Ο αγέρας και ο καφές της Μυρτώς

Ο αέρας στις Σποράδες, ακόμα και τον Μάιο, κρατάει μια δροσιά που σου θυμίζει ότι η θάλασσα είναι ακόμα γυμνή. Στεκόμουν στο μικρό κατάστρωμα του «Ατέρα», το παλιό μου ιστιοπλοϊκό που μοιάζει περισσότερο με γεροδεμένο γεροντοπαλίκαρο παρά με σκάφος αναψυχής, και κοίταζα προς τις πέτρες του λιμανιού της Σκιάθου. Είχα σκεφτεί να νοικιάσω ένα από αυτά τα μικρά διαμερίσματα με μπαλκόνι πάνω από τις ταβέρνες, αλλά η ιδέα των τοίχων μου προκαλούσε κλειστοφοβία. Εδώ, με το αλμυρό νερό να χτυπάει ήρεμα το κορμί του σκάφους, ένιωθα ότι μπορούσα να αναπνεύσω. Ή τουλάχιστον να το πιστεύω.

Και κάθε πρωί, όπως ακριβώς έπινα τον πρώτο καφέ μου κοιτάζοντας την ακτή, την έβλεπα. Την κοπέλα από το διπλανό μπαλκόνι. Πάντα την ίδια ώρα, πάντα στην ίδια πόζα: καθηλωμένη σε μια ξαπλώστρα, το λάπτοπ ακουμπισμένο στα πόδια της, τα γυαλιά ηλίγη φροντίδαυ να καθρεφτίζουν τον ήλιο. Τα μαλλιά της, ένα σκούρο καστανό που έφεγγε σαν μέλι υπό το πρωινό φως, ήταν πάντα ακριβώς το ίδιο ατημέλητα, σαν να μην της απασχολούσε καν η ιδέα. Φορούσε παντελόνια λινά και μπλούζες που έκρυβαν τα σχήματα του σώματός της, αλλά η ευθυγράμμιση της σιλουέτας της, ο τρόπος που κρατούσε τον εαυτό της, έβγαζε μια συγκεντρωμένη, σχεδόν αυστηρή χάρη. Ήταν ολόκληρη. Κλεισμένη. Σαν ένα εξαιρετικά όμορφο βιβλίγη φροντίδα με την ανατύπωση να έχει κολλήσει.

«Μυρτώ», την έλεγε η γυναίκα από το μαγαζί ακριβώς από κάτω, όταν της πήρα μια μέρα την τυρόπιτα μου. «Από την Αθήνα, αρχιτέκτων. Μόνη της. Έχει και έναν σκύλο, έναν πολύ νευρικό.»

Και είχε δίκιο για τον σκύλο. Μερικές φορές τον έβλεπα να κοιτάζει με τα μεγάλα, λυπημένα μάτια του από το γυάλινο πόρτα του μπαλκονιού, έναν αδύνατο γκρίζο γκρέιχαουντ που έμοιαζε περισσότερο με ένα ανήσυχο φάντασμα παρά με ζώο. Ποτέ δεν τον άκουγα να γαβγίζει. Μόνο να παραμονεύει.

Μια Τρίτη πρωί, όταν ο βορρέας έπαιζε πιο έντονα και τα σχοινιά του «Ατέρα» χτυπούσαν μελαγχολικά στον ιστό, συνέβη. Η πόρτα του μπαλκονιού της άνοιξε απότομα και μια μακριά, γκρίζα σκιά όρμησε έξω σαν βέλος. Ο σκύλος, προφανώς τρομαγμένος από κάτι μέσα, πέταξε τον εαυτό του προς τα κάτω, χάνοντας την ισορροπία του στα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στις προβλήτες. Βγήκα αμέσως στο κατάστρωμα, αγχωμένος μην έπεφτε στο κρύο νερό, αλλά εκείνος, με ένα απελπισμένο άλμα, πήδηξε από την προβλήτα στο κατάστρωμά μου, τα μακριά του πόδια γλίστρησαν και κατέληξε κάπου ανάμεσα στα κουπιά της βάρκας, τρέμοντας ολόκληρος.

«Άρης!» Η φωνή της ήταν πιο δυνατή από όσο περίμενα, γεμάτη πανικός. Εμφανίστηκε στο μπαλκόνι, χωρίς γυαλιά ηλίγη φροντίδαυ, τα μάτια της ανοιχτά, γεμάτα τρόμο. Με είδε αμέσως. «Συγγνώμη! Συγγνώμη πολύ!»

Προχώρησε βιαστικά προς την προβλήτα, ντυμένη με ένα φόρεμα που έμοιαζε με πιτζάμα, τα πόδια της γυμνά. Χωρίς να το σκεφτώ, έσκυψα και άπλωσα προσεκτικά το χέρι μου προς τον τρομαγμένο σκύλο. «Ήρεμα, μεγάλε. Ήρεμα. Δεν έγινε τίποτα.»

Ο σκύλος κοιτούσε το χέρι μου με ένα μείγμα δέους και ελπίδας. Τα δόντια του δεν ήταν ορατά, απλώς έτρεμε.

«Δεν δαγκώνει, ποτέ δεν δάγκωσε, απλώς φοβάται τα πάντα», είπε η Μυρτώ, φτάνοντας κοντά στην άκρη της προβλήτας, δίπλα στο σκάφος. Ήρθε τόσο κοντά που μπόρεσα να δω τις λεπτές ρυτίδες άγχους γύρω από τα μάτια της, το σημείο στον λαιμό της που είχε μείνει λευκό από τον ήλιο. Μύριζε σαν σαπούνι και κάτι άλλο, σαν καλαμπόκι ξηρό.

«Πώς θα τον πάρετε πίσω;» ρώτησα, κρατώντας την ψυχραιμία μου. «Θέλετε να…»

Πριν τελειώσω την πρόταση, εκείνη έκανε το άλμα. Πιάστηκε από την προβλήτα, τα δάχτυλά της λευκά από την πίεση, και με μια κίνηση που έδειχνε απροσδόκητη ευλυγισία, άφησε το σώμα της να πέσει στο κατάστρωμα. Το φόρεμα ανέβηκε λίγο, αποκαλύπτοντας ένα μέρος του μηρού της, και εγώ κατάφερα με υπέρτατη προσπάθεια να στερεώσω το βλέμμα μου στα μάτια της.

«Ευχαριστώ», μουρμούρισε, σκυφτά και τραβώντας το σκύλο απαλά προς το μέρος της. Ο Άρης της απάντησε, γλιστρώντας το κεφάλι του κάτω από το χέρι της με μια αναστεναγμένη υποταγή. «Σου είπα να μην βγεις, βλακάκο μου», του μιλούσε με χαμηλό, ντροπιασμένο τόνο, αφήνοντας το μέτωπό της να ακουμπήσει στην πλάτη του.

«Είναι όλο δικό σας αυτό;» ρώτησα, κάνοντας μια χειρονομία προς το «Ατέρα».

«Ναι. Για λίγες εβδομάδες. Μέχρι… μέχρι να βρω μυαλά», είπα, και μόλις το είπα αισθάνθηκα ανόητος.

Ανέβασε τα μάτια της προς το σκάφος, με μια γρήγορη, επαγγελματική ματιά που κατάλαβε τα πάντα: το ξύλο που χρειαζόταν λίγη φροντίδα, το παλιό πανί, την ατμόσφαιρα της προσωρινής καταφυγής. «Φαίνεται… ήσυχο», είπε τελικά. Ήταν ευγενική.

«Πιο ήσυχο από ένα μπαλκόνι πάνω από μια ταβέρνα», είπα, και αυτή έβγαλε έναν ήχο, κάτι ανάμεσα σε γέλιο και αναπνοή. Ήταν η πρώτη φορά που την έβλεπα να χαλαρώνει, και η διαφορά ήταν σαν να ανάβει ένα φως από μέσα της.

«Εγώ έχω μάθει να δουλεύω με τον θόρυβο», είπε. «Αλλά ο Άρης όχι. Γι’ αυτό και πανικοβλήθηκε, νομίζω. Περνάει ένα φορτηγό.»

Κοιτάξαμε γύρω μας, σαν να περιμέναμε το φανταστικό φορτηγό. Οι ρυθμοί μας είχαν αργήσει ξαφνικά. Ο άνεμος φύσαγε ένα λεπτό αεράκι ανάμεσά μας.

«Είσαι μπάρμαν;» ρώτησε, κοιτώντας τα τατουάζ στο χέρι μου που εξέφευγαν από το μανίκι του πουκάμισου.

«Πρώην», είπα. «Τώρα… ιδιοκτήτης αναψυχής.»

«Και πώς πάει η αναψυχή;»

Χαμογέλασα. «Ακόμα ψάχνω τις οδηγίες. Εσύ; Πώς πάει η αρχιτεκτονική από ένα μπαλκόνι στη Σκιάθο;»

Μια σκιά πέρασε από το πρόσωπό της. «Πάει. Κόβεις το θόρυβο της πόλης, αλλά μερικές φορές νομίζω ότι έχω κόψει και κάτι άλλο. Κάτι σημαντικό.» Σταμάτησε, σαν να μετάνιωσε που είπε τόσα πολλά. «Πρέπει να πάω. Ευχαριστώ πάλι. Και συγγνώμη για την… εισβολή.»

«Καμία εισβολή», είπα ειλικρινά. «Οι επισκέψεις είναι πάντα ευπρόσδεκτες. Και του Άρη επίσης.»

Με κοίταξε για μια στιγμή παραπάνω, τα μάτια της σαρώνοντας το πρόσωπό μου σαν να διάβαζε κάποιο σχέδιο. Στη συνέχεια, σήκωσε τον σκύλο με μια δύναμη που δεν περίμενα από το λεπτό της πλαίσιο και τον πέρασε προσεκτικά πίσω στην προβλήτα. Πριν ανέβει τα σκαλοπάτια, γύρισε.

«Νικόλας, έτσι;» ρώτησε.

«Πώς το ήξερες;»

Μου έδειξε το σκάφος με το κεφάλι της. «Έχει όνομα. Και ο πλωτήρας έχει το δικό σας.»

Και με αυτό, χωρίς άλλο λόγο, ανέβηκε πίσω στο μπαλκόνι της, ο Άρης ακολουθώντας την με την ουρά μεταξύ των ποδιών. Αλλά πριν κλείσει το πόρτα, για ένα δευτερόλεπτο, σταμάτησε και κοιτάχτηκε προς το σκάφος. Ήμουν ακόμα εκεί. Μάλλον κι εκείνη το περίμενε. Δεν μίλησε, δεν χαιρέτησε. Απλώς κράτησε το βλέμμα εκείνη τη στιγμή, μακρύ, ανοιχτό, πριν εξαφανιστεί μέσα, αφήνοντας μόνο την ανοιχτή πόρτα να γεφυρώνει τον χώρο ανάμεσα στο νερό και τον πέτρινο της κόσμο.

Πέρασαν τρεις μέρες. Τρεις μέρες όπου η εικόνα της κενής πόρτας στο μπαλκόνι της Μυρτώς έμενε καρφωμένη στο μυαλό μου. Δούλευα πιο έντονα στο ξύλο του καταστρώματος, τρίβοντας με σμίλη τη φθορά του αλατιού, σαν να μπορούσα να εξαλείψω και τη δική μου. Το απόγευμα της τέταρτης μέρας, όμως, κάτι άλλαξε. Εκεί που καθόμουν με έναν καφέ, παρατηρώντας τον κόσμο να περνάει στην προβλήτα, την είδα να κατεβαίνει τα σκαλοπάτια. Ήταν ντυμένη με λευκό λινό παντελόνι και ένα μπλε πουκάμισο που έφευγε χαλαρό από τη μέση. Ο Άρης την ακολουθούσε, η ανάσα του ρυθμισμένη στην αργή, αποφασιστική βηματισμό της.

Σταμάτησε μπροστά στο «Ατέρα», χωρίς αυτή τη φορά την αμηχανία της πρώτης επαφής. «Νικόλα;»

Σηκώθηκα. «Μυρτώ. Όλα καλά;»

«Όχι ακριβώς», είπε, και μια τρυφερή γραμμή αγωνίας εμφανίστηκε ανάμεσα στα φρύδια της. «Θυμάσαι που σου είπα για τον Άρη; Για τον φόβο του;»

«Ναι.»

«Η εκπαιδεύτριά του… ναι, έχει ψυχολόγο, μακρά ιστορία… πρότεινε προσεκτική έκθεση. ήρεμα βήματα κοντά στο νερό, ίσως μια πολύ ήρεμη βόλτα με βάρκα κάποια στιγμή.» Κάποια στιγμή. Η φράση κρέματαν στον αέρα. «Ξέρω ότι είναι περίεργο αίτημα. Αλλά σκέφτηκα… εφόσον έχεις το σκάφος, και τη βάρκα…» Τα σταματημένα της λόγια ήταν πιο εύγλωττα από οποιαδήποτε ολοκληρωμένη πρόταση.

Δεν το σκέφτηκα ούτε δευτερόλεπτο. «Φυσικά. Χαίρομαι που μου το ζήτησες.»

Η έκπληξη στο πρόσωπό της διαλύθηκε σε ανακούφιση. «Αλήθεια;»

«Αλήθεια. Οι βάρκες μισούν να μένουν ακίνητες. Κι εγώ επίσης. Πότε θέλεις;»

«Αν δεν σε πιέζει… ίσως αύριο το απόγευμα; Δεν ξέρω τι πρέπει να φέρω…»

«Μόνο τον Άρη. Και ίσως ένα μπικίνι, μόνο στην περίπτωση που δεχτεί να μπει μέσα», της είπα, περιμένοντας την αντίδραση.

Το στόμα της λίγο που έκλεισε, σαν να κρατιόταν να μην χαμογελάσει. «Θα το αναφέρω. Και για μένα;»

«Για σένα, ότι θες», είπα, και ντράπηκα μόλις το κατάλαβα πόσο διφορούμενο ακούγονταν.

Κατάλαβε και εκείνη. Κόκκινισε ελαφρά, αλλά κράτησε το βλέμμα της πάνω μου. «Στις πέντε;»

«Στις πέντε. Θα σε πάω σε ένα μέρος που είναι τέλειο για αρχάριους. Και για σκυλιά αρχάριους.»

\*

Η Κουκουναριές από τη θάλασσα ήταν άλλη ζωή. Το μωβ του ηλίγη φροντίδαυ έπεφτε πλάγια στις πυκνές πευκόφυτες κορφές που σκίαζαν μικρές, χρυσές αμμουδιές. Αποφάσισα να μην πάω με το ιστιοπλοϊκό. Ήταν πολύ επίσημο. Αντίθετα, λύσαμε τη μικρή ξύλινη βάρκα, την «Κορίτσια», όπως την είχε βαφτίσει ο προηγούμενος ιδιοκτήτης με ένα αινιγματικό χιούμορ. Ο Άρης, προς έκπληξή μας, ανέβηκε με μια ήπια, αν και έντονα διστακτική, τράβηξη από το λαιμό του. Κάθισε στο πάτωμα, μεταξύ των ποδιών της Μυρτώς, και έκλεισε τα μάτια, αποφασισμένος να αντιμετωπίσει το όνειρο σαν εφιάλτη.

Εγώ κωπηλατούσα. Οι μύες των ώμων μου, πιο οικείοι στο σήκωμα ποτηριών, παραπονέθηκαν ευγενικά. Η Μυρτώ είχε βάλει γυαλιά ηλίγη φροντίδαυ και παρατηρούσε το τοπίο, τα δάχτυλά της να χαϊδεύουν ασυνείδητα το κεφάλι του σκύλου.

«Εδώ είναι καλά», είπα τελικά, στρίβοντας προς μια μικρή ρηχή εσοχή, σχεδόν κρυμμένη από έναν μεγάλο βράχο. Η άμμος ήταν χρυσή και λεία, το νερό πραγματικά πεντακάθαρο. «Πολύ ήσυχα. Και ρηχά. Μπορεί να μπει μέχρι τα γόνατα και να μην πανικοβληθεί.»

Αγκυροβολήσαμε την βάρκα και πηδήξαμε έξω. Το νερό ήταν δροσερό. Ο Άρης, αφού η Μυρτώ τον κατέβασε με άπειρη υπομονή, έμεινε να στέκεται άκαμπτος στην άμμο, τα μακριά του πόδια να βυθίζονται λίγο, τα μάτια γουρλωμένα από δέος.

«Ελά, Άρη», του μίλησε η Μυρτώ με μια φωνή που δεν είχα ξανακούσει από εκείνη – ζεστή, ενθαρρυντική, γεμάτη από ελπίδα. Πήρε λίγο νερό στην παλάμη της και του το έδειξε. Εκείνος όρθιωσε το κεφάλι, μύρισε, και μετά, με την βραδύτητα μιας γερανογέφυρας, έβαλε ένα πόδι στη δροσερή επιφάνεια.

Τον παρακολουθούσα, ξαπλωμένος στην άμμο, ακουμπώντας στον αγκώνα μου. «Κάνε του χειροκρότημα», της είπα χαμηλόφωνα. «Τον ενθαρρύνει.»

Εκείνη γύρισε προς μένα, με μια έκφραση που ζητούσε επιβεβαίωση. Στην αιγίδα του πεσμέντος απογεύματος, χωρίς το φρέσκο αστικό της κούρεμα να είναι τέλειο, χωρίς το λάπτοπ ως ασπίδα, φαινόταν νεότερη. Ευάλωτη. Ένα χαμηλό γέλιο ξέφυγε από τα χείλη της όταν ο Άρης τελικά έβαλε και το δεύτερο πόδι στο νερό, μέχρι τον αστράγαλο, και έμεινε εκεί, να κοιτάζει το θαύμα του.

«Να δεις πώς θα τον έχω εγώ σε μια βδομάδα», είπε, και η φωνή της είχε μια παιχνιδιάρικη νότα που μου μου έκανε κάτι στο στήθος.

«Θα τον έχεις σκυρόδεμα και θα του βάζεις μπουγάτσα», απάντησα.

Γέλασε ανοιχτά αυτή τη φορά. Ήταν ένας πλούσιος, ζωντανός ήχος που ταίριαζε με το περιβάλλον. «Με συγχωρείς, αλλά ο Άρης είναι σκύλος της Γλυφάδας. Του αρέσει το τριφύλλι και η φέτα.»

«Α, ένας αριστοκράτης. Τώρα τα καταλαβαίνω όλα.»

Καθίσαμε στην άμμο, παρακολουθώντας τον Άρη να εξερευνεί με διστακτική περιέργεια την περιφέρεια της αμμουδιάς. Η συζήτηση κύλησε εύκολα, χωρίς το βάρος της πρώτης γνωριμίας. Μου μίλησε για το γραφείο στην Αθήνα, για τα ατέλειωτα δημιουργικά meetings και τους πελάτες που άλλαζαν γνώμη για το χρώμα ενός κουφώματος μετά από μήνες δουλειάς.

«Ξέρεις τι είναι το χειρότερο;» είπε, σκάβοντας μια τρυπίτσα στην άμμο με το δάκτυλό της. «Ότι το αγάπησα ποτέ. Το σχέδιο, την ιδέα του χώρου, το πώς ένα κτίριο μπορεί να αλλάξει τη διάθεσή σου. Και τώρα νιώθω σαν να το έχω πουλήσει σε ένα κάρο ανθρώπους που μόνο ενδιαφέρει μόνο το κόστος.»

«Το receipt και το λογαριασμός», συμπλήρωσα. «Το ξέρω. Στο μπαρ, ήμουν κάτι σαν ανεπίσημος ψυχολόγος. Άκουγα για προβλήματα με την γυναίκα, με το αφεντικό, με το σώμα. Και μετά τους έφτιαχνα ένα κοκτέιλ και ένα χαζό αστείο. Μιας χρήσης ανακούφιση. Μέχρι που συνειδητοποίησα ότι κανένας δεν ρωτούσε πώς πάω εγώ.»

«Και πώς πήγαινες;»

«Χάλια», παραδέχτηκα. «Έπινες από τη δική μου απόθεμα. Έκανα τον εύθυμο, μέχρι που σταμάτησα να αισθάνομαι τίποτα. Οπότε πούλησα ότι είχα και αγόρασα τον «Ατέρα».»

«Και βρήκες τις οδηγίες;» ρώτησε, και στο βλέμμα της υπήρχε γνήσια περιέργεια, όχι ειρωνεία.

«Όχι ακόμα. Αλλά τουλάχιστον τώρα το νερό που βλέπω είναι πραγματικό. Δεν είναι τυπωμένο σε μια μπουκάλι βότκας.»

Σιώπησε, σκεπτική. Ο Άρης επέστρεψε και ξάπλωσε δίπλα μας, ακόμα υγρός από τα πόδια, η αναπνοή του πλέον ήρεμη.

«Εγώ νομίζω το αντίθετο», είπε τελικά. «Νομίζω ότι προσπαθώ να κάνω το ψηφιακό μου νερό πιο πραγματικό. Να το αποσυνδέσω. Και νιώθω τόσο ανίσχυρη κάποιες φορές, Νικόλα. Σαν να ξέχασα πώς να είμαι… απλά.»

Το όνομά της από το στόμα μου βγήκε πιο εύκολα απ’ ό,τι περίμενα. «Κι όμως, Μυρτώ, αυτό που κάνεις τώρα… να κάθεσαι σε μια κρυφή αμμουδιά με ένα τρομαγμένο σκύλο και έναν άγνωστο πρώην μπάρμαν… αυτό δεν είναι απλό;»

Με κοίταξε πάνω από τα γυαλιά της ηλίγη φροντίδαυ. Τα μάτια της, στο μαλακό απογευματινό φως, είχαν χρώμα μελιού. «Όχι», ψιθύρισε. «Δεν είναι καθόλου απλό. Είναι… παράξενα σύνθετο.»

Ο ήλιος είχε αρχίσει να κατεβαίνει προς την κορυφή των πεύκων, ρίχνοντας μακριές σκιές. Ο χρόνος, που στο λιμάνι έτρεχε ή σταματούσε απότομα, εδώ έμοιαζε να έχει βρει έναν φυσικό, αργό ρυθμό. Σαν τον αέρα που φύσαγε τώρα, γεμάτος μυρωδιές από πεύκο και αλάτι.

«Πρέπει να γυρίσουμε;» ρώτησα, χωρίς να το θέλω πραγματικά.

«Ο Άρης πιστεύω ότι έκανε αρκετά για σήμερα», είπε, κοιτώντας το σκύλο που τώρα κοιμόταν ήσυχα. «Και εγώ επίσης.»

Τη βοήθησα να σηκώσει τον σκύλο πίσω στη βάρκα. Το χέρι της ήταν δροσερό από το νερό, τα δάχτυλά της λεπτά και ισχυρά όταν πιάσανε το μπράτσο μου για στήριξη. Η επαφή διήρκησε μόνο ένα δευτερόλεπτο, αλλά η θερμότητά της έμεινε στο δέρμα μου.

Στο γυρισμό, κωπηλατούσα πιο αργά. Η Μυρτώ είχε βγάλει τα γυαλιά και κοιτούσε τη Σκιάθο να μεγαλώνει μπροστά μας, το λιμάνι να γίνεται μια συλλογή από παιχνίδια στην αποχρώσεις του μπλε. Οι σκέψεις μας ήταν ορατές στον αέρα μεταξύ μας, αλλά κανείς δεν τις έβγαλε σε φωνή. Ήταν μια σιωπή γεμάτη από το ρόχθο των κωπών στο νερό, το αχνό αναστεναγμό του Άρη, και την υπόσχεση ότι αυτή η βόλτα ήταν μόνο η πρώτη σελίδα από κάτι που και οι δύο θέλαμε να διαβάσουμε.

Το ραντεβού για την επόμενη βόλτα είχε κανονιστεί με μηνύματα που έμοιαζαν αθώα, αλλά κάθε λέξη τους τρέμουλε. «Ο Άρης φαίνεται να το περιμένει», έγραφε η Μυρτώ. «Κι εγώ», της απαντούσα, και το κείμενο έμενε εκεί, μια ομολογία χωρίς παραγραφο.

Την Τετάρτη το απόγευμα, ο ουρανός ήταν διαφορετικός. Μια ομιχλώδης ομίχλη κάλυπτε τον ήλιο, δίνοντας στο νερό ένα ασημένιο, απειλητικό φινίρισμα. «Έρχεται βροχή;» ρώτησε η Μυρτώ καθώς πήδαγε στη βάρκα, ντυμένη με ένα φουσκωτό μπλε πουλόβερ και ψιλό παντελόνι.

«Άνετος», είπα, αν και η βαρύτητα στον αέρα μου θύμιζε τα πρώτα σημάδια του μελτεμιού. «Θα κρατήσουμε κοντά στην ακτή.»

Ο Άρης, ωστόσο, ήταν πιο ήρεμος από την προηγούμενη φορά. Έψαξε να μυρίσει το αέρα, τα αυτιά του σηκωμένα, σαν να καταλάβαινε την αλλαγή. Κωπηλατήσαμε προς τον ίδιο όρμο, αλλά μέχρι να φτάσουμε στην Κουκουναριές, ο άνεμος είχε αρχίσει να σφυρίζει πιο δυνατά ανάμεσα στα κορφώματα των βράχων. Το νερό, πριν λείο όπως το γυαλί, τώρα είχε αρχίσει να χαράζει μικρά, σκούρα ρυτιδώματα.

«Νικόλα;» Η φωνή της είχε μια νότα ανησυχίας.

Γύρισα να την κοιτάξω. Τα μαλλιά της, χαλαρά λυτά, χτυπούνταν στο πρόσωπό της από τον άνεμο. «Όλα καλά. Υπάρχει μια μικρή εσοχή λίγο πιο πέρα, προστατευμένη. Θα θα μείνουμε εκεί μέχρι να περάσει.»

Η εσοχή ήταν ακριβώς αυτό: μια σχισμή στο βράχο, μήκους όχι περισσότερου από είκοσι μέτρων, με μια λωρίδα από χοντρή άσπρη άμμο στο τέλος της. Ο ήχος των κουπιών αντήχησε διαφορετικά εδώ μέσα, σαν να μπαίναμε σε μια σπηλιά. Η θάλασσα ήταν σχεδόν ήρεμη, αλλά ψηλά, στα χείλη των βράχων, ο άνεμος ούρλιαζε.

Έριξα την άγκυρα και η σιωπή που ακολούθησε ήταν βαθιά, μελωδική, διακοσμημένη μόνο από το στάξιμο των κωπών και την αναπνοή μας. Η εγγύτητα του στενού χώρου έκανε όλα τα πράγματα να φαίνονται εντονότερα: η μυρωδιά της από κάποιο άρωμα με κέδρο και νεράντζι, ο ήχος του πουλόβερ της τρίβονταν στο στήθος της καθώς ανασήκωνε τον Άρη.

«Κάνει κρύο;» ρώτησα.

«Όχι», είπε, αλλά έτριψε τα χέρια της. «Είναι η υγρασία. Μπήκε μέχρι και στα κόκαλα.»

Χωρίς δεύτερη σκέψη, έσυρα από την τσάντα το θερμός με κρασί που είχα για τέτοιες περιπτώσεις. «Για θεραπεία από μέσα προς τα έξω», είπα, προσφέροντάς της.

Πήρε ένα μεγάλο γουλιά και αναστέναξε. «Αυτό ήταν σωτήριο», μουρμούρισε, και μια σταγόνα κρασί έμεινε στα χείλη της. Το πέρασε με την άκρη της γλώσσας, μια κίνηση τόσο γρήγορη και ασυνείδητη που έκανε το αίμα μου να βουίζει στα αυτιά μου.

Κάθισε στην πλώρη, αγκαλιάζοντας τα γόνατά της. «Μιλάγαμε για το πώς πήγαινες εσύ. Τι γίνεται με μένα;» ρώτησε ξαφνικά. «Πες μου, Νικόλα. Όταν με κοιτάς από το μπαλκόνι σου… τι βλέπεις;»

Το ερώτημα ήταν τόσο άμεσο που με άφησε άφωνο. «Βλέπω μια γυναίκα που είναι πάντα υπεράνω», είπα τελικά, ειλικρινά. «Σαν μια πολύ καλή φωτογραφία. Όμορφη, συγκεντρωμένη, ολοκληρωμένη. Αλλά…»

«Αλλά;»

«Αλλά κάποιες φορές, πολύ αργά το βράδυ, όταν νομίζεις ότι κανείς δεν βλέπει, βλέπω να σκύβεις το κεφάλι πάνω στα χέρια σου. Και τότε η φωτογραφία σπαει. Και βλέπω απλώς μια γυναίκα. Κουρασμένη.»

Τα μάτια της γέμισαν υγρασία, αλλά δεν έκλαψε. Τα σταγόνες ήταν απλώς εκεί, προσωρινά επισκιάζοντας το χρώμα του μελιού. «Είναι τρομακτικά κουραστικό», ψιθύρισε, «να παίζεις συνεχώς τον ρόλο του ανθρώπου που τα \`χει όλα υπό έλεγχο. Στο γραφείο, στην οικογένεια, ακόμα και με τον σκύλο. Φοβάμαι ότι αν σταματήσω, τα πάντα θα καταρρεύσουν.»

«Ίσως χρειάζονται λίγες ρωγμές», είπα, πλησιάζοντας λίγο. Το διάστημα μεταξύ των ποδιών μας στο στενό κατάστρωμα είχε μειωθεί σε εκατοστά. «Για να μπει μέσα λίγο φως.»

Η ματιά της πέταξε από τα μάτια μου, στα χείλη μου, και επέστρεψε. «Εσύ είσαι ρωγμή, Νικόλα;»

«Ίσως», είπα. «Ή ίσως απλώς ένα σπίτι στο πλάι. Καιρός να σταματήσεις να προφυλάσσεσαι.»

Το χέρι της, που κρεμόταν, κρέμονταν δίπλα στο δικό μου. Όταν η βάρκα ταλαντεύεται λόγω ενός μικρού κύματος, το πλάι της έφτυξε ελαφρά το πλάι μου. Ήταν απλώς ένα άγγιγμα υφάσματος, αλλά κάτω απ’ αυτά, η θερμότητα του σώματος της ήταν μια ηλεκτρική εκκένωση. Μείναμε ακίνητοι εκεί, το σημείο επαφής να καίει σαν μια μικρή φλόγα.

Δεν τράβηξε το χέρι της. Αντίθετα, ανακάτεψε ελαφρά τα δάχτυλά της, ώστε το μικρό της δάχτυλο να βρει το δικό μου και να το αγγίξει, να πλεχτεί. Ήταν μια τόσο μικρή, τόσο συγκεντρωμένη ερωτοτροπία που κόλλησε το λαιμό μου.

«Μυρτώ…», είπα, και η φωνή μου ακούστηκε σπασμένη από την υγρασία και την προσμονή.

«Μη μιλάς», ψιθύρισε. Τα μάτια της έλεγαν ό,τι οι λέξεις θα καταστρέφαν. Σήκωσε ελάχιστα το χέρι της και η άκρη των δαχτύλων της άγγιξε το πίσω μέρος του χεριού μου, ακολουθώντας μια φλέβα. Ήταν σαν να ζωγραφίζει μια γραμμή στην πιο ευαίσθητη επιφάνεια του είναι μου. Ανασήκωσα το χέρι μου και το γύρισα, προσφέροντας την παλάμη μου. Χωρίς δισταγμό, άντλησε τα δάχτυλά της μέσα στα δικά μου, και η σύναψη ήταν τόσο ισχυρή, τόσο φυσική, σαν κλειδωμένα δύο κομμάτια που περίμεναν πολύ καιρό.

Η επιστροφή στο λιμάνι ήταν σιωπηλή, γεμάτη το βάρος εκείνης της απλής, καταλυτικής επαφής. Τα δάχτυλα μας είχαν διαχωριστεί μόνο όταν χρειάστηκε να πιάσω τα σκοινιά, αλλά η αίσθηση τους, πλεγμένα με δική τους βούληση, έμενε καμένη στο δέρμα μου. Στεκόμασταν στον προβλήτα, ο Άρης κάμπτωνε τα πόδια του δίπλα της, και η αποχαιρετιστήρια ματιά μας κράτησε πολύ περισσότερο από όσο θα έπρεπε. Δεν είπε «ευχαριστώ». Εγώ δεν είπα «τα λέμε». Ήταν ξεκάθαρο πως κάτι είχε αρχίσει και τώρα ζούσε ανάμεσά μας, αναπνέοντας.

Οι επόμενες μέρες ήταν ένας περίεργος χορός γραμμάτων πάνω από μια οθόνη. Το πρωί, ένα μήνυμα από εκείνη: «Ο Άρης κοίταζε επίμονα προς την πλευρά του λιμανιού. Νομίζω τον πειράζει που δεν τον πήγες για βόλτα σήμερα.» Εγώ απαντούσα: «Είναι κακός. Έφαγε όλο το ψωμί μου. Να τον πάρω για μια επαναληπτική συνεδρία;» Η απάντηση ερχόταν με καθυστέρηση ωρών, σαν να μετρούσε κάθε λέξη. «Μπορεί να χρειάζεται. Αλλά φοβάμαι ότι εγώ χρειάζομαι περισσότερη έκθεση από τον Σάμο.»

Το βράδυ, όταν ο κόσμος της Σκιάθου έσβηνε και τα φώτα των διαμερισμάτων έμοιαζαν με αστερισμούς στο λόφο, τα μηνύματα γίνονταν πιο βαθιά. «Τι ακριβώς προκαλεί τη ρωγμή, Νικόλα;» ρώτησε μια φορά. «Πότε κατάλαβες ότι τα πάντα ήταν ένας ψεύτικος εαυτός;»

Της έγραψα αλήθειες που δεν είχα μοιραστεί με κανέναν. Για τις νύχτες στο μπαρ, όταν οι χαμογελαστοί πελάτες έμοιαζαν με κούκλες, και εγώ πίσω από τον πάγκο ένοιωθα πιο μόνος απ’ όλους. Για τη φρίκη της μηχανογραφίας, το κενό της επιτυχίας χωρίς ικανοποίηση. «Κατάλαβα όταν σταμάτησα να αισθάνομαι οτιδήποτε», της έγραψα. «Όταν ένας καφές που έπεφτε ή ένας σπασμένος γυαλί δεν προκαλούσαν ούτε εκνευρισμό, ούτε ανησυχία. Μόνο μια τεράστια νεκρή ηρεμία.»

Απαντούσε με κείμενα που έμοιαζαν με αποσπάσματα από ημερολόγιο. «Η αρχιτεκτονική είναι η τέχνη του κενού», έστειλε μια νύχτα. «Διαμορφώνεις το κενό, το χώρο που θα ζήσουν οι άλλοι. Ποτέ δεν σκέφτηκα ποιος θα ζούσε μέσα στο κενό μου. Μέχρι τώρα.»

Ήταν Τρίτη, περίπου δέκα μέρες μετά τη βόλτα στην αμμουδιά, όταν το τηλέφωνό μου βούιζε σχεδόν μεσάνυχτα. Η φωνή της ήταν χαμηλή, λιγοστά λόγια. «Λυπάμαι που σε ενοχλώ. Ο Άρης… είναι αφόρητος. Γαβγίζει σε ένα σημείο του διαδρόμου και δεν θέλει να κινηθεί. Νομίζω… νομίζω θέλει παρέα. Δική σου.»

Το κορμί μου ανταποκρίθηκε πριν ακόμα καταλάβει ο εγκέφαλος. «Είμαι απέξω σε πέντε λεπτά.»

Το διαμέρισμά της ήταν στο πρώτο όροφο ενός παλιού νεοκλασικού, με ψηλά ταβάνια και παράθυρα που κοιτούσαν στο λιμάνι. Με άφησε μέσα, ντυμένη με ένα απλό μαύρο σορτσάκι και μια φανέλα που έδειχνε το σχήμα των κλειδιών της. Ο χώρος ήταν άψοχος, διακοσμημένος με ελάχιστα έπιπλα και λευκούς τοίχους, αλλά γεμάτος βιβλία και χαρτογράφησης. Ο Άρης κοιμόταν ήδη βαθιά σε έναν κουβέρτα, χωρίς ίχνος ανησυχίας.

«Είναι καλός μηνυτοφόρος», είπα, χωρίς να κρύψω το χαμόγελο μου.

«Ήταν η μόνη μου δικαιολογία», είπε απλά, κλείνοντας ήσυχα την πόρτα. Στάθηκε απέναντί μου, η πλάτη της ακουμπισμένη στο ξύλο. Ο χώρος μεταξύ μας ήταν γεμάτος με όλες τις αθώες ερωτήσεις και τις μη αθώες απαντήσεις. «Δε ξέρω πώς να το κάνω αυτό, Νικόλα. Δεν είμαι… άνθρωπος των στιγμιαίων πραγμάτων.»

«Κανείς δεν είναι», είπα, κοιτώντας την. «Μέχρι να είναι.»

Έβγαλε μια ανάσα, σαν να ετοιμάζεται για βουτιά. «Δε θέλω άλλο παιχνίδι. Δε θέω να σκεφτόμαστε τι πρέπει να πούμε στον σκύλο. Θέλω… απλώς να μην σκέφτομαι.»

Πλησίασα. Η μυρωδιά της ήταν διαφορετική εδώ, στο σπίτι της. Λιγότερο αλάτι και ήλιο, περισσότερο σαπούνι και αυτή η ζεστή, χαρτούνια μυρωδιά των παλιών βιβλίων. Σήκωσα ένα χέρι και ακούμπησα τα αντίγραφα μου στην πορεία της, ακριβώς κάτω από το μαγούλι της. Το δέρμα της ήταν εξαιρετικά ζεστό.

«Τότε μην σκέφτεσαι», ψιθύρισα.

Ήταν αυτή που έκλεισε το τελευταίο διάστημα. Τα χείλη της βρέθηκαν στα δικά μου με μια βιασύνη που ξέσπασε από κάθε συγκράτηση. Δεν ήταν γλυκό ή επιφυλακτικό. Ήταν πεινασμένο, άμεσο, η έκρηξη όλης της συσσωρευμένης έλξης, της περιέργειας, της μοναξιάς που είχε βρει έναν αντίγραφο. Τα χέρια της πιάσαν το πρόσωπό μου, τα δάχτυλά της χώθηκαν στα μαλλιά μου, τραβώντας με πιο κοντά σαν να φοβόταν ότι θα υποχωρούσα.

Εγώ απάντησα με την ίδια νοτα. Την άρπαξα από τη μέση και την τράβηξα ενάντια στο σώμα μου, νιώθοντας κάθε καμπύλη να ευθυγραμμίζεται τέλεια. Ο καρπός της γεύσης της, του καφέ και κάτι γλυκύ σαν βερύκοκο, ήταν μεθυστικό. Το φιλί άλλαζε ρυθμό, από απελπισμένο σε βαθύ, ανασκαπτικό, σαν να μαθαίνουμε ο ένας το στόμα του άλλου για πρώτη φορά.

Όταν χωρίσαμε για να πάρουμε ανάσες, το μέτωπό της ήταν ακουμπισμένο στο δικό μου. Τα μάτια της ήταν κλειστά, οι βλεφαρίδες της ρίχνουν σκιές στα μάγουλά της.

«Αυτό», είπε, με μια φωνή τραυματισμένη από το πάθος, «δεν ήταν μια ρωγμή.»

«Όχι», συμφώνησα, μεταφέροντας τα χείλη μου στο λαιμό της, στη σοφή καμπύλη που οδηγούσε στον ώμο της. «Αυτό ήταν η σήραγγα. Και το φως είναι ακόμα πολύ μακριά.»

Τόσο πολύ μακριά, και τόσο αδιάφορο πλέον.

Τη ρώτησα αν θα ήθελε να δει πού μένω πραγματικά.

Η απάντηση ήταν άλλο φιλί, πιο βαθύ και με περισσότερη οικειότητα, σαν να είχαμε ήδη περάσει κάποιο αόρατο σύνορο. Την επόμενη εβδομάδα, οι στιγμές μας ήταν κλεμμένες. Τα απογεύματα στο μπαλκόνι της με ένα ποτήρι κρασί, τα ξημερώματα στο κατάστρωμα του «Ατέρα» με καφέ, το σώμα της σκεπασμένο μόνο από το παλτό μου. Ο Άρης είχε εξοικειωθεί τελείως, ξαπλώνωντας στα πόδια μας σαν μια ζεστή, αναπνεύουσα κουβέρτα. Μιλούσαμε λίγο, πολύ αγγίγματα. Ήταν ένας έρωτας χωρίς όνομα, ο οποίος είχε την πολυτέλεια να υπάρχει μόνο στο τώρα.

Ήξερα ότι ο χρόνος έτρεχε. Η άδειά μου στο λιμάνι έληγε και ο βορείος είχε ηρεμήσει αρκετά για να συνεχίσω προς τα βόρεια. Το τελευταίο απόγευμα, καθώς δέσμευα τις πανιές, την είδα να στέκεται στο μπαλκόνι της, παρατηρώντας με. Το βλέμμα της δεν ήταν θλιμμένο. Ήταν συγκεντρωμένο, αποφασισμένο.

«Έλα», είπε, όταν ανέβηκα για το τελευταίο ταξίδι του Σάμου. «Πάμε μια βόλτα. Όλοι.»

«Απόψε;»

«Απόψε», επιβεβαίωσε. «Πριν ξημερώσει. Πάρε μας για εκδρομή. Όπου θέλεις.»

Δεν το σκεφτόμουν καν. Το «Ατέρας» ήταν έτοιμος. Δέσαμε τον Σάμο με ασφαλή ζώνη στο κατάστρωμα, σε ένα στρώμα από κουβέρτες. Η Μυρτώ μπήκε στο πλοίο με ένα σακίδιο, από το οποίο προεξείχε το λαιμό μιας φιάλης κρασιού. Ήταν ντυμένη με ένα φόρεμα που όλοι οι άνθρωποι της ξηράς νομίζουν ότι είναι κατάλληλο για ιστιοπλοΐα – λεπτό, λευκό, που έπαιζε με το αεράκι του απογύμνωμα. Ένα βλέμμα και ήξερα ότι από μέσα δεν φορούσε τίποτα.

Ανήψαμε τον μικρό κινητήρα και ξεφύγαμε από τις λάμπες του λιμανιού. Ο Άρης, παραδόξως, κοιμόταν ήδη βαθιά, λυτρωμένος από τις έντονες αισθήσεις των προηγούμενων βολτών. Η Μυρτώ κάθισε δίπλα μου στον πηδάλιο, το άδειο χέρι της ακουμπώντας στο μηρό μου. Περιπλέοντας την νοτιοδυτική ακτή, τα φώτα του νησιού έγιναν σποραδικές κουκκίδες και μετά τίποτα. Ο μόνος ήχος ήταν ο βόμβος του κινητήρα, το ξέσπασμα του νερού στις πλευρές μας και ο αθόρυβος αναπνοή του σκύλου.

«Εκεί», είπε ξαφνικά, δείχνοντας μια μαύρη σιλουέτα ακρωτηρίου που έκοβε το έναστρο ουρανό. «Υπάρχει μια μικρή όρμος. Δεν το χαρτογράφησα ποτέ, αλλά το θυμάμαι από παλιά σχέδια.»

Την υπάκουσα. Οδήγησα το σκάφος μέσα σε μια στενή είσοδο, όπου το νερό έγινε γυαλί. Τα βράχια σχημάτιζαν έναν προστατευτικό κύκλο. Ρίξαμε άγκυρα σε λιγότερο από πέντε μέτρα βάθος. Σταμάτησα τον κινητήρα.

Η ησυχία που ακολούθησε ήταν συγκλονιστική. Μια απόλυτη, γαλήνια σιωπή, σπασμένη μόνο από το ήπιο πλύσιμο των κυμάτων στην άμμο. Ο ουρανός ήταν ένα σκηνικό από διαμάντια, τόσο λαμπερά που αντανακλούνταν στο μαύρο νερό.

«Θεέ μου», ψιθύρισε η Μυρτώ, σηκώνοντας το βλέμμα της.

Ξεκούμπωσα λίγο, ακουμπώντας πάνω στο πηδάλιο. «Αρκετά μακριά η σήραγγα;»

Γύρισε προς μένα. Στο ημίφως, τα χαρακτηριστικά της φαίνονταν μαλακά, τα μάτια της δύο ακόμη πιο σκοτεινές λίμνες. «Νομίζω ότι βρήκαμε το φως», είπε.

Ήταν εκείνη που έκανε την πρώτη κίνηση. Το λευκό της φόρεμα έπεσε στο κατάστρωμα σαν ένα φάντασμα που εγκαταλείπει το σώμα του. Το φως των αστεριών ζωγράφιζε τα πλούσια καμπύλες της σιλουέτας της, τους γυμνούς ώμους, τη σκιά ανάμεσα στα στήθη της. Την κοίταξα, απορροφημένος, ξεχνώντας να αναπνεύσω.

«Δε θέλω να το αφήσουμε εκεί, Νικόλα», είπε, η φωνή της σταθερή, χωρίς νότα λύπης. «Θέλω να το ζήσουμε όλο. Μέχρι την τελευταία σταγόνα.»

Την πήρα από το χέρι και την κατέβασα από το πηδάλιο. Στο κατάστρωμα, στρώσαμε τις κουβέρτες δίπλα στον ακίνητο Σάμο. Δεν υπήρχε βιασύνη πια, μόνο μια τεράστια, αχανής περιέργεια. Τα χέρια μου εξερευνούσαν κάθε εκατοστό της, από την καμπύλη της πλάτης μέχρι την εσωτερική πλευρά των μηρών της. Τα δικά της δάχτυλα άνοιξαν το κούμπωμα του πουκάμισου μου, σκίζοντας το με μια τρυφερότητα που έμοιαζε με αγωνία.

«Είσαι τόσο όμορφη», μουρμούρισα, φιλώντας την κοιλιά της, νιώθοντας τον μυ της να σφίγγεται κάτω από τα χείλη μου.

«Είσαι τόσο αληθινός», απάντησε, τραβώντας με επάνω της.

Η ένωσή μας ήταν σαν την είσοδό μας στον όρμο. Ομαλή, βαθιά, μια τέλεια εφαρμογή. Ένα αναστεναγμός «ναι» ξέφυγε από το στόμα της, και το άκουσα να χάνεται στα αστέρια. Κινούμασταν με έναν αργό, θαυματουργό ρυθμό, ο καθένας από το σώμα του άλλου να είναι ταυτόχρονα καταφύγιο και περιπέτεια. Δεν ήταν μόνο σωματικό. Ήταν η πλήρης παράδοση κάθε φραγμού που μας είχε κρατήσει μακριά, στον καφέ, στα μπαλκόνια, στην ευγενική απόσταση.

Στα μέσα του πάθους, ξαφνικά, γελάσαμε. Ένα γλυκό, ανεμοδαρμένο γέλιο, όταν ο Άρης, ακόμα κοιμισμένος, αντέδρασε σε κάποιο όνειρο του με έναν πνιχτό γαύγισμα. Η Μυρτώ έκρυψε το πρόσωπό της στον λαιμό μου, τα γέλια της σεισμικά στο δικό μου στήθος.

«Μη σταματάς», μουρμούρισε, δαγκώνοντας απαλά το πλατύ μου ώμο.

Δεν σταμάτησα. Η ένταση κορυφώθηκε σε ένα κύμα που μας πήρε από τα πόδια, μαζί, ένας μουσικός συναγερμός τόσο ισχυρός που για μια στιγμή νόμισα ότι θα μας πέταγε από το σκάφος. Κρατιόμασταν σφιχτά, τα δάχτυλα αλληλοπλεγμένα, οι αναπνοές μας ένας μόνο τρεμάμενος ρυθμός.

Όταν η σιωπή επέστρεψε, ήταν γεμάτη με τον παλμό του αίματός μας. Ξαπλώσαμε πλάτη με πλάτη, κοιτώντας τον γαλαξία να στριφογυρίζει πάνω μας. Μεταξύ μας, ο Άρης αναστέναξε βαθιά στον ύπνο του.

«Δε θα σου πω να μείνεις», είπε η Μυρτώ μετά από καιρό, το χέρι της να χαϊδεύει το δικό μου στήθος.

«Κι εγώ δεν θα σου πω να έρθεις», απάντησα, φιλώντας τα μαλλιά της.

«Ήταν όλοι αυτό;»

«Ήταν περισσότερο από ό,τι περίμενα να έχω ποτέ», είπα, και το εννοούσα.

Το πρώτο ροδαλό χρώμα του ξημέρωματος ζωγράφισε τα σύννεφα στα ανατολικά. Σηκωθήκαμε με παγωμένα μέλη, αλμυροί από το θαλασσινό νερό και ο ένας τον άλλο. Πήραμε τον Σάμο και κατεβήκαμε στην καμπίνα. Στο στενό κρεβάτι, τα σώματά μας βρήκαν και πάλι τον τρόπο να ταιριάξουν.

Όταν ξύπνησα με το φως του ήλιου να περνάει από το κυρτό τζάμι, ήταν αγκαλιασμένη στην αγκαλιά μου, το κεφάλι της στο στήθος μου. Ο Άρης κοιτάζει ήρεμα από το πάτωμα. Ήξερε, όπως ήξερα κι εγώ, ότι το ταξίδι θα συνεχιζόταν, αλλά αυτός ο όρμος, αυτή η νύχτα, θα έμενε μια ανάμνηση ανέγγιχτη. Μια σύντομη, έντονη ιστορία που έκλεινε μιας κόμμα. Τίποτα παραπάνω, τίποτα λιγότερο. Ακριβώς ότι χρειαζόμασταν.

Σου άρεσε;

Γίνε ο πρώτος που βαθμολογεί

Μπορεί να σου αρέσουν

Απόκριες με τη Στέλλα στο γυμναστήριο

Η Στέλλα μπήκε στο γυμναστήριο λίγο μετά τις οκτώ το βράδυ, όταν οι περισσότεροι είχαν ήδη φύγει. Φορούσε ένα μαύρο αθλητικό κολάν που έσφιγγε τους γλουτούς της σαν να τους είχε ζωγραφίσει πάνω της και ένα κοντό αθλητικό…

7' ανάγνωση0 αναγνώσεις