγμένες. Δεν περίμενε. Τράβηξε το τζιν και το κιλότ της μέχρι τα γόνατα, την άνοιξε διάπλατα πάνω στον πάγκο και μπήκε μέσα της με μια βαθιά, δυνατή ώθηση.
Η Σοφία άφησε ένα δυνατό βογκητό. Ένιωσε τον πούτσο του να τη γεμίζει ολόκληρη, να την ανοίγει, να χτυπάει βαθιά μέσα της. Η βροχή έπεφτε μανιασμένα έξω, σκεπάζοντας τα βογκητά της καθώς εκείνος άρχισε να την γαμάει ρυθμικά, δυνατά, με τα χέρια του να σφίγγουν τους γοφούς της.
«Πιο δυνατά,» ικέτευσε εκείνη, λες και η ενοχή είχε χαθεί μέσα στην καταιγίδα. «Γάμησέ με πιο δυνατά.»
Ο Γιάννης χαμογέλασε άγρια, την τράβηξε πιο κοντά στην άκρη του πάγκου και συνέχισε να την καρφώνει με όλη του τη δύναμη, ενώ έξω η βροχή έπνιγε τον κόσμο.
Ο Γιάννης συνέχισε να την καρφώνει με όλη του τη δύναμη, ενώ έξω η βροχή έπνιγε τον κόσμο.
Τις επόμενες μέρες η βροχή δεν σταμάτησε. Και ο Γιάννης δεν σταμάτησε να έρχεται. Κάθε απόγευμα, λίγο μετά τις πέντε, άνοιγε την πόρτα του μικρού βιβλιοπωλείου και η Σοφία ένιωθε το στομάχι της να σφίγγεται από προσμονή και ενοχή μαζί.
Η πρώτη φορά που την πήρε από πίσω ήταν Τετάρτη. Εκείνη ήταν ανεβασμένη σε μια σκαλίτσα, τακτοποιούσε τα καινούργια αστυνομικά στα ψηλά ράφια. Φορούσε ένα κοντό μαύρο φόρεμα που ανέβαινε κάθε φορά που τεντωνόταν. Δεν τον άκουσε να πλησιάζει. Ξαφνικά ένιωσε δυο δυνατά χέρια να της πιάνουν τους γοφούς και ένα σκληρό κορμί να κολλάει πίσω της.
«Μην κουνιέσαι,» της ψιθύρισε ο Γιάννης στο αυτί, με φωνή βραχνή. «Θέλω να σε γαμήσω έτσι όπως είσαι, ανάμεσα στα βιβλία σου.»
Η Σοφία έσφιξε το ράφι. «Γιάννη… η πόρτα είναι ανοιχτή…»
«Δεν με νοιάζει.» Το χέρι του χώθηκε κάτω από το φόρεμα, έσπρωξε το κιλότ της στην άκρη και βρήκε το μουνί της ήδη μούσκεμα. Δυο δάχτυλα μπήκαν μέσα της χωρίς προειδοποίηση. «Γαμώτο, Σοφία… κάθε μέρα που έρχομαι, είσαι έτοιμη να σε γαμήσω. Σαν καλή πεινασμένη πουτάνα.»
Εκείνη δάγκωσε το χείλι της για να μην βογκήσει δυνατά. Τα δάχτυλά του έμπαιναν και έβγαιναν ρυθμικά, ενώ ο αντίχειράς του έτριβε την κλειτορίδα της. Τα γόνατά της λύγισαν. Ο Γιάννης την κράτησε γερά, την έγειρε λίγο μπροστά και άνοιξε το φερμουάρ του. Ο πούτσος του βγήκε καυτός και σκληρός. Χωρίς άλλη κουβέντα, την άνοιξε και μπήκε μέσα της με μια βαθιά ώθηση.
«Αααχ…» της ξέφυγε.
«Σσσς,» γέλασε εκείνος πονηρά. «Μην κάνεις φασαρία. Θέλεις να σε ακούσουν οι γείτονες ότι σε γαμάει ο πελάτης;»
Την γάμαγε αργά αλλά βαθιά, κρατώντας τη μέση της με το ένα χέρι και το στήθος της με το άλλο. Κάθε φορά που έμπαινε μέχρι τον πάτο, της ψιθύριζε βρόμικα στο αυτί:
«Το μουνάκι σου με πιάνει τόσο σφιχτά… Σαν να πεινάει τον πούτσο μου όλη μέρα. Ο Πέτρος σου σε γαμάει έτσι; Σου λέει πόσο βρεγμένη πουτάνα είσαι;»
Η Σοφία κούνησε αρνητικά το κεφάλι, με τα μάτια κλειστά. Δεν μπορούσε να μιλήσει. Μόνο βογκούσε χαμηλά κάθε φορά που εκείνος την καρφώνε.
Το απόγευμα της Παρασκευής έκλεισαν νωρίς. Η βροχή είχε δυναμώσει τόσο που οι πελάτες είχαν εξαφανιστεί από νωρίς. Ο Γιάννης κατέβασε τα ρολά με θόρυβο ενώ η Σοφία έσβηνε τα φώτα στο πίσω μέρος. Μόλις ο τελευταίος ήχος από το ρολό σταμάτησε, εκείνος την άρπαξε από τον καρπό και την τράβηξε ανάμεσα στα ράφια της λογοτεχνίας.
Δεν υπήρχε χρόνος για φιλιά. Της σήκωσε το φόρεμα μέχρι τη μέση, κατέβασε το κιλότ της μέχρι τους αστραγάλους και την έσπρωξε να ακουμπήσει με τα χέρια στο ράφι. Η Σοφία άνοιξε τα πόδια της όσο μπορούσε. Ο Γιάννης έβγαλε τον πούτσο του και μπήκε μέσα της με μια κίνηση που της έκοψε την ανάσα.
«Να πάρει ο διάολος,» μουρμούρισε εκείνος. «Κάθε μέρα σε θέλω πιο πολύ.»
Άρχισε να τη γαμάει άγρια, βαθιά, με γρήγορες, δυνατές ώσεις. Το σώμα της τρανταζόταν. Τα βιβλία κουνιούνταν πάνω στα ράφια, κάποια έπεφταν κάτω. Η βροχή χτυπούσε μανιασμένα τα τζάμια, σκεπάζοντας τα βογκητά της Σοφίας που γίνονταν όλο και πιο δυνατά.
«Πιο δυνατά… Γάμησέ με πιο δυνατά, Γιάννη,» ικέτευε εκείνη ανάμεσα σε κοφτές ανάσες.
Εκείνος την άρπαξε από τα μαλλιά, τράβηξε το κεφάλι της προς τα πίσω και επιτάχυνε. Το χτύπημα της κοιλιάς του πάνω στον κώλο της ακουγόταν υγρό και βρόμικο.
«Θα σου γεμίσω το μουνί,» της είπε με βραχνή φωνή. «Θα χύσω μέσα σου και μετά θα γυρίσεις σπίτι στον άντρα σου με την πούτσα μου ακόμα μέσα σου. Θα καθίσεις στο τραπέζι και θα νιώθεις το σπέρμα μου να τρέχει στα πόδια σου.»
Η Σοφία έφτασε πρώτη. Το σώμα της τραντάχτηκε τόσο δυνατά που κρατήθηκε από τα ράφια για να μην πέσει. Το μουνί της σφίχτηκε γύρω του σαν μέγγενη. Ο Γιάννης γρύλισε, μπήκε μέχρι τον πάτο και έχυσε μέσα της με δυνατές, βαθιές σπασμωδικές κινήσεις, γεμίζοντάς την μέχρι την τελευταία σταγόνα.
Έμειναν έτσι για λίγο, λαχανιασμένοι, με τη βροχή να συνεχίζει να πέφτει έξω.
Αργότερα, όταν η Σοφία γύρισε σπίτι, ο Πέτρος είχε ετοιμάσει τσάι. Την φίλησε στο μάγουλο και τη ρώτησε πώς πέρασε η μέρα της. Εκείνη χαμογέλασε μηχανικά, είπε κάτι αόριστο για πολλή δουλειά και πήγε κατευθείαν στο μπάνιο. Κάθισε στην τουαλέτα και ένιωσε το σπέρμα του Γιάννη να κυλάει αργά ανάμεσα στα πόδια της.
Η ενοχή την έπνιγε. Τα χέρια της έτρεμαν. Αλλά όταν έκλεισε τα μάτια της, το μόνο που έβλεπε ήταν ο Γιάννης να την πιάνει από πίσω ανάμεσα στα βιβλία, να της ψιθυρίζει πόσο βρεγμένη πουτάνα ήταν και να τη γαμάει σαν να μην υπήρχε αύριο.
Και ήξερε ότι αύριο θα τον περίμενε πάλι.
«…Και ήξερε ότι αύριο θα τον περίμενε πάλι.»
Τη Δευτέρα το απόγευμα η βροχή είχε μετατραπεί σε καταρρακτώδη νεροποντή. Ο Γιάννης μπήκε λίγο πριν τις πέντε, κλείνοντας πίσω του την πόρτα με εκείνο το χαρακτηριστικό, σαρκαστικό χαμόγελο που της έκοβε τα γόνατα. Δεν είπαν πολλά. Μόλις η Σοφία γύρισε την ταμπέλα «Κλειστό» και κατέβασε τα ρολά μέχρι τη μέση, εκείνος την άρπαξε από τη μέση και την οδήγησε προς τη σκάλα που οδηγούσε στον μικρό πατάρι.
«Εδώ πάνω,» της είπε βραχνά. «Θέλω να σε γαμήσω όρθια, να σε κοιτάζω στα μάτια ενώ θα χύσεις.»
Η Σοφία ανέβηκε δύο σκαλιά, σταμάτησε και γύρισε προς το μέρος του. Ο Γιάννης την έσπρωξε απαλά με την πλάτη στον τοίχο, σήκωσε το φόρεμά της μέχρι τη μέση και κατέβασε το κιλότ της με μια κίνηση. Το λεπτό ύφασμα έπεσε στην τσέπη του φορέματός της. Της άνοιξε τα πόδια με το γόνατό του, έβγαλε τον σκληρό του πούτσο και τον έτριψε πάνω στο ήδη μουσκεμένο μουνί της.
«Γαμώτο, Σοφία… είσαι μούσκεμα,» μουρμούρισε και μπήκε μέσα της με μια δυνατή ώθηση.
Εκείνη δάγκωσε το χέρι της για να μην φωνάξει. Η σκάλα έτριζε κάτω από το βάρος τους. Ο Γιάννης την πήρε όρθια, βαθιά, με ρυθμό που γινόταν όλο και πιο άγριος. Κάθε φορά που έμπαινε μέχρι τον πάτο, τα βυζιά της αναπηδούσαν μέσα στο φόρεμα. Εκείνος έσκυψε, της δάγκωσε τον λαιμό και της ψιθύρισε στο αυτί:
«Πούτσα μου μέσα στο μουνί της παντρεμένης… Κάθε μέρα πιο σφιχτή γίνεσαι. Σφίξε με πιο δυνατά, έλα.»
Η Σοφία κρατούσε τα βογκητά της με δυσκολία. Κάθε σπρωξιά της έβγαζε έναν πνιχτό ήχο από το στόμα. Τα χέρια της είχαν αρπαχτεί από τους ώμους του, τα νύχια της μπήγονταν στη σάρκα του μέσα από το πουκάμισο.
«Θα… θα με ακούσουν από έξω,» ψέλλισε λαχανιασμένη.
«Δεν με νοιάζει. Άσε να σ’ ακούσουν. Θέλω να ακούσω πώς γαμιέσαι,» της απάντησε εκείνος και επιτάχυνε. Η σκάλα έτριζε πιο δυνατά. Η βροχή έξω έπεφτε σαν τύμπανο πάνω στη τζαμαρία.
Η Σοφία ένιωσε το οργασμό να τη χτυπάει σαν κύμα. Το σώμα της τινάχτηκε, το μουνί της σφίχτηκε γύρω του σε σπασμούς. Έκλεισε το στόμα της με την παλάμη της και έκλαψε από την ένταση. Ο Γιάννης γρύλισε, την κράτησε από τους γοφούς και έχυσε μέσα της με βαθιές, δυνατές σπασμωδικές κινήσεις, γεμίζοντάς την μέχρι να νιώσει το σπέρμα του να ξεχειλίζει και να κυλάει στον μηρό της.
Έμειναν λαχανιασμένοι για μερικά δευτερόλεπτα. Εκείνος τη φίλησε άγρια, δαγκώνοντας το κάτω χείλος της.
«Είσαι η καλύτερή μου απόφαση,» της είπε χαμηλόφωνα.
Η Σοφία κατέβηκε τρέμοντας τα σκαλιά. Τα μάγουλά της ήταν κατακόκκινα, τα μαλλιά της ανακατεμένα, το φόρεμα τσαλακωμένο. Το κιλότ της παρέμενε ακόμα στην τσέπη της. Μόλις πρόλαβε να ανάψει ένα φως και να ισιώσει λίγο τα ρούχα της, όταν είδε μια σκιά έξω από τη βιτρίνα.
Ο Πέτρος.
Στεκόταν κάτω από μια μαύρη ομπρέλα, χαμογελώντας αθώα, με το βλέμμα του να ψάχνει μέσα στο μισοσκότεινο μαγαζί. Χτύπησε ελαφρά το τζάμι με τα δάχτυλα.
Η Σοφία πάγωσε. Το σπέρμα του Γιάννη ακόμα έτρεχε αργά στο εσωτερικό του μηρού της. Ένιωθε το μουνί της ζεστό, πρησμένο, γεμάτο. Τα πόδια της έτρεμαν ακόμα από τον οργασμό.
Ο Γιάννης είχε κρυφτεί πίσω από το ράφι της ιστορίας, αθόρυβος, με εκείνο το επικίνδυνο χαμόγελο στα χείλη.
Η Σοφία κοίταξε τον άντρα της για μια στιγμή που της φάνηκε αιώνας. Μετά γύρισε και κοίταξε προς το μέρος όπου βρισκόταν ο Γιάννης. Τα μάτια τους συναντήθηκαν. Εκείνος σήκωσε ελαφρά το φρύδι, σαν να τη ρωτούσε: «Λοιπόν;»
Η Σοφία πήρε μια βαθιά ανάσα. Το σώμα της ακόμα μυρμήγκιαζε. Η ενοχή την έπνιγε, αλλά η λαχτάρα ήταν πιο δυνατή. Πολύ πιο δυνατή.
Πήγε προς την πόρτα, γύρισε το κλειδί και την άνοιξε λίγο.
«Πέτρο; Τι κάνεις εδώ με αυτή τη βροχή;» ρώτησε με φωνή που προσπάθησε να ακουστεί φυσιολογική.
«Σκέφτηκα να σε πάρω να πάμε για φαγητό,» είπε εκείνος χαμογελώντας. «Δεν φαίνεσαι καλά όμως. Είσαι πολύ κόκκινη. Δεν έχεις πυρετό;»
Η Σοφία χαμογέλασε αχνά.
«Μόνο η ζέστη από τα καλοριφέρ. Κλείνω σε πέντε λεπτά. Περίμενε με στο καφέ απέναντι, έρχομαι.»
Ο Πέτρος έγνεψε και απομακρύνθηκε κάτω από την ομπρέλα του.
Η Σοφία έκλεισε την πόρτα. Γύρισε και κοίταξε τον Γιάννη που είχε βγει πια από την κρυψώνα του. Τον πλησίασε αργά, τον έπιασε από το πουκάμισο και τον φίλησε με βουλιμία.
«Αύριο,» του ψιθύρισε πάνω στα χείλη του, «θα κλείσουμε μία ώρα νωρίτερα. Και θα με πάρεις όπως θες. Πάνω στο τραπέζι, στη σκάλα, στο πάτωμα. Όπου γαμήσεις.»
Ο Γιάννης χαμογέλασε ικανοποιημένος, της δάγκωσε το λοβό του αυτιού και ψιθύρισε:
«Καλώς. Και φρόντισε να μην βάλεις κιλότ αύριο.»
Η Σοφία έμεινε μόνη όταν εκείνος έφυγε από την πίσω πόρτα. Άγγιξε το ακόμα υγρό μουνί της κάτω από το φόρεμα και αναστέναξε.
Ήξερε ότι αυτό που έκανε ήταν λάθος. Ήξερε ότι κάποια στιγμή θα τους έπιαναν. Αλλά η βροχή συνέχιζε να πέφτει έξω, και μέσα της η φωτιά δεν έσβηνε.
Έβαλε το χέρι στην τσέπη της, ένιωσε το λεπτό ύφασμα του κιλοτιού της και χαμογέλασε πονηρά.
Αύριο δεν θα το φορούσε.
Και αυτό ήταν μόνο η αρχή.
Σου άρεσε;
Γίνε ο πρώτος που βαθμολογεί

