Παγωμένη φλόγα στα κάστρα
Περπατούσα μόνος στα υγρά καλντερίμια κάτω από το κάστρο της Πάτρας, παραμονή Χριστουγέννων. Το κρύο δεν ήταν απλώς κρύο· ήταν εκείνο το διαπεραστικό, υγρό κρύο που μπαίνει στα κόκαλα και σου θυμίζει ότι είσαι ακόμα ζωντανός, έστω κι αν το προτιμούσες αλλιώς. Τα βήματά μου αντηχούσαν πάνω στα λιθόστρωτα που γυάλιζαν από την υγρασία, σαν να περπατούσα μέσα σε έναν άδειο ναό που μύριζε μούχλα, θαλασσινή αρμύρα και καμένα ξύλα από τα τζάκια των γειτονιών πιο πάνω.
Είχα κατέβει από την Αθήνα για τρεις μέρες, μόνο και μόνο επειδή η μητέρα μου επέμενε ότι «φέτος θα είναι διαφορετικά». Δεν ήταν. Το ίδιο ψέμα, τα ίδια πρόσωπα, οι ίδιες κουβέντες για δουλειές και παιδιά που δεν έκανα. Βγήκα από το σπίτι μετά το δείπνο λέγοντας ότι θέλω να περπατήσω. Δεν ήθελα πραγματικά να περπατήσω. Ήθελα μόνο να ξεφύγω για λίγο από τα βλέμματα που με ρωτούσαν σιωπηλά πότε θα γινόμουν επιτέλους «κανονικός».
Σταμάτησα κάτω από ένα παλιό τόξο του τείχους, εκεί όπου το φως ενός μοναχικού λαμπτήρα έπεφτε λοξά πάνω στα λιθάρια. Έβγαλα το πακέτο από την τσέπη του τζάκου μου, έσκυψα να προφυλάξω τη φλόγα του αναπτήρα από τον άνεμο. Το τσιγάρο άναψε με τον γνώριμο ήχο του αναπτήρα. Πήρα μια βαθιά ρουφηξιά και τότε την είδα.
Στεκόταν λίγα μέτρα πιο πέρα, ακουμπισμένη στο τείχος σαν να ήταν μέρος του. Μαύρο μάλλινο παλτό που έφτανε μέχρι τις γάμπες, κόκκινα μαλλιά που έπεφταν άγρια στους ώμους της, σαν φωτιά που κάποιος προσπάθησε να σβήσει αλλά δεν τα κατάφερε. Κάπνιζε με μανία, τραβώντας το τσιγάρο της σαν να της χρωστούσε κάτι. Το χέρι της έτρεμε ελαφρά. Δεν ξέρω γιατί κοίταξα δεύτερη φορά. Ίσως επειδή η στάση της ήταν τόσο ίδια με τη δική μου. Μοναξιά που δεν προσπαθούσε καν να κρυφτεί.
Τα μάτια μας συναντήθηκαν για δυο-τρία δευτερόλεπτα. Πράσινα, βαθιά, θυμωμένα. Γύρισε το βλέμμα της αλλού, αλλά όχι αμέσως. Σαν να με ζύγισε.
«Παράξενος καιρός για βόλτα», είπα χωρίς να το σκεφτώ, με φωνή που βγήκε πιο βραχνή απ’ ό,τι περίμενα. «Το κρύο κόβει».
Στράφηκε αργά προς το μέρος μου. Με κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω, σαν να αποφάσιζε αν άξιζα τον κόπο να απαντήσει. Το χείλος της ανασηκώθηκε ελαφρά, όχι χαμόγελο, περισσότερο ειρωνεία.
«Το κρύο είναι το λιγότερο», είπε. Η φωνή της ήταν βαθιά, λίγο σπασμένη, σαν να είχε καπνίσει δέκα πακέτα από το πρωί. «Το χειρότερο είναι τα φώτα. Όλα αυτά τα μαλακισμένα φωτάκια παντού. Σαν να προσπαθούν να σου θυμίσουν ότι πρέπει να είσαι χαρούμενος».
Τράβηξα άλλη μια ρουφηξιά. Το τσιγάρο μου είχε σχεδόν καεί.
«Δεν είσαι από εδώ, ε;» ρώτησε, χωρίς να περιμένει απάντηση. «Έχεις εκείνη την αθηναίικη αύρα του “γιατί είμαι εδώ που δεν θέλω να είμαι”».
Χαμογέλασα πικρά.
«Επέστρεψα για λίγο. Οικογενειακά. Εσύ;»
«Εγώ μένω εδώ. Δυστυχώς.»
Έσβησε το τσιγάρο της πάνω στο πέτρινο τείχος με μια κίνηση γεμάτη νεύρο. Το αποτσίγαρο έπεσε κάτω. Μετά με κοίταξε ξανά, πιο προσεκτικά αυτή τη φορά. Κάτι μέσα της φάνηκε να μαλακώνει, ή ίσως να σπάει.
«Δεν αντέχω άλλο να κάθομαι μέσα απόψε», είπε χαμηλόφωνα, σχεδόν στον εαυτό της.
Δεν ξέρω τι με έπιασε. Ίσως η ίδια η απόγνωση που έβγαζε, που έμοιαζε τόσο με τη δική μου. Ίσως που δεν είχα καμία όρεξη να γυρίσω πίσω στο σπίτι και να ακούσω τη θεία μου να με ρωτάει για πέμπτη φορά πότε θα κάνω οικογένεια.
«Ούτε εγώ», απάντησα.
Με κοίταξε για λίγο ακόμα. Μετά έκανε ένα μικρό νεύμα με το κεφάλι, σαν να αποφάσιζε κάτι.
«Περπατάμε λίγο; Δεν ξέρω πού. Απλώς… μακριά από εδώ.»
Δεν απάντησα με λόγια. Απλώς έσβησα κι εγώ το τσιγάρο μου και έκανα ένα βήμα δίπλα της. Άρχισε να περπατάει προς τα κάτω, προς την κατεύθυνση της πόλης. Την ακολούθησα. Δεν μιλούσαμε. Μόνο ο ήχος των βημάτων μας πάνω στα υγρά λιθάρια, ο ήχος της ανάσας μας που έβγαινε λευκή στον παγωμένο αέρα, και κάπου μακριά η μακρινή ηχώ καμπανών από κάποια εκκλησία που θύμιζε σε όλους ότι έπρεπε να γιορτάζουν.
Το παλτό της άγγιξε το δικό μου για μια στιγμή όταν στρίψαμε σε μια γωνία. Κανείς μας δεν τραβήχτηκε. Το κρύο εξακολουθούσε να τρυπάει, αλλά τώρα υπήρχε και κάτι άλλο. Μια ζέστη κάπου βαθιά, επικίνδυνη, που δεν ήθελα να ονομάσω ακόμα.
Συνεχίσαμε να περπατάμε χωρίς να ξέρουμε πού πάμε, κάτω από τα σκοτεινά τόξα του κάστρου, με τα κόκκινα μαλλιά της να φωτίζονται στιγμιαία κάθε φορά που περνούσαμε κάτω από έναν λιγοστό φανοστάτη. Δεν ήξερα το όνομά της. Δεν ήξερα τίποτα γι’ αυτήν. Και όμως, εκείνη τη στιγμή, ένιωθα ότι την ήξερα καλύτερα από τους περισσότερους ανθρώπους που έλεγαν ότι με ήξεραν.
Και αυτό με τρόμαζε περισσότερο από το κρύο.
Ο αέρας μέσα στο μπαρ ήταν βαρύς από καπνό, παλιό ξύλο και εκείνη τη χαρακτηριστική μυρωδιά υγρής πέτρας που έχουν τα παλιά κτίρια της Πάτρας. Το «Μικρό Κατάστημα» λεγόταν, ένα στενόμακρο μαγαζί κρυμμένο σε ένα σοκάκι πίσω από την πλατεία Όλγας, με μόνο τρία τραπέζια και έναν μπάρμαν που έμοιαζε να έχει δει τα πάντα και δεν ήθελε να δει τίποτα άλλο. Μόλις μπήκαμε, ο θόρυβος της πόλης έσβησε απότομα. Μόνο ένα παλιό τραγούδι του Cohen έπαιζε χαμηλά από τα ηχεία, σαν να είχε επιλεγεί ειδικά για εμάς.
Καθίσαμε στο βάθος, δίπλα στο παράθυρο που έβλεπε στον άδειο δρόμο. Έβγαλε το μαύρο παλτό της και από κάτω φορούσε ένα απλό μαύρο πουλόβερ που έσφιγγε το στήθος της με τρόπο που δεν μπορούσα να αγνοήσω. Τα κόκκινα μαλλιά της έπεφταν άτακτα στους ώμους της, σαν να είχε περάσει ώρες περνώντας τα δάχτυλά της μέσα τους από νεύρο.
«Ουίσκι», είπε στον μπάρμαν χωρίς να ρωτήσει εμένα. «Δύο. Σκέτα.»
Δεν διαμαρτυρήθηκα. Το χρειαζόμουν.
Όταν ήρθαν τα ποτήρια, τα χτυπήσαμε χωρίς να πούμε «στην υγειά μας». Δεν υπήρχε τίποτα υγιές απόψε.
«Δεν ξέρω καν το όνομά σου», είπα μετά την πρώτη γουλιά. Το ουίσκι έκαιγε ωραία, σαν να μου θύμιζε ότι ακόμα ήμουν ζωντανός.
«Ρεβέκκα», απάντησε. «Και εσύ είσαι ο Αλέξανδρος που δεν ήθελε να γυρίσει σπίτι του απόψε.»
Την κοίταξα έκπληκτος.
«Το άκουσα όταν μιλούσες στο τηλέφωνο πριν, όταν νόμιζες ότι δεν σε άκουγα. Δεν πειράζει. Ούτε εγώ ήθελα να μείνω μόνη.»
Πήρε μια μεγάλη γουλιά και μετά άναψε τσιγάρο, παρόλο που μέσα απαγορευόταν. Ο μπάρμαν ούτε που γύρισε να κοιτάξει. Φαίνεται ότι απόψε ίσχυαν άλλοι κανόνες.
«Παντρεμένη ήσουν;» ρώτησα χωρίς περιστροφές. Το ουίσκι είχε αρχίσει ήδη να λύνει τη γλώσσα μου.
Γέλασε πικρά. Ένα γέλιο που δεν είχε καμία χαρά μέσα του.
«Παντρεμένη. Διαζευγμένη εδώ και ενάμιση χρόνο. Αυτός ο ηλίθιος με χώρισε για μια εικοσιτριάχρονη που γνώρισε στο γυμναστήριο. Κλασική μαλακία. Εγώ σχεδίαζα λογότυπα για εταιρείες που δεν τις ένοιαζε τίποτα, κι εκείνος έκανε “προσωπική ανάπτυξη”. Τελικά η προσωπική του ανάπτυξη ήταν μέσα στα κολάν της.»
Έσκυψε λίγο μπροστά. Τα μάτια της, πράσινα με καφετιές πιτσιλιές, με κάρφωσαν.
«Εσύ;»
«Με τη Μαρία είμαστε μαζί εδώ και τρία χρόνια. Δεν ήταν ποτέ μια εύκολη σχέση. Τον τελευταίο καιρό, όμως, νιώθω πως κάτι έχει σβήσει ανάμεσά μας. Σαν να ξεθύμανε ένα ποτό που άφησες έξω από το ψυγείο. Δεν υπήρξε κάποια μεγάλη προδοσία ούτε ένας καθοριστικός καβγάς. Μόνο η αίσθηση πως γίναμε δύο άνθρωποι που μοιράζονται την καθημερινότητα χωρίς να ξέρουν πια τι τους κρατά μαζί.»
Το χέρι της ακούμπησε στο τραπέζι δίπλα στο δικό μου. Τα δάχτυλά της άγγιξαν τα δικά μου όταν πήρε το ποτήρι. Δεν ήμουν βέβαιος αν ήταν τυχαίο. Δεν το τράβηξε. Ούτε εγώ.
«Ξέρεις τι είναι το χειρότερο;» είπε χαμηλόφωνα. «Δεν είναι ότι δεν τον αγαπάω πια. Είναι ότι δεν θυμάμαι πια πώς ήταν να αγαπάς κάποιον. Έχω γίνει τόσο κενή που φοβάμαι ότι αν με τρυπήσεις, δεν θα βγει ούτε αίμα. Μόνο σκόνη.»
Τα λόγια της με χτύπησαν πιο δυνατά από ό,τι περίμενα. Γιατί έμοιαζαν πολύ με αυτά που δεν τολμούσα να πω ούτε στον εαυτό μου.
«Εγώ νιώθω ότι η ζωή μου τρέχει και εγώ απλά προσπαθώ να μην πέσω. Στα τριάντα εφτά μου είμαι μηχανικός σε μια εταιρεία που σχεδιάζει γέφυρες που δεν θα περπατήσω ποτέ. Γυρίζω στην Πάτρα για τον πατέρα μου που αρρώστησε, και ξαφνικά συνειδητοποιώ ότι δεν έχω τίποτα δικό μου. Ούτε σπίτι, ούτε σχέση, ούτε καν έναν λόγο να ξυπνήσω το πρωί που να μην είναι η δουλειά.»
Το δάχτυλό της χάιδεψε απαλά τη ράχη του χεριού μου. Μια μικρή, σχεδόν αθώα κίνηση. Αλλά δεν ήταν αθώα καθόλου. Το δέρμα μου κάηκε εκεί που με άγγιζε.
«Δεν έπρεπε να σου τα λέω όλα αυτά», μουρμούρισα.
«Γιατί;» Η φωνή της είχε γίνει πιο βαθιά. «Επειδή είμαι ξένη; Ακριβώς γι’ αυτό πρέπει. Δεν θα με ξαναδείς. Δεν θα με κρίνεις. Μπορείς να μου πεις ότι είσαι χαμένος χωρίς να φοβάσαι ότι θα σε λυπηθώ.»
Η ατμόσφαιρα είχε βαρύνει τόσο που σχεδόν την ένιωθα να πιέζει το στήθος μου. Το βλέμμα της είχε καρφωθεί στο δικό μου και δεν το έπαιρνε. Ένιωθα την ανάσα της, το άρωμα του ουίσκι στα χείλη της, τη ζεστασιά που έβγαζε το σώμα της κάτω από εκείνο το λεπτό πουλόβερ.
«Πρέπει να φύγω», είπα ξαφνικά, με φωνή που έτρεμε ελαφρά. «Αυτό… δεν είναι καλή ιδέα.»
Με κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα που μου φάνηκαν αιώνες. Μετά έσκυψε λίγο πιο κοντά. Τα χείλη της σχεδόν άγγιξαν το αυτί μου όταν ψιθύρισε:
«Μείνε.»
Μια μόνο λέξη. Αλλά ήταν σαν να μου είχε ρίξει άγκυρα στο στήθος. Το χέρι της είχε τώρα πιάσει εντελώς το δικό μου. Τα δάχτυλά της ήταν καυτά. Το ουίσκι γύριζε μέσα μου, το αίμα μου είχε ανέβει, και ξαφνικά το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ ήταν πόσο πολύ ήθελα να νιώσω αυτό το καυτό σώμα να πιέζεται πάνω μου, να ξεχάσω, να καούμε μαζί σε αυτή την παγωμένη νύχτα.
Δεν απάντησα. Απλώς έσφιξα τα δάχτυλά της.
Και εκείνη χαμογέλασε. Όχι με ειρωνεία αυτή τη φορά. Με μια πείνα που μου έκοψε την ανάσα.
Βγήκαμε από το μπαρ χωρίς να πούμε κουβέντα. Το κρύο μας χτύπησε κατάμουτρα σαν χαστούκι, αλλά κανείς μας δεν έκανε πίσω. Το χέρι της ήταν ακόμα μέσα στο δικό μου, σφιχτό, σαν να φοβόταν ότι αν το άφηνε θα εξαφανιζόμουν μέσα στη νύχτα. Περπατούσαμε γρήγορα, σχεδόν βιαστικά, ανάμεσα στα υγρά καλντερίμια πίσω από την πλατεία Όλγας. Τα φώτα των δέντρων έτρεμαν πάνω στα υγρά πεζοδρόμια, αλλά εμείς δεν τα κοιτούσαμε. Τα βήματά μας αντηχούσαν μονότονα, σαν να είχαμε ήδη συμφωνήσει σε κάτι που δεν τολμούσαμε να ονομάσουμε.
«Δεν μένεις μακριά;» ρώτησα τελικά, μόνο και μόνο για να σπάσω τη σιωπή.
«Πίσω από το Δημοτικό Θέατρο. Δέκα λεπτά με τα πόδια.» Η φωνή της ήταν χαμηλή, σχεδόν βραχνή από το ουίσκι και τον καπνό. «Αν το έχεις μετανιώσει, πες το τώρα.»
Δεν απάντησα. Απλώς έσφιξα πιο δυνατά το χέρι της. Το σώμα μου είχε ήδη πάρει την απόφαση πολύ πριν το μυαλό μου προλάβει να διαμαρτυρηθεί.
Το κτίριο ήταν παλιό, από εκείνα τα νεοκλασικά που έχουν ακόμα τα ψηλά ταβάνια και τις σκουριασμένες μπαλκονόπορτες. Ανεβήκαμε τα σκαλιά χωρίς να ανάψουμε το φως της σκάλας. Το σκοτάδι μας βόλευε. Στο δεύτερο πάτωμα σταμάτησε μπροστά σε μια πόρτα με ξεθωριασμένο αριθμό 7. Το κλειδί γύρισε με θόρυβο μέσα στην κλειδαριά. Μόλις μπήκαμε μέσα και η πόρτα έκλεισε πίσω μας με ένα δυνατό κλικ, όλα άλλαξαν.
Με έσπρωξε με δύναμη στον τοίχο του μικρού διαδρόμου. Το σώμα της πιέστηκε πάνω μου πριν προλάβω να πω οτιδήποτε. Το φιλί της δεν ήταν φιλί· ήταν επίθεση. Τα χείλη της ήταν καυτά, άγρια, σχεδόν θυμωμένα, σαν να ήθελε να με δαγκώσει, να με τιμωρήσει που βρέθηκα εκεί. Η γλώσσα της μπήκε μέσα μου χωρίς προειδοποίηση, απαιτητική, και εγώ ανταποκρίθηκα με την ίδια οργή. Τα δόντια μας χτύπησαν. Άκουσα έναν μικρό ήχο απόλυτης ανάγκης να βγαίνει από τον λαιμό της.
Τα χέρια της κινήθηκαν βιαστικά προς το παλτό μου, το άνοιξαν με μανία, το έσπρωξαν από τους ώμους μου. Το άφησα να πέσει στο πάτωμα χωρίς να κοιτάξω. Τα δικά μου χέρια μπήκαν κάτω από το πουλόβερ της, βρήκαν το ζεστό δέρμα της μέσης της και το έσφιξαν. Ήταν καυτό. Σαν να είχε πυρετό. Το σώμα της έτρεμε, αλλά όχι από κρύο.
«Γαμήσου…» ψιθύρισε πάνω στα χείλη μου, σχεδόν σαν να με βρίζε. «Μην σταματήσεις να με αγγίζεις.»
Δεν το είχα σκοπό. Τα δάχτυλά μου ανέβηκαν ψηλότερα, βρήκαν το σουτιέν της και το έλυσαν με μια κίνηση. Τα στήθη της γέμισαν τις παλάμες μου, βαριά, σκληρά από την ψύχρα του δωματίου αλλά καυτά από μέσα. Οι θηλές της ήταν σκληρές σαν πετραδάκια. Τις έπιασα ανάμεσα στα δάχτυλά μου και τις έσφιξα. Εκείνη έβγαλε έναν ήχο μισό γρύλισμα, μισό λυγμό και δάγκωσε το κάτω χείλος μου τόσο δυνατά που ένιωσα τη γεύση του αίματος.
Τα ρούχα μας κατέληγαν στο πάτωμα, σαν να μας έκαιγαν. Το πουλόβερ της, το δικό μου πουκάμισο, το τζιν της που κατέβηκε μαζί με το δικό μου σε μια κίνηση. Δεν υπήρχε τρυφερότητα. Μόνο ανάγκη. Ωμή, σκοτεινή, σχεδόν αυτοκαταστροφική. Την έσπρωξα προς τα πίσω, προς το σαλόνι που φωτιζόταν μόνο από το φως του δρόμου που έμπαινε από τις μισάνοιχτες κουρτίνες. Το σώμα της ήταν εκπληκτικό· λεπτό αλλά γεμάτο καμπύλες, με απαλό στομάχι και γοφούς που ζητούσαν να τους πιάσεις δυνατά. Τα κόκκινα μαλλιά της είχαν πέσει άγρια στους ώμους της.
Τη σήκωσα λίγο και την κάθισα στην άκρη του τραπεζιού. Τα πόδια της τυλίχτηκαν αμέσως γύρω από τη μέση μου. Το στρινγκ της ήταν ήδη μουσκεμένο. Το έσπρωξα στην άκρη με τα δάχτυλά μου και βρήκα την καυτή, γλιστερή σάρκα της. Ήταν τελείως έτοιμη. Δύο δάχτυλα μπήκαν μέσα της χωρίς αντίσταση και εκείνη έγειρε το κεφάλι της πίσω, αφήνοντας έναν βαθύ, βραχνό ήχο.
«Μπες μέσα μου», είπε με φωνή που έτρεμε από οργή και πόθο μαζί. «Τώρα. Δεν θέλω χάδια. Θέλω να με γαμήσεις σαν να με μισείς.»
Η ενοχή με διαπέρασε σαν μαχαίρι. Εδώ ήμουν, σε μια άγνωστη γυναίκα, παραμονή Χριστουγέννων, έτοιμος να βυθιστώ μέσα της χωρίς καν να ξέρω το επίθετό της. Και όμως, το πουλί μου ήταν τόσο σκληρό που πονούσε. Το έβγαλα από το μποξέρ και το έτριψα πάνω στην υγρή της σχισμή. Εκείνη έσπρωξε τους γοφούς της μπροστά με επιθετικότητα.
Μπήκα μέσα της με μια δυνατή ώθηση. Ήταν σφιχτή, καυτή, σχεδόν καυτή σαν λάβα. Βόγκηξε δυνατά και τα νύχια της μπήξανε στην πλάτη μου. Άρχισα να κινούμαι μέσα της με σκληρές, βαθιές κινήσεις. Κάθε χτύπημα έβγαζε έναν υγρό ήχο που γέμιζε το σκοτεινό δωμάτιο. Τα στήθη της αναπηδούσαν με κάθε ώθηση. Τα χέρια της είχαν πιαστεί από τους ώμους μου, τα δόντια της ήταν μπηγμένα στον λαιμό μου.
«Πιο δυνατά», γρύλισε. «Θέλω να με πονέσεις. Να το νιώσω αύριο όταν θα κάθομαι.»
Τη γύρισα απότομα, την έσκυψα πάνω στο τραπέζι. Τα χέρια της ακούμπησαν στο ξύλο, το κεφάλι της έπεσε μπροστά. Έσπρωξα ξανά μέσα της από πίσω, βαθιά, μέχρι τον πάτο. Τα χτυπήματα έγιναν πιο γρήγορα, πιο άγρια. Το δέρμα μας έτριζε, ο ιδρώτας άρχισε να τρέχει ανάμεσά μας παρόλο που το δωμάτιο ήταν παγωμένο. Το μόνο που ακουγόταν ήταν οι ανάσες μας, τα βογκητά της και ο ήχος της σάρκας που χτυπούσε σάρκα.
Ένιωθα την ενοχή να μεγαλώνει μέσα μου σαν μαύρο σύννεφο, αλλά δεν σταματούσα. Όσο πιο πολύ την έπαιρνα, τόσο πιο πολύ ήθελα. Τα δάχτυλά μου μπήχτηκαν στους γοφούς της τόσο δυνατά που ήξερα ότι θα αφήσουν σημάδια. Εκείνη έσπρωχνε πίσω με την ίδια μανία, σαν να προσπαθούσε να με καταπιεί ολόκληρο.
«Γαμήσου… ναι… εκεί…» έλεγε σπασμένα, με φωνή που έσπαγε. «Μην σταματάς, Αλέξανδρε… γέμισέ με…»
Δεν ξέρω πόση ώρα συνεχίσαμε έτσι. Τα πόδια της έτρεμαν. Το δικό μου κορμί ήταν έτοιμο να σπάσει. Την τράβηξα από τα μαλλιά, την έφερα πίσω πάνω μου και συνέχισα να τη γαμώ όρθια, με το ένα χέρι γύρω από τον λαιμό της, χωρίς να πιέζω, μόνο για να νιώθει την κυριαρχία. Το άλλο χέρι κατέβηκε μπροστά και βρήκε την κλειτορίδα της. Την έτριψα δυνατά, κυκλικά, ενώ συνέχιζα να τη σφυροκοπώ από μέσα.
Το σώμα της τινάχτηκε. Ένα βαθύ, σχεδόν οδυνηρό βογκητό βγήκε από μέσα της και μετά ένιωσα τους σπασμούς της να με σφίγγουν σαν μέγγενη. Ήρθε με όλη της τη δύναμη, τρέμοντας, βρίζοντας, λέγοντας το όνομά μου σαν κατάρα. Δεν άντεξα άλλο. Βγήκα από μέσα της την τελευταία στιγμή και άδειασα πάνω στην πλάτη της με δυνατές, ζεστές ριπές, ενώ εκείνη ακόμα έτρεμε από τα απομεινάρια του οργασμού της.
Για λίγα δευτερόλεπτα το μόνο που ακουγόταν ήταν οι ανάσες μας, βαριές, σπασμένες.
Μετά εκείνη γύρισε, με κοίταξε στα μάτια. Τα δικά της ήταν υγρά, σκοτεινά, γεμάτα κάτι που έμοιαζε με θυμό και ευγνωμοσύνη μαζί.
«Το υπνοδωμάτιο είναι εκεί», είπε με φωνή που είχε γίνει πάλι χαμηλή. «Δεν έχουμε τελειώσει ακόμα.»
Και με πήρε από το χέρι, γυμνή, με το σπέρμα μου ακόμα να τρέχει στην πλάτη της, και με οδήγησε πιο βαθιά μέσα στο σκοτάδι του σπιτιού της.
Το υπνοδωμάτιο ήταν ακόμα πιο σκοτεινό από το σαλόνι. Μόνο το πορτοκαλί φως ενός παλιού δρόμου από κάτω έμπαινε μέσα από τις γρίλιες και έπεφτε λοξά πάνω στο κρεβάτι. Τα σεντόνια μύριζαν σανταλόξυλο, παλιό τσιγάρο και κάτι δικό της που δεν μπορούσα να προσδιορίσω. Μύριζε εκείνη.
Η Ρεβέκκα με έσπρωξε ανάσκελα χωρίς να ανάψει φως. Το σώμα της ήταν ακόμα γυαλιστερό από τον ιδρώτα και το σπέρμα μου που κυλούσε αργά στην καμπύλη της πλάτης της. Δεν το σκούπισε. Το άφησε εκεί σαν σφραγίδα.
«Μείνε ξαπλωμένος», ψιθύρισε και ανέβηκε πάνω μου.
Τα χέρια της βρήκαν τον σκληρό μου πάλι πούτσο – ακόμα δεν είχε μαλακώσει τελείως – και τον έσφιξαν με πείσμα. Με οδήγησε μέσα της αργά, εκατοστό-εκατοστό, σαν να ήθελε να νιώσει κάθε χιλιοστό που την άνοιγε ξανά. Όταν με κατάπιε ολόκληρο, άφησε έναν βαθύ, σχεδόν θυμωμένο ήχο από τον λαιμό της και έμεινε ακίνητη για λίγο, σφιχτά γύρω μου, σαν να με κρατούσε όμηρο.
Μετά άρχισε να κινείται.
Δεν ήταν απαλό. Δεν ήταν τρυφερό. Ήταν επιθετικό, σχεδόν εκδικητικό. Ανεβοκατέβαινε πάνω μου με όλο της το βάρος, χτυπώντας τη λεκάνη της πάνω στη δική μου με δύναμη που έκανε τα κόκαλά μας να τρίζουν. Τα στήθη της τινάζονταν άγρια, οι θηλές της σκληρές και σκούρες στο μισοσκόταδο. Τα χέρια της ακουμπούσαν στο στήθος μου, τα νύχια της μπήγονταν στο δέρμα μου κάθε φορά που κατέβαινε μέχρι τον πάτο.
«Γαμήσου… πιο βαθιά», μουρμούρισε με φωνή που έτρεμε από λύσσα. «Θέλω να σε νιώθω να με σπάς.»
Έσφιξα τους γοφούς της και προσπάθησα να ακολουθήσω τον ρυθμό της, αλλά εκείνη δεν το επέτρεπε. Ήθελε τον έλεγχο. Ήθελε να με χρησιμοποιήσει. Κάθε φορά που κατέβαινε, έβγαζε έναν μικρό, πνιχτό ήχο, σαν να της έβγαζα κάτι μέσα από τα σωθικά. Ο ιδρώτας μας άρχισε να ανακατεύεται πάλι. Το κρεβάτι έτριζε ρυθμικά, σχεδόν θυμωμένα.
«Πες μου κάτι», γρύλισε ξαφνικά, χωρίς να σταματήσει. Τα μάτια της ήταν κλειστά, το κεφάλι της πεταμένο πίσω. «Πες μου ένα όνομα. Όχι το δικό μου.»
Δίστασα για ένα δευτερόλεπτο. Η ενοχή με διαπέρασε σαν μαχαίρι. Αλλά το σώμα μου δεν άκουγε.
«Μαρία…» ψιθύρισα, το όνομα της γυναίκας που με περίμενε στην Αθήνα, το όνομα που δεν έπρεπε να βγει ποτέ από το στόμα μου εδώ.
Η Ρεβέκκα γέλασε, ένα γέλιο σπασμένο, πικρό.
«Καλό παιδί… Γάμα με σαν να είναι αυτή. Σαν να την προδίνεις.»
Άρχισε να κινείται ακόμα πιο άγρια, σαν να ήθελε να τιμωρήσει και τους δυο μας μαζί. Τα χτυπήματά της έγιναν πιο γρήγορα, πιο βαθιά, πιο βίαια. Ένιωθα τον πάτο της να χτυπάει την κεφαλή του πουτσού μου κάθε φορά, σαν να προσπαθούσε να με κάνει να χαθώ μέσα της.
«Γιάννη…» είπε εκείνη ξαφνικά, σχεδόν φτύνοντας το όνομα. «Πιο δυνατά, Γιάννη… γαμήσου πιο δυνατά, ρε μάλακα…»
Δεν ήξερα ποιος ήταν ο Γιάννης της. Δεν με ένοιαζε. Το μόνο που ήξερα ήταν ότι αυτό το όνομα, που δεν ήταν δικό μου, την έκανε να σφίγγεται γύρω μου ακόμα πιο πολύ. Τα χείλη της ήταν μισάνοιχτα, το πρόσωπό της παραμορφωμένο από μια έκφραση που έμοιαζε περισσότερο με πόνο παρά με ηδονή.
Την τράβηξα πάνω μου, στήθος με στήθος. Τα δόντια της βρήκαν τον ώμο μου και δάγκωσαν. Δεν ήταν φιλιά. Ήταν δαγκώματα. Τα χέρια της έμπαιναν στα μαλλιά μου και τα τράβαγαν δυνατά ενώ συνέχιζε να με καβαλικεύει σαν να ήθελε να με εξαφανίσει μέσα της.
«Μην σταματάς… μη σταματάς, ρε πούστη…» ψιθύριζε σπασμένα στο αυτί μου. «Θέλω να με πονέσεις… να με γεμίσεις… να με κάνεις να ξεχάσω ότι αύριο είναι Χριστούγεννα και είμαι μόνη…»
Η ενοχή είχε γίνει πια ένα μαύρο, βαρύ κύμα μέσα στο στήθος μου. Όσο πιο δυνατά την έπαιρνα, όσο πιο πολύ την άκουγα να λέει ξένα ονόματα, τόσο πιο πολύ ήθελα να σταματήσω και τόσο πιο πολύ ήθελα να συνεχίσω. Τα σώματά μας ήταν μουσκεμένα, κολλημένα, ο ιδρώτας έτρεχε ανάμεσα στα στήθη της και στο δικό μου στήθος. Η μυρωδιά του σεξ είχε γεμίσει όλο το δωμάτιο – βαριά, ζωώδης, αμαρτωλή.
Τη γύρισα απότομα κάτω μου. Τα πόδια της τυλίχτηκαν γύρω από τη μέση μου σαν μέγγενη. Μπήκα μέσα της με μια δυνατή ώθηση και άρχισα να τη γαμώ με όλη μου τη δύναμη, σαν να προσπαθούσα να τιμωρήσω και εγώ τον εαυτό μου. Κάθε χτύπημα ήταν βαθύ, βίαιο, σχεδόν θυμωμένο.
«Πες το πάλι», της είπα με φωνή που δεν αναγνώριζα. «Πες το όνομα του άλλου ενώ σε γαμώ.»
«Γιάννη…» βόγκηξε, και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα που δεν ήξερα αν ήταν από ηδονή ή από πόνο. «Γιάννη… γαμήσου… πιο δυνατά…»
Η σάρκα μας χτυπούσε με υγρούς, βρόμικους ήχους. Το κρεβάτι χτυπούσε στον τοίχο. Τα βογκητά μας είχαν γίνει ένα. Και για λίγα, επικίνδυνα λεπτά, ξεχάσαμε ποιοι ήμασταν, πού βρισκόμασταν και πόσο ακριβά θα πλήρωνε αυτή η νύχτα και οι δυο μας όταν ξημέρωνε.
Αλλά η ενοχή δεν έφευγε. Μεγάλωνε. Και όσο πιο κοντά φτάναμε στο τέλος, τόσο πιο βαριά γινόταν.
Ο οργασμός ήρθε σαν σπασμός ολόκληρου του σώματος. Το δικό της πρώτα, ένα βαθύ, σπασμένο βογκητό που κατέληξε σε κραυγή πνιγμένη στον λαιμό της, και μετά το δικό μου, βίαιο, σχεδόν επώδυνο, σαν να ξερίζωνα κάτι από μέσα μου. Γέμισα τη Ρεβέκκα με ό,τι είχε απομείνει από τη νύχτα, με όλη την οργή, την ενοχή και την πείνα που είχαμε μοιραστεί. Τα νύχια της μπήχτηκαν στην πλάτη μου μέχρι που ένιωσα το αίμα να ζεσταίνει το δέρμα. Μετά σωριαστήκαμε, βαριά, ιδρωμένα, λαχανιασμένα, σαν δύο πτώματα που ακόμα δεν είχαν καταλάβει ότι πέθαναν.
Δεν μιλήσαμε. Δεν υπήρχαν λόγια που να μην ακούγονταν φθηνά.
Ξημέρωνε αργά. Το φως που μπήκε από τις γρίλιες ήταν γκρίζο, κρύο, χωρίς ίχνος χαράς. Κάθισα στην άκρη του κρεβατιού, γυμνός ακόμα, και άρχισα να ψάχνω στα σκοτάδια για τα ρούχα μου. Το παντελόνι μου ήταν πεταμένο δίπλα στο κομοδίνο, το πουκάμισο μισοτυλιγμένο στα σεντόνια που μύριζαν ιδρώτα, σπέρμα και σανταλόξυλο. Δεν άναψα το φως. Δεν ήθελα να τη δω καθαρά. Δεν ήθελα να δω την έκφρασή της.
Την άκουσα να σηκώνεται. Τα γυμνά της πόδια ακούμπησαν στο ξύλινο πάτωμα με έναν ήχο που μου φάνηκε υπερβολικά δυνατός. Πήγε μέχρι το παράθυρο, άνοιξε ελαφρά τη μπαλκονόπορτα και άναψε τσιγάρο. Η φλόγα του αναπτήρα φώτισε για μια στιγμή το προφίλ της – τα κόκκινα μαλλιά της ανακατεμένα, τα στήθη της ακόμα σημαδεμένα από τα δάχτυλά μου, η πλάτη της ίσια, σχεδόν προκλητική ακόμα και τώρα.
Δεν γύρισε να με κοιτάξει. Απλώς στεκόταν εκεί, γυμνή, και κάπνιζε. Ο καπνός έβγαινε αργά από τα χείλη της και χανόταν στο κρύο πρωινό.
«Δεν χρειάζεται να πεις τίποτα», είπε τελικά. Η φωνή της ήταν βραχνή, σαν να είχε καπνίσει δέκα πακέτα από το προηγούμενο βράδυ. «Ούτε εγώ θέλω να πω.»
Φόρεσα το πουκάμισο χωρίς να το κουμπώσω. Τα δάχτυλά μου έτρεμαν ελαφρά. Στο στόμα μου είχε μείνει μια πικρή γεύση, σαν στάχτη και ουίσκι που είχε ξινίσει.
«Δεν είμαι τέτοιος άνθρωπος», είπα χαμηλόφωνα, περισσότερο στον εαυτό μου.
Γέλασε σιγανά. Ένα γέλιο χωρίς χαρά.
«Κανείς δεν είναι αυτός που νομίζει ότι είναι, Αλέξανδρε. Ειδικά τα Χριστούγεννα.»
Σηκώθηκα. Φόρεσα το παλτό μου. Το δωμάτιο ήταν παγωμένο τώρα. Το κρεβάτι πίσω μου έμοιαζε με πεδίο μάχης που είχε μείνει μισοτελειωμένο. Πήγα προς την πόρτα. Σταμάτησα δίπλα της, στο παράθυρο. Έξω είχε αρχίσει να χιονίζει. Ελαφρές, λεπτές νιφάδες που έπεφταν αργά πάνω στα φώτα της πόλης, πάνω στα νερά του λιμανιού που φαινόταν μακριά, πάνω στα κόκκινα φώτα του δέντρου στην πλατεία Όλγας.
Την κοίταξα. Τα μάτια της ήταν στεγνά. Δεν υπήρχε εκεί ούτε θυμός ούτε τρυφερότητα. Μόνο μια βαθιά, κουρασμένη ηρεμία, σαν να είχε ξοδέψει όλη την οργή της πάνω μου και τώρα δεν της είχε μείνει τίποτα.
«Δεν θα σου δώσω το τηλέφωνό μου», είπε ήρεμα, τραβώντας μια βαθιά ρουφηξιά. «Και δεν θέλω το δικό σου.»
«Το ξέρω.»
«Ωραία. Τότε φύγε.»
Δεν υπήρχε κακία στη φωνή της. Μόνο κούραση. Κούραση που έμοιαζε με τη δική μου.
Έσκυψα και τη φίλησα στο μάγουλο. Δεν αντέδρασε. Το δέρμα της ήταν κρύο τώρα. Το τσιγάρο της έκαιγε ανάμεσα στα δάχτυλά της σαν μικρή, κόκκινη πληγή.
Βγήκα από το διαμέρισμα χωρίς να κλείσω την πόρτα πίσω μου. Τα σκαλιά της παλιάς πολυκατοικίας ήταν σκοτεινά και μύριζαν υγρασία και παλιό ξύλο. Κατέβαινα αργά, βήμα-βήμα, σαν να φοβόμουν ότι αν κατέβαινα πιο γρήγορα θα έπεφτα.
Έξω, το χιόνι είχε αρχίσει να στρώνει ελαφρά στα πεζοδρόμια. Τα φώτα των δρόμων έτρεμαν μέσα από τις νιφάδες. Κάπου μακριά ακουγόταν μια καμπάνα εκκλησίας, βαριά και μονότονη. Η παραμονή των Χριστουγέννων είχε γίνει πια ανήμερα Χριστούγεννα.
Σταμάτησα στη μέση του δρόμου και άναψα τσιγάρο. Τα χέρια μου μύριζαν ακόμα εκείνη. Τα μαλλιά μου μύριζαν εκείνη. Το στόμα μου είχε ακόμα τη γεύση της.
Και ήξερα, με μια σιγουριά που μου έσφιγγε το στήθος, ότι αυτή η νύχτα δεν θα έφευγε. Δεν θα ξεθώριαζε όπως οι συνηθισμένες περιπέτειες μιας βραδιάς. Θα έμενε μέσα μου σαν μια μικρή, μαύρη φλόγα. Παγωμένη. Αναμμένη. Να με καίει αργά, χωρίς ποτέ να με κάψει εντελώς.
Έριξα μια τελευταία ματιά πάνω, στο παράθυρό της. Δεν φαινόταν τίποτα. Μόνο ο καπνός που έβγαινε ακόμα από τη χαραμάδα.
Γύρισα και άρχισα να περπατάω προς το λιμάνι. Το χιόνι έπεφτε πιο πυκνό τώρα. Και κάθε βήμα που έκανα μακριά της, ένιωθα ότι με κυνηγούσε. Όχι εκείνη. Η ίδια η νύχτα. Η ίδια η ενοχή. Η ίδια η πικρή, γλυκιά γεύση του να ξεχνάς για λίγο ποιος είσαι – και να θυμάσαι μετά, πιο δυνατά από ποτέ.
Σου άρεσε;
Γίνε ο πρώτος που βαθμολογεί

