EN

Η δίψα του διπλανού

Η δίψα του διπλανού
Φωτογραφία: Pexels

Η Μαρία, 42 ετών, άνοιξε την πόρτα με μια πετσέτα τυλιγμένη γύρω από το κορμί της. Τα μαλλιά της έσταζαν ακόμα από το ντους. Απέναντί της στεκόταν ο Γιώργος, 39 ετών, ο γείτονας που έμενε μόνος τα τελευταία δύο χρόνια μετά το διαζύγιο του.

«Συγγνώμη που σε ενοχλώ τόσο αργά, αλλά η βρύση στην κουζίνα μου έσπασε και πλημμύρισε. Έχεις ένα κλειδί για τον κοινόχρηστο μετρητή;» είπε με φωνή βαθιά, σχεδόν βραχνή.

Η Μαρία ένιωσε αμέσως τη ζέστη να ανεβαίνει στα μάγουλά της. Δεν φορούσε τίποτα κάτω από την πετσέτα. Και ήξερε ότι κι εκείνος το ήξερε.

«Έλα μέσα,» είπε χωρίς δεύτερη σκέψη.

Μόλις έκλεισε η πόρτα, ο Γιώργος την έσπρωξε απαλά αλλά αποφασιστικά στον τοίχο του διαδρόμου. Η πετσέτα έπεσε στα πόδια της. Τα χέρια του άρπαξαν τα στήθη της, βαριά και γεμάτα, με τις θηλές της ήδη σκληρές. Τις έπιασε ανάμεσα στα δάχτυλά του και τις τράβηξε, κάνοντάς την να βγάλει ένα κοφτό επιφώνημα.

«Γαμώτο, Μαρία… χρόνια σε φαντάζομαι έτσι,» μουρμούρισε πριν βυθίσει το στόμα του στον λαιμό της. Τα δόντια του την δάγκωσαν ελαφρά, ενώ το ένα του χέρι κατέβηκε ανάμεσα στα πόδια της. Δάχτυλά του γλίστρησαν αμέσως μέσα στην υγρή, καυτή σάρκα της. Ήταν ήδη μούσκεμα.

«Ωωωχ…» βόγκηξε εκείνη, ανοίγοντας περισσότερο τα πόδια της.

Ο Γιώργος γονάτισε μπροστά της χωρίς άλλη κουβέντα. Έσπρωξε το πρόσωπό του ανάμεσα στους μηρούς της και άρχισε να τη γλείφει με άγρια λαχτάρα. Η γλώσσα του άνοιγε τα χείλη της, έπαιζε με την κλειτορίδα της, έμπαινε βαθιά μέσα της και μετά γύριζε πάλι πάνω, ρουφώντας τα χυμώδη υγρά που έτρεχαν άφθονα. Ο ήχος ήταν βρώμικος, υγρός, γεμάτος από τα αναστεναγμούς της που γίνονταν όλο και πιο δυνατοί.

Η Μαρία έπιασε τα μαλλιά του και άρχισε να τρίβεται πάνω στο στόμα του, χάνοντας τον έλεγχο. Τα πόδια της έτρεμαν. Όταν ένιωσε δύο δάχτυλα να μπαίνουν βαθιά μέσα της και να την δακτυλοβουτούν με γρήγορο ρυθμό ενώ εκείνος ρουφούσε δυνατά την κλειτορίδα της, τινάχτηκε ολόκληρη. Ένας δυνατός οργασμός την τύλιξε, κάνοντάς την να ουρλιάξει και να πλημμυρίσει το στόμα του με τα ζεστά της υγρά.

Δεν της άφησε χρόνο να συνέλθει. Σηκώθηκε, ξεκούμπωσε βιαστικά το παντελόνι του και έβγαλε τον πούτσο του. Ήταν παχύς, γεμάτος φλέβες, με την κεφαλή του γυαλιστερή από τα προϊόντα του. Την γύρισε με δύναμη, έσκυψε το κορμί της και μπήκε μέσα της με μία μόνο σπρωξιά, μέχρι τα αρχίδια του.

«Ααααχ!» φώναξε η Μαρία, νιώθοντας τον πούτσο του να τη γεμίζει ολόκληρη. Ήταν τόσο χοντρός που ένιωθε κάθε εκατοστό του να την ανοίγει.

Ο Γιώργος άρχισε να τη γαμάει με γρήγορες, βαθιές κινήσεις. Το κορμί του χτυπούσε πάνω στο δικό της με κρότο, τα αρχίδια του χτυπούσαν ρυθμικά πάνω στην κλειτορίδα της. Το μουνί της έτρεχε τόσο πολύ που υγρά κυλούσαν στα πόδια της. Κάθε φορά που έβγαινε σχεδόν ολόκληρος και ξαναμπαίνονταν με δύναμη, εκείνη έβγαζε ένα μικρό ουρλιαχτό.

«Πιο δυνατά…» ικέτευσε.

Εκείνος την άρπαξε από τα μαλλιά, τράβηξε το κεφάλι της προς τα πίσω και επιτάχυνε. Το διαμέρισμα γέμισε από τον ήχο σάρκας πάνω σε σάρκα, από τα υγρά της που έσταζαν στο πάτωμα, από τα βογκητά τους.

Μετά από λίγα λεπτά την γύρισε ξανά, την σήκωσε και την κάθισε πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Άνοιξε διάπλατα τα πόδια της και ξαναμπήκε μέσα της κοιτάζοντάς την στα μάτια. Το πρόσωπό του ήταν παραμορφωμένο από την ηδονή. Οι θηλές της τρεμόπαιζαν με κάθε σπρωξιά. Τα στήθη της αναπηδούσαν άγρια.

«Θέλω να σε γεμίσω,» γρύλισε.

«Γέμισέ με,» του απάντησε εκείνη, κλείνοντας τα πόδια της γύρω από τη μέση του.

Ο Γιώργος επιτάχυνε ακόμα περισσότερο. Το μουνί της τον έσφιγγε, ζεστό και μούσκεμα. Με ένα βαθύ, ζώο βρυχηθμό, έσπρωξε μέχρι τον πάτο και άρχισε να χύνει. Πυκνά, καυτά σπέρματα ξεπετάχτηκαν μέσα της, γεμίζοντας την μήτρα της. Η Μαρία ένιωσε κάθε πίδακα και αυτό την έκανε να έρθει για δεύτερη φορά, σφίγγοντας τον πούτσο του με δυνατούς σπασμούς.

Έμειναν έτσι για λίγα δευτερόλεπτα, ιδρωμένοι, λαχανιασμένοι, ενωμένοι.

Όταν τελικά εκείνος βγήκε από μέσα της, ένα χοντρό ποτάμι από σπέρμα και χυμούς της έτρεξε από το κόκκινο, πρησμένο μουνί της και έσταξε στο πάτωμα.

Ο Γιώργος έσκυψε, τη φίλησε άγρια στα χείλη και ψιθύρισε:

«Αύριο το βράδυ… στην πόρτα μου. Χωρίς πετσέτα.»

Και έφυγε, αφήνοντάς την γυμνή, τρέμοντας και ακόμα γεμάτη από αυτόν.

Σου άρεσε;

Γίνε ο πρώτος που βαθμολογεί

Μπορεί να σου αρέσουν