EN

Η βροχή που δεν σταμάτησε

Η βροχή που δεν σταμάτησε
Φωτογραφία: Pexels

Η βροχή είχε αρχίσει να πέφτει ψιλή και επίμονη μόλις πέρασα το κατώφλι της πόλης. Οι υαλοκαθαριστήρες χτυπούσαν ρυθμικά, σαν να με προειδοποιούσαν ότι τίποτα εδώ δεν θα ήταν εύκολο. Τα Γιάννενα με υποδέχτηκαν όπως πάντα: γκρίζα, υγρά, γεμάτα μνήμες που δεν είχαν στεγνώσει ποτέ εντελώς.

Άφησα τη βαλίτσα στο ξενοδοχείο και βγήκα να περπατήσω. Δεν ήθελα να μείνω μόνη με τις σκέψεις μου. Το νερό είχε αρχίσει να μαζεύεται σε λιμνούλες στο πεζοδρόμιο και ο αέρας μύριζε υγρή γη και καστανιές. Περπάτησα κατά μήκος της Παραλίμνιας, με τα χέρια μέσα στις τσέπες του τζάκετ μου, όταν το βλέμμα μου έπεσε στο καφέ «Στοά».

Και τότε τον είδα.

Ο Κρίτωνας καθόταν μόνος σε ένα τραπέζι δίπλα στο τζάμι, με ένα φλιτζάνι καφέ μπροστά του που έμοιαζε να έχει κρυώσει εδώ και ώρα. Τα μαλλιά του ήταν λίγο πιο κοντά από την τελευταία φορά που τον θυμόμουν, αλλά το πρόσωπό του είχε την ίδια σκληρή, αρρενωπή γοητεία. Το σαγόνι του, η ελαφριά γκρίζα πινελιά στους κροτάφους, τα δάχτυλα που έπαιζαν αφηρημένα με το κουταλάκι. Η καρδιά μου χτύπησε τόσο δυνατά που νόμιζα ότι θα το άκουγε μέσα από το τζάμι.

Τα μάτια μας συναντήθηκαν.

Δεν χαμογέλασε αμέσως. Με κοίταξε σαν να μην πίστευε αυτό που έβλεπε. Έπειτα τα χείλη του άνοιξαν ελαφρά, σαν να ήθελε να πει κάτι αλλά δεν έβγαινε λέξη. Σήκωσα το χέρι μου αμήχανα σε ένα μισό χαιρετισμό. Εκείνος μου έκανε νόημα να πλησιάσω.

Μπήκα μέσα. Η ζεστασιά του καφέ με χτύπησε στο πρόσωπο μαζί με τη μυρωδιά του φρεσκοψημένου καφέ και του υγρού μαλλιού. Πλησίασα το τραπέζι του και στάθηκα μπροστά του σαν μαθήτρια που την έπιασαν να σκαρώνει.

«Αριάδνη;» Η φωνή του ήταν πιο βαθιά από ό,τι θυμόμουν. Λίγο βραχνή, σαν να είχε καπνίσει.

«Γεια σου, Κρίτωνα.»

Κάθισα χωρίς να περιμένω πρόσκληση. Τα δάχτυλά μου έτρεμαν ελαφρά όταν έβγαλα το μαντίλι από την τσάντα μου για να σκουπίσω τα μαλλιά μου. Εκείνος με κοιτούσε χωρίς να κρύβει την έκπληξή του.

«Δεν περίμενα να σε δω ποτέ ξανά εδώ,» είπε τελικά. «Νόμιζα ότι είχες φύγει για τα καλά στην Αθήνα.»

«Είχα. Επέστρεψα προσωρινά. Δουλειά. Ένα μεγάλο project για το μουσείο.»

«Αρχιτέκτονας ακόμα, λοιπόν.»

«Ακόμα. Και εσύ;»

«Το γραφείο μου είναι δύο τετράγωνα πιο πάνω. Μικρό, αλλά δικό μου.»

Η κουβέντα ξεκίνησε σαν να πατούσαμε σε λεπτό πάγο. Κάναμε τις συνηθισμένες ερωτήσεις, πώς πάει η ζωή, τι απέγιναν οι κοινοί φίλοι, αν παντρεύτηκε κανείς. Κάθε απάντηση ήταν προσεκτική, λες και φοβόμασταν να αγγίξουμε οτιδήποτε πραγματικό. Όμως κάτω από τα λόγια μας υπήρχε κάτι άλλο. Κάτι που έκαιγε.

Η βροχή άρχισε να δυναμώνει. Χτυπούσε τώρα το τζάμι με δύναμη, σαν να ήθελε να μας κλείσει μέσα. Ο ουρανός είχε σκουρύνει εντελώς.

«Δεν έχεις αλλάξει καθόλου,» μου είπε ξαφνικά, χαμηλώνοντας τη φωνή. Τα μάτια του καρφώθηκαν στα δικά μου. «Τα ίδια μάτια. Το ίδιο στόμα.»

Η ανάσα μου κόπηκε.

«Εσύ έχεις γίνει πιο… επικίνδυνος,» απάντησα χωρίς να το σκεφτώ.

Χαμογέλασε. Εκείνο το χαμόγελο που θυμόμουν πολύ καλά. Αυτό που πάντα προμήνυε ότι τα πράγματα θα ξέφευγαν.

«Ξέρεις,» συνέχισε, γέρνοντας ελαφρά προς τα εμπρός, «όταν σε είδα πριν από λίγο, το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα ήταν πόσο πολύ μου έλειψε η μυρωδιά σου όταν είσαι βρεγμένη από τη βροχή.»

Τα λόγια του με διαπέρασαν σαν ηλεκτρικό ρεύμα. Ένιωσα τη ζέστη να ανεβαίνει στα μάγουλά μου και πιο κάτω, πολύ πιο κάτω. Τα πόδια μου σφίχτηκαν ακούσια.

«Κρίτωνα…»

«Μην μου πεις ότι δεν το νιώθεις κι εσύ.» Η φωνή του είχε γίνει πιο χαμηλή, πιο βρόμικη. «Γιατί εγώ από τη στιγμή που σε είδα, δεν σκέφτομαι τίποτα άλλο παρά το πώς θα ήταν να σε γαμήσω εδώ και τώρα, πάνω σε αυτό το τραπέζι.»

Η ανάσα μου έγινε πιο βαριά. Η βροχή έξω είχε μετατραπεί σε καταιγίδα. Δεν φαινόταν να σταματάει σύντομα.

Με κοίταξε για λίγο σιωπηλός. Μετά είπε, χωρίς να αποστρέψει το βλέμμα:

«Το σπίτι μου είναι πέντε λεπτά από εδώ. Αν θες να φύγουμε τώρα, πριν η βροχή γίνει κατακλυσμός… η πόρτα είναι ανοιχτή.»

Δεν απάντησα αμέσως. Η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά που άκουγα τον παλμό στα αφτιά μου. Ήξερα ότι αν σηκωνόμουν και πήγαινα μαζί του, δεν θα μιλούσαμε άλλο για το παρελθόν. Δεν θα υπήρχαν άλλες ευγενικές κουβέντες.

Θα γαμιόμασταν. Σκληρά. Βρόμικα. Όπως παλιά.

Σήκωσα τα μάτια και τον κοίταξα. Η φωνή μου βγήκε σταθερή, παρόλο που μέσα μου έτρεμα.

«Πάμε.»

Ο Κρίτωνας άφησε λεφτά στο τραπέζι, σηκώθηκε και μου άπλωσε το χέρι. Όταν τα δάχτυλά μας ενώθηκαν, ένιωσα το ίδιο εκείνο ρεύμα που πάντα μας έκαιγε. Έξω η βροχή έπεφτε πια σαν να ήθελε να πνίξει την πόλη ολόκληρη.

Και εγώ ήξερα ότι αυτή η βροχή δεν θα σταματούσε σύντομα. Ούτε κι αυτό που μόλις ξεκινούσε.

Ο Κρίτωνας άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος και μπήκαμε μέσα σαν να μας κυνηγούσε η καταιγίδα. Το φως ήταν χαμηλό, μόνο ένα πορτατίφ δίπλα στον καναπέ έκαιγε. Μύριζε καφές, παλιό ξύλο και εκείνη η ελαφριά αντρική μυρωδιά του που δεν είχε φύγει ποτέ από τη μνήμη μου. Έκλεισε την πόρτα πίσω μας και για λίγα δευτερόλεπτα μείναμε εκεί, μουσκεμένοι, να κοιταζόμαστε χωρίς να μιλάμε.

«Δεν πιστεύω ότι το κάνουμε αυτό,» είπα τελικά, βγάζοντας το βρεγμένο σακάκι μου.

«Ούτε εγώ,» απάντησε, αλλά η φωνή του έλεγε ακριβώς το αντίθετο. «Κι όμως εδώ είμαστε.»

Πήγε στην κουζίνα και γύρισε με δύο ποτήρια νερό. Δεν τα πήραμε. Αντίθετα, κάτσαμε στον μεγάλο γκρι καναπέ. Η βροχή μαστίγωνε τα τζάμια με μανία, σαν να ήθελε να μας κρατήσει εκεί για πάντα. Η ατμόσφαιρα μέσα ήταν βαριά, γεμάτη από όλα όσα δεν είχαμε πει πριν από δέκα χρόνια.

«Θυμάσαι όταν μας είχε πιάσει η βροχή στο Πέραμα;» ρώτησε ξαφνικά, με ένα μισό χαμόγελο. «Είχες βγάλει τα παπούτσια σου και τρέχαμε σαν τρελοί μέχρι το αυτοκίνητο.»

«Θυμάμαι. Και μετά γαμιόμασταν στο πίσω κάθισμα με τα τζάμια ομιχλώδη,» είπα χωρίς να ντραπώ. Τα λόγια βγήκαν μόνα τους, ωμά και ειλικρινή.

Γέλασε χαμηλά. «Ναι… Εκείνη τη μέρα είχες έρθει τρεις φορές. Δεν το έχω ξεχάσει ποτέ.»

Η ανάμνηση έκανε το σώμα μου να σφίξτεί. Ένιωθα τη ζέστη να μαζεύεται ανάμεσα στα πόδια μου, βαριά και επίμονη. Κοίταξα τα χέρια του. Τα ίδια χέρια που κάποτε με κρατούσαν σφιχτά ενώ με γάμαγε όρθια στον τοίχο του παλιού του δωματίου.

«Γιατί δεν παντρεύτηκες, Κρίτωνα;» ρώτησα, αν και δεν ήθελα πραγματικά την απάντηση.

«Γιατί καμία δεν ήταν εσύ,» είπε απλά, και η φωνή του είχε πάρει εκείνον τον τόνο που πάντα με έλυνε. «Δεν είναι ότι δεν προσπάθησα. Απλά… όλο κάτι έλειπε. Το ίδιο πράγμα που τώρα νιώθω να με καίει πάλι.»

Δεν πρόλαβα να απαντήσω. Σηκώθηκε, με πλησίασε και με έπιασε από τη μέση με τα δυο του χέρια. Τα δάχτυλά του μπήχτηκαν στη σάρκα μου πάνω από το βρεγμένο πουκάμισο. Με τράβηξε πάνω του απότομα και το στόμα του έπεσε στο δικό μου. Το φιλί δεν ήταν τρυφερό. Ήταν άγριο, πεινασμένο, γεμάτο όλα τα χρόνια που είχαν μεσολαβήσει. Η γλώσσα του μπήκε βαθιά, διεκδικητικά, και εγώ του ανταπέδωσα με την ίδια οργή. Τα δόντια μας χτύπησαν. Έβγαλε έναν βαθύ ήχο από τον λαιμό του, σαν να πόνεσε από την ανάγκη.

Τα χέρια μου χώθηκαν κάτω από το πουκάμισό του. Το δέρμα του ήταν καυτό, οι μύες σφιγμένοι. Ένιωσα τη σκλήρυνσή του να πιέζει την κοιλιά μου και ένας σπασμός με διαπέρασε ολόκληρη. Το μουνί μου είχε ήδη υγρανθεί τόσο που ένιωθα την υγρασία να μουσκεύει το εσώρουχό μου.

«Γαμώτο, Αριάδνη…» μουρμούρισε πάνω στα χείλη μου. «Δεν ξέρεις πόσα χρόνια σκέφτομαι να σε γαμήσω ξανά.»

Με έσπρωξε πίσω στον καναπέ. Τα χέρια μας έτρεμαν από βιασύνη ενώ γδυνόμασταν. Το πουκάμισό μου πέταξε κάπου, το σουτιέν μου ξεκούμπωσε με μια κίνηση. Τα βυζιά μου ξεχύθηκαν και εκείνος τα άρπαξε αμέσως, τα έσφιξε, τα τσίμπησε τις θηλές μέχρι που έβγαλαν ένα μικρό ουρλιαχτό από το στόμα μου. Το παντελόνι του κατέβηκε μαζί με το μποξέρ του και ο πούτσος του πετάχτηκε έξω, σκληρός, παχύς, με τη γυαλιστερή κεφαλή του ήδη υγρή από προεμφυλισματικό υγρό.

Τον άρπαξα με το χέρι μου. Ήταν καυτός, σφύριζε. Τον μαλάκωσα δύο-τρεις φορές δυνατά ενώ εκείνος κατέβαζε το παντελόνι και το στρινγκ μου μαζί. Μόλις με είδε γυμνή, βόγκηξε.

«Πουτάνα μου… ακόμα το ίδιο όμορφο μουνί.»

Με έριξε ανάσκελα στον καναπέ. Τα πόδια μου άνοιξαν από μόνα τους. Έπεσε πάνω μου, με φίλησε ξανά άγρια ενώ το χέρι του κατέβηκε ανάμεσα στα πόδια μου. Δυο δάχτυλα χώθηκαν μέσα μου χωρίς προειδοποίηση. Ήμουν τόσο μούσκεμα που μπήκαν μέχρι τον κόμπο με ευκολία.

«Ωχ, γαμώτο…» ψέλλισα, ανοιγοκλείνοντας τα μάτια.

«Δες πώς τρέχεις,» μου είπε στο αφτί, με φωνή σπασμένη από λαγνεία. «Ακόμα βρέχεις έτσι για μένα, ε;»

Δεν απάντησα. Μόνο άνοιξα πιο πολύ τα πόδια και άρχισα να κουνιέμαι πάνω στα δάχτυλά του. Η βροχή χτυπούσε τα τζάμια σαν τύμπανα. Ο ήχος γέμιζε το δωμάτιο μαζί με τα βρεγμένα, βρόμικα ήχους που έβγαζαν τα δάχτυλά του μέσα στο μουνί μου.

Με γύρισε απότομα, με έβαλε στα τέσσερα πάνω στον καναπέ. Ένιωσα την κεφαλή του πούτσου του να τρίβεται στο μουνί μου, να ανοίγει τα χείλη μου. Δεν περίμενε. Με μια δυνατή ώθηση μπήκε μέσα μου μέχρι το βάθος. Έβγαλα μια κραυγή. Ήταν μεγάλος, με γέμιζε ολόκληρη, ακριβώς όπως το θυμόμουν.

«Ναι… έτσι,» γρύλισε πίσω μου, αρπάζοντας τους γοφούς μου. «Πάρ’ τον όλο. Αυτό το μουνί είναι δικό μου απόψε.»

Άρχισε να με γαμάει με βαθιές, δυνατές κινήσεις. Κάθε φορά που έμπαινε μέχρι μέσα, έβγαζα έναν μικρό λυγμό. Τα βυζιά μου κουνιούνταν βαριά κάτω από το σώμα μου. Η βροχή, ο ιδρώτας μας, ο ήχος του δέρματος που χτυπούσε πάνω σε δέρμα, όλα μαζί δημιουργούσαν μια ζάλη που δεν μπορούσα να ελέγξω.

Δεν ήθελα να τελειώσει. Όχι ακόμα.

Ήθελα να τον ιππεύσω, να τον δω στα μάτια ενώ θα τον έπαιρνα βαθιά μέσα μου. Ήθελα να του πω πόσο πολύ μου είχε λείψει ο πούτσος του. Και ήξερα ότι η νύχτα μόλις ξεκινούσε.

«Δεν ήθελα να τελειώσει. Όχι ακόμα.

Ήθελα να τον ιππεύσω, να τον δω στα μάτια ενώ θα τον έπαιρνα βαθιά μέσα μου. Ήθελα να του πω πόσο πολύ μου είχε λείψει ο πούτσος του. Και ήξερα ότι η νύχτα μόλις ξεκινούσε.»

«Πάμε μέσα,» μου είπε βραχνά, χωρίς να βγάλει τον πούτσο του από μέσα μου. Με σήκωσε στα χέρια του σαν να μην ζύγιζα τίποτα και με πήγε στην κρεβατοκάμαρα. Η βροχή έπεφτε πιο δυνατά τώρα, σαν να ήθελε να σκεπάσει τους ήχους μας.

Με πέταξε στο κρεβάτι ανάσκελα. Για μια στιγμή με κοίταξε ολόκληρη, γυμνή, με τα πόδια ανοιχτά και το μουνί μου λαμπερό από τους χυμούς μας. Έπειτα έπεσε πάνω μου. Με γύρισε απότομα μπρούμυτα, με τράβηξε από τους γοφούς και με σήκωσε στα τέσσερα. Δεν περίμενε καθόλου. Έμπηξε τον πούτσο του μέχρι τον πάτο με μια μόνο κίνηση.

«Γαμώτο, Κρίτωνα!» ούρλιαξα.

«Αυτό το μουνί μου έλειψε τόσο πολύ,» γρύλισε τραβώντας με δυνατά τα μαλλιά. «Πόσα χρόνια το φανταζόμουν να σφίγγεται γύρω μου έτσι… Πόρνη μου, σφίξε τον πιο δυνατά.»

Τα χτυπήματα ήταν άγρια, βαθιά, σχεδόν τιμωρητικά. Κάθε φορά που έμπαινε μέχρι τα αρχίδια του, ένιωθα τον κώλο μου να τρέμει από την ένταση. Τα χέρια του άφησαν τα μαλλιά μου και άρπαξαν τους γοφούς μου, με τραβούσαν προς το μέρος του σαν να ήθελε να με σκίσει.

«Πιο δυνατά,» του φώναξα. «Γάμησέ με πιο δυνατά, ρε πούστη!»

Δεν χρειάστηκε να το πω δεύτερη φορά. Με έσπρωξε με το κεφάλι στο μαξιλάρι και άρχισε να με γαμάει σαν τρελός. Ο ήχος του δέρματος που χτυπούσε πάνω στο δέρμα ανακατευόταν με τη βροχή και τα βρόμικα λόγια του.

«Θα σου γεμίσω αυτό το μουνί απόψε… θα σου αφήσω το σπέρμα μου μέσα μέχρι το πρωί.»

Δεν άντεξα άλλο. Ένας οργασμός με διαπέρασε σαν ηλεκτρικό ρεύμα, το μουνί μου άρχισε να σφίγγεται γύρω του σε σπασμούς και έβγαλα μια κραυγή που σίγουρα ακούστηκε μέχρι τη λίμνη. Εκείνος δεν σταμάτησε. Με γάμησε μέσα από τον οργασμό μου μέχρι που ένιωσα το σώμα του να τεντώνεται.

«Έρχομαι… γαμώτο, Αριάδνη!»

Έσπρωξε βαθιά και έμεινε εκεί, ξεσπώντας μέσα μου με δυνατές, καυτές ριπές. Ένιωθα τον πούτσο του να πάλλεται, να με γεμίζει, να ξεχειλίζει από μέσα μου και να τρέχει στα μηρούς μου.

Δεν μας έφτασε.

Με γύρισε ανάσκελα, ξάπλωσε και με τράβηξε πάνω του. Κάθισα πάνω στον πούτσο του που δεν είχε μαλακώσει καθόλου. Τον ένιωσα να μπαίνει ακόμα πιο βαθιά από αυτή τη γωνία. Άρχισα να τον ιππεύω με μανία, ακουμπώντας τις παλάμες μου στο στήθος του.

«Πιάσε τα βυζιά μου,» του είπα λαχανιασμένη.

Τα χέρια του ανέβηκαν αμέσως, τα έσφιξαν, τα ζύμωσαν, τσίμπησαν τις θηλές μου. Γέλασα από καθαρή λαγνεία και άρχισα να κουνιέμαι πιο γρήγορα, πιο άγρια, τρίβοντας την κλειτορίδα μου πάνω στο κορμί του κάθε φορά που κατέβαινα.

«Γάμησέ με, Κρίτωνα… δεν χόρτασα ακόμα τον πούτσο σου. Πιο δυνατά!»

Με έπιασε από τη μέση και άρχισε να ανεβαίνει με δύναμη από κάτω, σαν να με γαμούσε από πάνω και από κάτω ταυτόχρονα. Ο ιδρώτας μας ανακατευόταν, τα σώματά μας γλιστρούσαν, το κρεβάτι έτριζε επικίνδυνα. Ο δεύτερος γύρος ήταν πιο βρώμικος, πιο απελπισμένος, πιο μακρύς. Χυθήκαμε μαζί για δεύτερη φορά λίγο πριν τα ξημερώματα, εγώ πάνω του, με το πρόσωπό μου χωμένο στον λαιμό του, ενώ εκείνος έσφιγγε τον κώλο μου και ξεφούρνιζε άναρθρες βρισιές και ονόματά μου.

Μετά μείναμε ξαπλωμένοι, μπλεγμένοι, ιδρωμένοι, γεμάτοι χυμούς και σημάδια. Η βροχή είχε κοπάσει. Μόνο μια ψιχάλα έμενε.

Όταν το φως της αυγής άρχισε να μπαίνει από τις γρίλιες, σηκώθηκα χωρίς να πω πολλά. Ντύθηκα σιωπηλή. Εκείνος με κοιτούσε από το κρεβάτι, με τα χέρια πίσω από το κεφάλι.

«Φεύγεις έτσι;» ρώτησε χαμηλόφωνα.

«Ναι,» απάντησα και χαμογέλασα ελαφρά. «Δεν υπάρχουν υποσχέσεις απόψε.»

Φόρεσα το παλτό μου και πήγα προς την πόρτα. Σταμάτησα για μια στιγμή και γύρισα να τον δω.

«Αλλά ξέρουμε και οι δύο ότι αυτό δεν ήταν το τέλος, Κρίτωνα.»

Εκείνος χαμογέλασε με εκείνο το παλιό, επικίνδυνο χαμόγελο που θυμόμουν τόσο καλά.

«Όχι, Αριάδνη. Δεν ήταν.»

Έκλεισα την πόρτα πίσω μου. Έξω, η πόλη έβγαινε από τη βροχή καθαρή και φρέσκια. Εγώ όμως ακόμα ένιωθα τον ιδρώτα του, τον πούτσο του, το σπέρμα του να τρέχει ανάμεσα στα πόδια μου καθώς περπατούσα προς το αυτοκίνητο.

Και ήξερα ότι η βροχή που δεν σταμάτησε δεν ήταν αυτή που έπεφτε έξω.

Ήταν αυτή που ξαναγεννιόταν μέσα μας.

Σου άρεσε;

Γίνε ο πρώτος που βαθμολογεί

Μπορεί να σου αρέσουν

Η φαντασίωση στο παλιό ελαιώνα

Η άνοιξη στη Ρόδο μας υποδέχτηκε με ένα αεράκι που μύριζε θάλασσα και ανθισμένες πορτοκαλιές. Το αεροπλάνο προσγειώθηκε λίγο μετά τις δέκα το πρωί και μέχρι να φτάσουμε στο απομονωμένο σπίτι που είχαμε νοικιάσει, ο ήλιος…

11' ανάγνωση4 αναγνώσεις