Η επιστροφή του καλοκαιριού

Τίτλος: Η επιστροφή του καλοκαιριού
Η Σοφία ήταν πια 38 χρονών και η Λένα 36. Δεν είχαν ιδωθεί επτά χρόνια. Μέχρι που χτύπησε το κουδούνι του διαμερίσματός της στη Νέα Σμύρνη ένα ζεστό βράδυ Ιουλίου.
«Γεια», είπε μόνο εκείνος όταν άνοιξε. Ψηλός, ακόμα πιο γεμάτος στους ώμους, με τα ίδια σκούρα μάτια που κάποτε την έκαιγαν. Φορούσε άσπρο πουκάμισο με τα μανίκια σηκωμένα.
Η Σοφία δεν μίλησε. Τον τράβηξε μέσα και έκλεισε την πόρτα με την πλάτη της. Τα στόματά τους ενώθηκαν με βία, σαν να μην είχε μεσολαβήσει ούτε μέρα. Η γλώσσα του γλίστρησε βαθιά, γεύτηκε καφέ και επιθυμία. Εκείνη έβγαλε έναν πνιχτό ήχο, σαν λυγμό και γέλιο μαζί.
Τα χέρια του κατέβηκαν αμέσως στη μέση της, σήκωσαν το λεπτό φόρεμα και βρήκαν το δέρμα της. Τα δάχτυλά του ήταν ζεστά, σχεδόν καυτά. Την σήκωσε εύκολα και την κάθισε πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Τα πόδια της άνοιξαν από μόνα τους.
«Δεν άλλαξες καθόλου», ψιθύρισε εκείνος ενώ γονάτιζε.
Δεν υπήρχε χρόνος για γλυκόλογα. Έσπρωξε το λεπτό της σλιπ στην άκρη και βύθισε το πρόσωπό του ανάμεσα στα πόδια της. Η Σοφία έγειρε πίσω, ακουμπώντας στις παλάμες της, και άφησε ένα μακρύ, βραχνό επιφώνημα όταν η γλώσσα του άνοιξε τα χείλη του μουνιού της. Έγλειφε αργά στην αρχή, μετά πιο άγρια, ρουφώντας τον χυμό που ήδη έτρεχε άφθονος. Τα δάχτυλά του χώθηκαν μέσα της, δύο, μετά τρία, ενώ το στόμα του έκλεισε γύρω από τον σκληρό της κλειτορίδα και την τράβαγε ρυθμικά.
«Γαμήσου… πιο δυνατά», βόγκηξε εκείνη, πιάνοντας τα μαλλιά του.
Ο ήχος ήταν υγρός, λασπώδης, γεμάτος από τα χαστούκια της γλώσσας του πάνω στο μουνί της και τα αναστεναγμούς της. Τα πόδια της άρχισαν να τρέμουν. Δεν κράτησε ούτε δύο λεπτά. Έσφιξε τα δάχτυλά του μέσα της και ήρθε με ένα δυνατό, παρατεταμένο ουρλιαχτό, πλημμυρίζοντας το στόμα του.
Δεν της άφησε χρόνο να συνέλθει. Σηκώθηκε, ξεκούμπωσε το παντελόνι του και έβγαλε τον πούτσο του. Ήταν ήδη τεράστιος, γεμάτος φλέβες, με την κεφαλή γυαλιστερή από προεκσπερμάτιση. Η Σοφία κατέβηκε από το τραπέζι, γονάτισε στο κρύο πλακάκι και τον πήρε ολόκληρο στο στόμα της με μία κίνηση. Τα αρχίδια του χτύπησαν στο πιγούνι της. Γέμισε το στόμα της μέχρι τον λαιμό, έβγαλε σάλια που κύλησαν στα στήθη της, και τον έγλειψε με μανία, κοιτώντας τον στα μάτια.
«Θέλω να σε γαμήσω τώρα», είπε εκείνος με φωνή που έτρεμε.
Την γύρισε, την έσκυψε πάνω στο τραπέζι. Το φόρεμα ανέβηκε στη μέση της. Με το ένα χέρι άνοιξε τα πισινά της και με το άλλο οδήγησε τον χοντρό πούτσο του στην είσοδο του μουνιού της. Μπήκε με μία σπρωξιά μέχρι τα αρχίδια. Η Σοφία άνοιξε το στόμα χωρίς να βγάζει ήχο. Ένιωσε να τη σκίζουν, να την γεμίζουν ολόκληρη.
Άρχισε να τη γαμάει δυνατά, βαθιά, με ρυθμό που έκανε το τραπέζι να χτυπάει στον τοίχο. Κάθε σπρωξιά έβγαζε έναν υγρό, πλαταγιστό ήχο. Τα αρχίδια του χτυπούσαν ρυθμικά πάνω στον κλειτορίδα της. Το μουνί της έτρεχε τόσο πολύ που υγρά κυλούσαν στα πόδια της και σχημάτιζαν μικρή λιμνούλα στο πάτωμα.
«Πιο δυνατά… σπάσε με», ικέτευε εκείνη.
Εκείνος την άρπαξε από τα μαλλιά, τράβηξε το κεφάλι της πίσω και επιτάχυνε. Το δωμάτιο γέμισε από τα χτυπήματα σάρκας πάνω σε σάρκα, από τα βογκητά της και τα βαριά του αναστεναγμούς.
Ξαφνικά την τράβηξε πάνω του, χωρίς να βγει από μέσα της. Την σήκωσε και την πήγε στον καναπέ. Την ξάπλωσε ανάσκελα, σήκωσε τα πόδια της στους ώμους του και ξαναμπήκε. Αυτή τη φορά πιο αργά, πιο βαθιά, κοιτάζοντας την στα μάτια. Το πρόσωπό του ήταν ιδρωμένο, τα χείλη του μισάνοιχτα.
«Θέλω να σε γεμίσω», ψιθύρισε.
«Γέμισέ με», απάντησε εκείνη και τον φίλησε άγρια.
Οι κινήσεις του έγιναν πιο απότομες, πιο απελπισμένες. Το μουνί της τον έσφιγγε σαν μέγγενη. Με ένα βαθύ, ζώο-like γρύλισμα, έχυσε μέσα της. Η Σοφία ένιωσε τις πρώτες καυτές ριπές να εκτοξεύονται βαθιά, να την πλημμυρίζουν. Έκανε κι εκείνη την τελευταία της κορύφωση, σφίγγοντας τον πούτσο του με σπασμούς, ενώ τα υγρά τους ανακατεύονταν και έτρεχαν έξω από το μουνί της.
Έμειναν έτσι για λίγα δευτερόλεπτα, λαχανιασμένοι, ιδρωμένοι, ενωμένοι.
Εκείνος έσκυψε, την φίλησε απαλά στα χείλη και ψιθύρισε πάνω στο στόμα της:
«Επτά χρόνια… και ακόμα σε γαμάω σαν να είναι η τελευταία φορά.»
Η Σοφία χαμογέλασε, δάγκωσε το κάτω χείλος του και απάντησε με φωνή βραχνή από την ηδονή:
«Τότε μην σταματάς.»
Σου άρεσε;
Γίνε ο πρώτος που βαθμολογεί

