Παγωμένες πάγιες στον ποταμό της λήθης

«Θα παγώσεις, κορόιδο», μου είχε πει ο Νικόλας πριν φύγω από την Αθήνα, ενώ κρατούσα τα βαλίτσες μπροστά στο ασανσέρ. Το είπε με αυτό το μισό πλάγιο τρόπο του, που υποτίθεται ότι είναι χιούμορ. Τον Φεβρουάριο, μόνη μέσα στο παλιό σπίτι του πατέρα μου στο Πήλιο, κατάλαβα πόσο δίκιο είχε.
Οι τοίχοι έτριζαν από το κρύο. Η θέρμανση, ένα παλιό καλοριφέρ με πετρέλαιο, είχε ξαφνικά αποφασίσει να παραιτηθεί. Γύριζα το τελεσταίο, ακουγόταν ένας βόθρος, και έβγαινε μια στάλα παγωμένου νερού. Τίποτα άλλο. Ο πανικός ήταν σωματικός, μια ζάλη μέσα στο κρανίο μου. Ήμουν μόνη. Ο πατέρας πέθανε πριν από τρεις μήνες. Ο Νικόλας ήταν σε μια συνάντηση πελατών. Τα μαύρα δέντρα έξω από το παράθυρο σκύβανε από τον αέρα.
Πήγα στην ταβέρνα του χωριού νωρίτερα, για ένα φαγητό. Θυμήθηκα να είδα ένα χαρτί με γράμματα από εκτύπωση matrix κολλημένο στον τοίχο δίπλα στην είσοδο. «Άρης, υδραυλικός – ελαιοχρωματιστής. 24 ώρες.» Πρέπει να ήταν το μόνο νούμερο για χιλιάδες γύρω. Το κινητό μου είχε δύο μπάρες. Παραμόνευα, σαν να πρόκειται να κάνω κάτι παράνομο, και πάτησα τα νούμερα.
Χτύπησε δύο φορές. «Εμπρός», είπε μια φωνή βαθιά, ουδέτερη.
«Καλησπέρα, μιλάω για το σπίτι του Αντώνη… της οικογένειας Βασιλείου. Έχω πρόβλημα με το καλοριφέρ. Δεν ανάβει.»
Μια σύντομη σιγή. «Θα είμαι σε είκοσι λεπτά.»
Η φωνή ήταν γνωστή. Ήμουν σίγουρη. Άρης. Το πήγαρα πίσω στο μυαλό μου. Από τις διακοπές που κάναμε εδώ όταν ήμουν έφηβη, με τους γονείς μου. Εκείνος ήταν τρία χρόνια μεγαλύτερος. Δεν πηγαίναμε στα ίδια μαγαζιά, αλλά τον θυμόμουν καθισμένο στις πλάγιες του παλιού καφενείου, μόνος του ή με μερικούς άλλους ντόπιους. Κρατούσε τσιγάρο και μας κοίταζε με μια ήρεμη, κάπως απομακρυσμένη περιέργεια, εμάς τις φοιτήτριες από την Αθήνα που γελούσαμε δυνατά. Ποτέ δεν μιλήσαμε.
Το βανάκι του ήρθε σκαρφαλωμένο στον απότομο δρόμο, τα φώτα του σκίζοντας το σκοτάδι. Κατέβηκε. Ήταν ψηλός, με πλατύς ώμους που έφτιαχναν σιλουέτα μπροστά στον κίτρινο φωτισμό της πόρτας. Φορούσε ένα σκουραφισμένο μπουφάν εργασίας και το κουβούλιο του ήταν τραβηγμένο πάνω από τα μαλλιά του, που έβλεπα πως είχαν αρχίσει να αραιώνουν λίγο στα πλάγια.
«Κλειώ;» ρώτησε, χωρίς καν να πει γεια. Το όνομα του προφερόταν με φυσική ευκολία, λες και το είχε αναφέρει κάπου στο δρόμο.
«Ναι. Ευχαριστώ που ήρθες τόσο αργά.»
«Δεν πειράζει. Δείξε μου.»
Μπήκε μέσα και η παρουσία του γέμισε αμέσως το μικρό προθάλαμο. Η ευχάριστη μυρωδιά του κρύου, του ξύλου και λίγο καπνού τσιγάρου. Ακολούθησα τον στον χώρο του λέβητα, ένα μικρό, σκοτεινό δωμάτιο που έμοιαζε με σπηλιά. Άναψε ένα φακό που είχε πάνω του και ξεκίνησε.
Για δύο ώρες δεν άκουσα τίποτα παρά τον ήχο των εργαλείων, το ξεβίδωμα κάποιων εξαρτημάτων, το τρίξιμο των παλιών σωληνών. Έκανα καφέ, τον πήρα έναν στο χέρι. Το πήρε με ένα νεύμα, χωρίς λόγια. Κάθισα στην κουζίνα και έβλεπα τη σιλουέτα του να κουνιέται στη σκιά. Ήταν συγκεντρωμένος, αποτελεσματικός. Η ησυχία του δεν ήταν αμήχανη. Ήταν γεμάτη.
Κάπου στις δέκα το βράδυ, ένας βαθύς κρότος και μετά το γνωστό βόθρος του ζεστού νερού που άρχισε να κυκλοφορεί στα σώματα του καλοριφέρ. Μια θερμότητα, αργή αλλά βεβαιωμένη, άρχισε να διαχέεται στον αέρα.
Βγήκε από το δωμάτιο, σκουπισμένος με λερωμένα χέρια. «Έτοιμο. Η βαλβίδα ήταν κολλημένη από παλιά σκουριά. Την έκανα καθαρή. Πρέπει να την αλλάξεις μέσα στον χρόνο, αλλά για τώρα θα δουλέψει.»
Η ανακούφιση ήταν τόσο μεγάλη που μου ήρθε κλάμα στα μάτια. «Σε ευχαριστώ πάρα πολύ. Πόσο σου οφείλω;»
Κοιτάχτηκε. «Αργά έκανες. Για τη δουλειά, σαράντα. Για τη βόλτα, άλλα τόσα.»
«Εξήντα;» ρώτησα, μπερδεμένη.
Μου έριξε μια πρώτη, ελαφριά ματιά, σχεδόν πλάγια. «Καθόλου. Σαράντα το σύνολο.»
Κόκκινισα. «Θες… ένα ουζάκι να ζεσταθείς; Έχω από τον πατέρα μου.»
Έμεινε στάσιμος για μια στιγμή, σαν να ζυγιάζει την πρόταση. «Ναι», είπε τελικά. «Ναι, ευχαριστώ.»
Ήπιαμε στο τραπέζι της κουζίνας. Είχα σβήσει το δυνατό φως της οροφής και είχε μείνει αναμμένο μόνο το εσωτερικό φως του ντουλαπιού, ένα ζεστό, κίτρινο φως που έπεφτε μόνο στο μέσο του τραπεζιού. Η σιωπή ήταν πια διαφορετική.
«Λυπάμαι για τον πατέρα σου», είπε ξαφνικά, κοιτώντας το ποτήρι του. «Ήταν καλός άνθρωπος. Πάντα με χαιρετούσε.»
«Σε ευχαριστώ», ψιθύρισα. «Εσύ… είσαι παντρεμένος;»
«Χωρισμένος. Έχω έναν γιο, δεκαέξι χρονών. Μένει με τη μητέρα του στη Βόλο, σπουδάζει.»
«Α, ναι. Δυσκολεύεσαι να τον βλέπεις;»
«Τον βλέπω. Ερχόμαστε. Αλλά εδώ τον χειμώνα είναι δύσκολα. Είναι άδειο το χωριό. Όσοι μένουμε, ξέρουμε ο ένας τον άλλον. Και το κρύο κάνει τα πάντα πιο… ειλικρινά.»
Σκέφτηκα τον Νικόλα στην Αθήνα, στο ζεστό γραφείο του, να μιλάει στο τηλέφωνο για υποθέσεις. Εδώ ο άνεμος έσπρωχνε τα κλαριά των δέντρων στα παράθυρα.
«Εσύ γιατί έμεινες εδώ;» ρώτησα.
Γύρισε να με κοιτάξει. Τα μάτια του ήταν μελαχρινά, βαθιά, με κάποιες ρυτίδες στις γωνίες από τον ήλιο και το αέρα. «Γιατί είναι το σπίτι μου. Ήταν πάντα. Δεν έχω λόγο να φύγω.»
Ήταν μια απλή δήλωση. Καμία μελαγχολία, καμία ηρωική προσκόλληση. Ήταν γεγονός.
Όταν τελείωσε το ουζάκι του, σηκώθηκε. «Πρέπει να πάω. Να προσέχεις, να κλείνεις καλά τη θέρμανση τη νύχτα.»
Σηκώθηκα κι εγώ. Στο στενό διάδρομο της εξόδου, έδωσα το χέρι μου για χειραψία. Η παλάμη του ήταν σκληρή, τραχιά από τη δουλειά, αλλά ζεστή. Η χειραψία έπρεπε να τελειώσει, αλλά κανένας από τους δύο μας δεν άφησε. Κρατούσαμε τις παλάμες ενωμένες, στη σιωπή του σπιτιού, με το βόθρο του καλοριφέρ να είναι ο μόνος ήχος.
Σήκωσε το βλέμμα του και με κοίταξε κατευθείαν στα μάτια. Η ένταση ήταν σχεδόν ανυπόφορη, μια ηλεκτρική γραμμή που τεντώθηκε ξαφνικά στο κρύο αέρα. «Καληνύχτα, Κλειώ», είπε, και η φωνή του ήταν χαμηλή, σχεδόν τραχιά.
«Καληνύχτα, Άρη.»
Άφησε το χέρι μου και γύρισε, βγαίνοντας στην παγερή νύχτα. Κλείσιμο της πόρτας, τον ήχο του βαν να ανάβει, τα φώτα του να απομακρύνονται στον σκοτεινό δρόμο.
Κάθισα στο ίδιο τραπέζι της κουζίνας, όπου οι δυο ποτηριές μας έμεναν άδεια. Η θερμότητα άρχιζε να φτάνει και εδώ πέρα. Το σπίτι δεν ήταν πια παγωμένο. Αλλά εγώ ένιωθα μια περίεργη στεναχώρια, μια αμηχανία που είχε ρίζες μέσα στη κοιλιά μου. Ήταν σαν να είχα δει κάτι που δεν έπρεπε, ή μάλλον, κάτι που έπρεπε να είχα δει πιο πριν και που τώρα ήρθε να με βρει, στο πιο απροστάτευτο μέρος μου.
Τις επόμενες μέρες, η θέρμανση δούλευε τέλεια. Παρόλα αυτά, ο Άρης ήρθε ξανά. Το απόγευμα της Τρίτης, χτύπησε η πόρτα.
«Πέρασα από δίπλα», είπε, στεκόμενος στο κατώφλι με ένα κλειστό πλαστικό κουτί στο χέρι. «Σκέφτηκα να δω αν το ντεπόζιτο δεν τραβάει πάλι. Μπορεί να έχει βρόμικο το φίλτρο.»
Τον άφησα να μπει. Το έκανε όντως, μπήκε στο μικρό υπόγειο, τον άκουγα να δουλεύει για είκοσι λεπτά. Όταν βγήκε, οι παλάμες του ήταν μαύρες από τη λάσπη.
«Έπλυνα τα χέρια μου στον κήπο, μην ανησυχείς», μου είπε, και το λέει σοβαρά, σαν να μην είναι αυτονόητο ότι μπορούσε να χρησιμοποιήσει το μπάνιο.
Του πρόσφερα καφέ. Είπα «όχι» με το κεφάλι, αλλά κατέληξε να κάτσει πάλι στο ίδιο τραπέζι της κουζίνας, για άλλο ένα τέταρτο. Μιλήσαμε για τα κουφοντύβηλα που είχαν εγκατασταθεί στη στέγη. Η συζήτηση ήταν τεχνική, αλλά η σιωπή ανάμεσα στις προτάσεις ήταν παχιά, γεμάτη.
Ήρθε και τρίτη φορά, να φέρει ένα εργαλείο που «ξέχασε». Ήταν ένα μικρό κλειδί. Το άφησε πάνω στο τραπέζι και δεν έφυγε. Εκείνη την ημέρα είχε αρχίσει μια μικρή βροχή. Όταν σηκώθηκε να φύγει, κοίταξα έξω από το παράθυρο.
«Περίμενε να ηρεμήσει λίγο», είπα. «Θα γίνει τούμπανο.»
«Δεν πειράζει. Έχω σκεπή στο βαν», είπε.
«Κάτσε λίγο», πρότεινα, και η φωνή μου ακούστηκε λίγο πιο βιαστική απ’ ό,τι ήθελα.
Με ακολούθησε στο σαλόνι. Ο μόνος καναπής ήταν αυτός του πατέρα μου, μια μεγάλη, πράσινη ξύλινη πολυθρόνα με μαξιλάρι. Κάθισα στη μία άκρη. Κάθισε εκείνος στην άλλη. Η βροχή έγινε πιο δυνατή, χτυπούσε στα πλαϊνά του σπιτιού σαν να πετάει χαλίκι. Μιλούσαμε για το πώς είναι το χωριό το καλοκαίρι, γεμάτο Αθηναίους, σε αντιδιαστολή με τη νεκρή ησυχία του χειμώνα. Η φωνή μου έμοιαζε μακρινή, σαν να μην ήταν δική μου.
Και τότε το έκανε. Στη μέση μιας φράσης μου, απλώς άκουγε, και το χέρι του που ήταν ακουμπισμένο στο μπαρί του καναπέ, έγλιστρησε προς τα κάτω και κάθισε πάνω στο μπούστο του τζιν μου, λίγο πάνω από το γόνατο. Η επαφή ήταν ζεστή και στιβαρή. Κόλλησα. Κοίταξα έξω από το παράθυρο, τα νερά να τρέχουν σαν μικροί ποταμοί στα σκαλοπάτια του δρόμου. Δεν απέσυρα το πόδι μου. Δεν είχα καταλάβει πόσο πεινασμένη είχα γίνει για ένα απλό άγγιγμα, πόσο πολύ έλειπε.
Γύρισα το κεφάλι μου και τον φίλησα. Ήταν εγώ. Απλώς σκύψαμε προς το μέσο και τα χείλη μας συναντήθηκαν. Η πρώτη επαφή ήταν αδέξια, σχεδόν ανύπαρκτη. Μετά, σαν να παρασύρθηκε κάποιος μοχλός, άνοιξε το στόμα του και το φιλί έγινε βαθύ, υγρό, άγριο. Τα χέρια του πήγαν στο πρόσωπό μου, στα μαλλιά μου, με μια δύναμη που με τράβηξε προς το μέρος του. Εκείνος κρατιόταν πίσω, το αίσθημα ήταν ότι κρατιόταν από μια κλωστή, αλλά το στόμα του, η γλώσσα του, ήταν πεισμνάδες.
Χωρίς να πούμε τίποτα, χωρίς να σταματήσουμε να φιλιόμαστε, μετακινηθήκαμε. Εγώ πέσα πλάτη στο κατώτερο μέρος του καναπέ. Εκείνος ήταν από πάνω μου. Τα χέρια μας έψαχναν γρήγορα, νευρικά. Άνοιξε το κουμπωμένο μπλούζας μου, βγάζοντας δύο κουμπιά στην πορεία. Το σουτιέν μου έμεινε απλώς σκισμένο στα δυο μέρη. Το ανοιχτό παντελόνι του, το φερμουάρ του τζιν μου που κατέβηκε με έναν τραχύ ήχο. Δεν βγάλαμε τίποτα τελείως, απλώς τράβηξαμε τα πάντα στο μισό, για να υπάρχει πρόσβαση.
Μπήκε μέσα μου γρήγορα, με έναν ολόκληρο, βαθύ εμβόλιμο που μου έβγαλε έναν ηχητό αναστεναγμό. Ήταν στιβαρός, ζεστός και με μυρωδιά νερού, ξύλου και κάποιας οξειδωμένης μέταλλος. Κρατούσα τις γάμπες μου γύρω από τη μέση του, οι παλάμες μου γραπώνονταν στην πλάτη του μέσα από το βαμβακένο πουκάμισό του. Ο ρυθμός του ήταν σταθερός, βαθύς, σαν να χτυπούσε κάτι σε μια πόρτα. Το μόνο που ακουγόταν ήταν ο βροχόλεπτος της βροχής και οι αναπνοές μας, οι δικές μου πιο ψιλές, πνιγμένες.
Δεν κράτησε πολύ. Ένιωσα το σώμα του να σφίγγεται, να παγώνει για μια στιγμή και μετά να εκτονώνεται με έναν βαθύ, σχεδόν πόνσο γογγυσμό που έφυγε από το λαιμό του. Και εγώ, είχα ήδη τελειώσει νωρίτερα, από τη βιασύνη και την απροσδόκητη οικειότητα όλου αυτού.
Ξαπλώσαμε έτσι για λίγα δευτερόλεπτα, μπερδεμένοι στα μισά ρούχα μας, ενώ η βροχή συνέχιζε. Μετά, αποσπάστηκε από πάνω μου με μια κίνηση που φαινόταν ταυτόχρονα προσεκτική και απότομη. Σήκωσε και άρχισε να βάζει τον εαυτό του σε τάξη, πλάτη μου.
Ο ίδιος ντροπή, η ίδια αιφνίδια ψυχρότητα μου έπεσε πάνω. Σήκωσα κι εγώ, τράβηξα το τζιν μου, έκλεισα το μπλούζας μου με τα δύο κουμπιά χαμένα. Το σουτιέν μου κρέμονταν αχρείαστο. Το βούτηξα στην τσέπη του φουστάνιου μου.
«Λογικά θα σταματήσει σύντομα», είπε, κοιτώντας το παράθυρο με το πηγαδάκι του.
«Ναι», είπα εγώ, σιγουρευόμενη ότι η φωνή μου ήταν φυσιολογική.
Όταν έφυγε εκείνο το απόγευμα, ήταν μια φυσιολογική αποχώρηση. Ένα «ευχαριστώ», ένα «θα σε δω». Η πόρτα έκλεισε.
Και τότε σκέφτηκα τον Νικόλα. Θα τηλεφωνούσε σε μια ώρα, όπως κάθε βράδυ. Θα ρωτούσε «Τι έκανες σήμερα;». Και εγώ θα έλεγα: «Τίποτα. Τακτοποιούσα χαρτιά. Κουράστηκα». Το ψέμα ήταν τόσο εύκολο, τόσο γλυκό που μου προξένησε αναγούλα.
Ο Άρης ήρθε ξανά μετά από τρεις μέρες. Δεν υπήρχε πρόφαση αυτή τη φορά. Το βράδυ, μετά τις εννιά, άκουσα το βαν του να σταματάει έξω. Βγήκα στην αυλή, χωρίς να πάρω μπουφάν. Με κοίταξε από το ανοιχτό παράθυρο του οδηγού.
«Βγαίνεις λίγο;» ρώτησε.
Μπήκα μέσα. Δεν πήγαμε πουθενά συγκεκριμένα. Οδηγούσε με αργό ρυθμό στους σκοτεινούς δρόμους που ανέβαιναν προς τα πάνω χωριά, τα Μικρά Παζαράκια και τα Καστράκια που τον χειμώνα ήταν σχεδόν φαντάσματα. Σταματήσαμε σε ένα γκρεμό με θέα στην κοιλάδα. Κάναμε σεξ στο πίσω μέρος του βαν, πάνω σε ένα παλιό, τραχύ κουβέρ. Δεν μιλήσαμε σχεδόν καθόλου. Οι κινήσεις μας ήταν έντονες, σχεδόν αγωνιώδεις, σαν να προσπαθούσαμε να βγάλουμε κάτι από μέσα μας που δεν μπορούσε να βγει με λόγια.
Αυτό έγινε το μοτίβο. Συμφωνήσαμε χωρίς να το συζητήσουμε ποτέ: αυτό υπήρχε μόνο εδώ, στο Πήλιο, μέσα στον παγωμένο χειμώνα. Όταν γύριζα στην Αθήνα για τρεις-τέσσερις μέρες για δουλειά, ζούσα μια άλλη ζωή. Ο Νικόλας ήταν ο ίδιος – απομακρυσμένος, πολύπρακτος – και εγώ ήμουν η ίδια Κλειώ που γνώριζε. Και πάλι, κάθε φορά που γύριζα στο χωριό, ο Άρης εμφανιζόταν σαν το βράδυ της πρώτης ημέρας, και οι οδηγήσεις μας γίνονταν πιο μακρινές, οι στάσεις πιο μυστικές.
Τον ήθελα. Το ξέρω. Το σώμα μου το φώναζε κάθε φορά που τον έβλεπα. Αλλά άρχισα να φοβάμαι ότι αυτό που έψαχνα σε εκείνον δεν ήταν απλά ο ίδιος. Ήταν η ησυχία του, η σιωπηλή αποδοχή του για το ποιος ήταν, η εγκαρδιωμένη απομόνωση αυτού του τόπου. Ήταν μια διαφυγή από κάτι που ακόμα δεν είχα το θάρρος να ονομάσω μέσα στο κεφάλι μου.
Η πρόσκληση του Νικόλα ήρθε μέσω mail, σαν επαγγελματικό υπόμνημα. «Θα περάσω Σάββατο Κυριακή να δω το σπίτι και να σε βοηθήσω με ό,τι χαρτιά έχουν μείνει. Μπορούμε να φανταστούμε και σχέδια για το μέλλον του. Θα είμαι εκεί μεσημέρι Σαββάτου.» Το διάβασα δέκα φορές. Ο πανικός ήταν κρύος, σαν πάγο που με έσφιγγε από μέσα.
Τον Άρη τον είδα την επόμενη μέρα. Μου είχε πει να περάσω από το παλιό ξυλόστεγο του, που το είχε κάνει αποθήκη για εργαλεία, στις παρυφές του χωριού. Μπήκα μέσα στη μισοφωτισμένη αχούρα, μυρίζοντας ξύλο και σκουριά. Τον βρήκα να τακτοποιεί σωλήνες.
«Ο Νικόλας έρχεται το Σαββατοκύριακο», είπα, χωρίς καν γεια.
Σταμάτησε. Κάτι πέρασε από το πρόσωπό του – μια συστολή, μια ανάσα – και μετά έκανε έναν ώμο.
«Ε, καλά. Ήξερα ότι θα γίνει κάποτε.»
Η φωνή του ήταν επίπεδη, σχεδόν αδιάφορη. Αυτή η αδιαφορία με χτύπησε βαθύτερα απ’ οτιδήποτε άλλο. Αισθάνθηκα να γίνομαι μικρή, ανόητη, σαν να είχα επινοήσει όλο αυτό το πράγμα μόνη μου.
«Δεν είναι παιχνίδι αυτό, ξέρεις», του φώναξα, και ο ήχος μου ακούγονταν παραπονιάρικος ακόμα και στα δικά μου αυτιά.
Γύρισε απότομα. Τα μάτια του, συνήθως τόσο ήρεμα, ήταν στενά και ζοφερά.
«Και ποιος σου είπε ότι το παίζω;» είπε, η φωνή του τώρα σπασμένη. «Εγώ δεν είμαι άνθρωπος για κρυφά, Κλειώ. Μεγαλώνοντας εδώ, με τα λίγα που είχα, έμαθα να θέλω τα πράγματα ξεκάθαρα. Ή τα θέλω, ή δεν τα θέλω. Και αν αυτό που κάνουμε εμείς… αν είναι μόνο μια διαφυγή από την πραγματικότητά σου, τότε καλύτερα να σταματήσει τώρα. Πριν πονέσει κανείς μας περισσότερο.»
«Κι εσύ δεν πονάς;» το ξέσπασα, χωρίς να το σκεφτώ.
Με κοίταξε για μια στιγμή, και στην έκφρασή του υπήρχε ένας τόσο βαθύς πόνος που ανατρίχιασα.
«Ξέρεις τι πονάει;» είπε χαμηλόφωνα. «Να είμαι ο μυστικός. Ο άνθρωπος της βροχής και των σκοτεινών δρόμων. Αυτό πονάει.»
Γύρισε και άρχισε να βάζει εργαλεία σε μια τσάντα, με απότομες, ρωγμημένες κινήσεις. Ήξερα ότι είχε τελειώσει. Φύγαμε και οι δύο χωρίς να πούμε τίποτα άλλο. Έφυγα πρώτη, με τα μάτια μου καλυμμένα από δάκρυα θυμού και ντροπής.
Τις επόμενες τρεις μέρες τον απέφευγα. Αλλά το χωριό ήταν μικρό. Τον έβλεπα από μακριά, να σκύβει πάνω σε ένα λέβητα σε ένα σπίτι πιο κάτω στο δρόμο, το φανάρι του κουστουμιού του να αναβοσβήνει στον παγωμένο αέρα. Κάθε φορά που περνούσα με το αυτοκίνητό μου, η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά, σαν να έκανα κάτι λάθος.
Η νύχτα πριν φύγει ο Νικόλας, οκτώ η ώρα, το κινητό μου τρίζει. Ένα μήνυμα από άγνωστο αριθμό, αλλά ήξερα ποιος ήταν.
«Θα είμαι στο παλιό πηγάδι στη διασταύρωση για το Καστράκι, απόψε στις δέκα. Αν θέλεις να με δεις.»
Δεν σκέφτηκα ούτε δευτερόλεπτο. Αφήσαμε τον Νικόλα να διαβάζει κάποιο δικογραφικό φάκελο στον καναπέ και βγήκα, είπα για λίγο αέρα. Ο δρόμος ήταν ένα με το σκοτάδι, ο παγετός έτριζε κάτω από τις μπότες μου. Το πηγάδι ήταν μια χαμηλή πέτρινη μορφή στη διασταύρωση, ξεχασμένο.
Εκεί στεκόταν, με ένα τσιγάρο. Η λάμψη του στο σκοτάδι ήταν το μόνο σημείο ζωής.
«Ήρθες», είπε, χωρίς να γυρίσει.
«Ναι.»
«Λέει να φύγει αύριο ο άνθρωπός σου;»
«Ναι.»
Γύρισε τελικά να με κοιτάξει. Το πρόσωπό του ήταν οραμό μόνο από τη λάμψη των αστεριών.
«Πρέπει να αποφασίσεις, Κλειώ. Για το σπίτι. Για τη ζωή σου.»
«Το ξέρω», ψιθύρισα.
«Εγώ όμως», συνέχισε, η φωνή του σχεδόν χαμένη στον αέρα, «δεν θέλω να είμαι ο λόγος για μια απόφαση. Θέλω να είμαι ο άνθρωπος. Αν πρόκειται να είμαι κάτι.»
Δεν είχα απάντηση. Κοιτάξαμε ψηλά. Ο ουρανός ήταν μια μαύρη λίμνη παγωμένη, με τα αστέρια να είναι τόσο κοφτά και ξεκάθαρα που φαινόταν να τρίζουν. Ένας αέρας περνούσε, φέρνοντας τη μυρωδιά της υγρής γης και του μακρινού ξύλου.
Πλησίασα. Έβαλα το κεφάλι μου στον ώμο του. Τον άγγιξα. Το χέρι του βρήκε τη μέση μου και με τράβηξε κοντά του. Δεν ήταν έλξη του πάθους, ήταν μια πιο βαθιά ανάγκη για αγκάλιασμα. Στεκόμασταν έτσι, χωρίς να κινηθούμε, χωρίς να φιληθούμε, χωρίς να δείξουμε κάτι άλλο. Η θέρμανση του σώματός του διαπερνούσε το παλτό μου. Η μυρωδιά του – καπνός, καθαρή εσώρουχα, ίδρωτας από τη δουλειά – ήταν η μόνη πραγματικότητα εκείνη τη στιγμή.
Όταν έφυγα, δεν είπαμε καληνύχτα. Απλά αποχωριστήκαμε.
Ο Νικόλας ήταν ξύπνιος όταν γύρισα. «Πού ήσουν τόση ώρα;» ρώτησε, κοιτώντας το ρολόι.
«Περπάτησα», είπα, βγάζοντας το παλτό. «Χρειάστηκε να ξεδιαλύνω.»
Με κοίταξε λίγο παράξενα, σαν να διάβαζε κάτι στο πρόσωπό μου που δεν μπορούσε να το αποκωδικοποιήσει. Ήταν ο δικηγόρος που προσπαθούσε να βρει την αδυναμία στο μαρτύρο. Στην τελική, δεν είπε τίποτα.
Το πρωί φύγει. Με ένα φιλί στο μάγουλο, μια υπόσχεση να συζητήσουμε το μέλλον του σπιτιού με ψυχραιμία. Το αυτοκίνητό του χάθηκε στην ανατροφή του δρόμου.
Εγώ έμεινα.
Δεν είπα τίποτα στον Άρη. Δεν έστειλα μήνυμα, δεν πήγα να τον βρω. Το ξέρω ότι θα τον ξαναδώ. Όταν θα χρειαστεί κάτι το σπίτι, ή όταν ο καθένας μας θα χρειαστεί απλά να δει το πρόσωπο του άλλου. Για τώρα, η σιωπή μεταξύ μας είναι το μόνο πράγμα αρκετά δυνατό να κουβαλήσει το βάρος αυτής της αλήθειας: ότι κάτι ξεκίνησε στη μέση του χειμώνα, και ότι κανένας μας δεν ξέρει πού θα βρει το τέλος του.
Σου άρεσε;
Γίνε ο πρώτος που βαθμολογεί

