Βροχή και καθυστέρηση στην Κρήτη

Ο Δημήτρης έκλεισε το τηλέφωνο με μια βαριά ανάσα και κοίταξε την Έλλη που στεκόταν δίπλα του στο λόμπι του ξενοδοχείου, με το tablet στην αγκαλιά και το πρόσωπό της να δείχνει εξίσου εξαντλημένο.
«Μας γάμησαν. Η πτήση ακυρώθηκε μέχρι νεωτέρας. Ο άνεμος και η βροχή έχουν κάνει τον Καζαντζάκη απαγορευμένο ζώο.»
Η Έλλη έβγαλε έναν ήχο ανάμεσα σε γέλιο και γκρίνια.
«Φανταστικό. Είκοσι τέσσερις ώρες πριν την παρουσίαση για τον μεγαλύτερο πελάτη μας και είμαστε εγκλωβισμένοι στην Κρήτη σαν δύο χαμένοι τουρίστες.»
Το λόμπι ήταν σχεδόν άδειο. Μόνο ο υπάλληλος της ρεσεψιόν τους κοιτούσε με συμπόνια πίσω από τον πάγκο. Έξω, η βροχή είχε αρχίσει να πέφτει πυκνή και οριζόντια, χτυπώντας τα τζάμια σαν να ήθελε να μπει μέσα. Ο αέρας μύριζε υγρή γη, θάλασσα και πεύκο.
«Πάμε να καθίσουμε εκεί πέρα,» είπε ο Δημήτρης δείχνοντας τα βαθιά δερμάτινα καναπέδες δίπλα στο τεράστιο παράθυρο. «Να ξαναδούμε το deck της παρουσίασης. Αν καταφέρουμε να το τελειοποιήσουμε απόψε, ίσως προλάβουμε την πρωινή πτήση αύριο.»
Κάθισαν. Η Έλλη έβγαλε τα ψηλοτάκουνα παπούτσια της και μάζεψε τα πόδια της κάτω από το σώμα της. Φορούσε ακόμα το στενό γκρι παντελόνι και το λευκό πουκάμισο που είχε στη συνάντηση νωρίτερα. Ο Δημήτρης είχε ήδη λύσει δύο κουμπιά στο πουκάμισό του. Οι δυο τους δούλευαν μαζί εδώ και τρία χρόνια, αλλά ποτέ δεν είχαν βρεθεί μόνοι για τόσο πολλές ώρες εκτός γραφείου.
«Ο Κώστας από το finance θα μας στείλει τα τελευταία νούμερα μέχρι τις εννιά,» είπε εκείνη, ανοίγοντας το laptop. «Αν και γνωρίζοντας τον Κώστα, θα μας τα στείλει στις δέκα και θα γράψει “συγγνώμη, έπεσα σε meeting”.»
Ο Δημήτρης χαμογέλασε πικρά.
«Και η Μαριάννα από το δικό σου τμήμα θα μας στείλει δέκα διαφορετικές εκδοχές του ίδιου banner λέγοντας ότι “θέλει να δούμε ποιες χρωματικές αποχρώσεις ταιριάζουν καλύτερα με την ταυτότητα του brand”. Σαν να μην έχουμε παρουσιάσει ποτέ ξανά σε αυτόν τον πελάτη.»
Η Έλλη γέλασε δυνατά, ένα γνήσιο, κουρασμένο γέλιο που της έκανε τα μάτια να γυαλίσουν.
«Μαλάκες είναι όλοι. Αλλά εμείς είμαστε οι μαλάκες που κάθε φορά τα καταφέρνουμε τελευταία στιγμή.»
Δούλευαν για σχεδόν δύο ώρες. Τα ποτήρια με τον καφέ κρύωσαν πάνω στο τραπέζι. Η βροχή όμως δεν σταματούσε. Αντίθετα, δυνάμωνε. Σε κάποια στιγμή ένας δυνατός κεραυνός έκανε τα φώτα του λόμπι να τρεμοπαίξουν. Ο υπάλληλος της ρεσεψιόν πλησίασε με συγγνώμη.
«Συγγνώμη, αλλά η πρόβλεψη λέει ότι θα συνεχίσει έτσι όλη τη νύχτα. Δεν είναι ασφαλές να μένετε εδώ κάτω με τα τζάμια. Σας έχουμε ετοιμάσει ένα δωμάτιο στον τέταρτο όροφο. Θέα στη θάλασσα, μεγάλο γραφείο, όλα όσα χρειάζεστε. Το κλείσαμε ήδη στο λογαριασμό της εταιρείας σας.»
Οι δυο τους κοιτάχτηκαν για μια στιγμή.
«Εντάξει,» είπε ο Δημήτρης. «Δεν έχουμε και πολλές επιλογές.»
Το δωμάτιο ήταν ευρύχωρο, με τεράστιο κρεβάτι, μινιμπαρ και ένα γραφείο μπροστά σε γυάλινη πόρτα που έβγαζε σε μπαλκόνι. Έξω η θάλασσα είχε αγριέψει, τα κύματα έσκαγαν άσπρα και θυμωμένα πάνω στα βράχια. Η βροχή χτυπούσε το τζάμι σαν να ήθελε να το σπάσει.
Έβαλαν τα πράγματά τους πάνω στο κρεβάτι. Η Έλλη πήγε κατευθείαν στο γραφείο, άνοιξε το laptop και άναψε το φωτιστικό. Ο Δημήτρης έβγαλε το σακάκι του και το πέταξε στην πολυθρόνα. Χαλάρωσε τη γραβάτα του και την άφησε να κρέμεται χαλαρά στο λαιμό του.
«Ξέρεις τι είναι το χειρότερο;» είπε εκείνη ενώ έψαχνε το αρχείο. «Ότι η Εύη η διευθύντρια μας θα στείλει αύριο το πρωί μήνυμα “Πώς πάει το project; Είστε ΟΚ;” και θα περιμένει να της απαντήσουμε μέσα σε δέκα λεπτά σαν να μην είμαστε εδώ παγιδευμένοι.»
Ο Δημήτρης γέλασε και τράβηξε μια καρέκλα δίπλα της.
«Η Εύη είναι σαν εκείνα τα σκυλιά που δεν καταλαβαίνουν ότι έχεις κλείσει την πόρτα. Συνεχίζει να χτυπάει με το κεφάλι.»
Η Έλλη γύρισε και τον κοίταξε. Τα μάτια της έλαμπαν από κούραση αλλά και από κάτι άλλο, κάτι πιο ζωντανό.
«Εσύ είσαι χειρότερος από αυτήν, ξέρεις. Με αυτά τα mail σου στις τρεις το πρωί που γράφουν “μικρές διορθώσεις” και τελικά είναι τρία ολόκληρα slides.»
«Και εσύ μου απαντάς με emoji που δείχνουν μεσαίο δάχτυλο,» της πέταξε εκείνος χαμογελώντας πονηρά.
«Μόνο μία φορά το έκανα.»
«Δύο. Και τη δεύτερη έβαλε και ένα κόκκινο κεραυνό δίπλα.»
Η Έλλη γέλασε ξανά, πιο χαμηλά αυτή τη φορά. Η βροχή έξω συνέχιζε να πέφτει ασταμάτητα, σαν να είχε αποφασίσει να τους κλείσει μέσα για όσο χρειαστεί. Ο αέρας μέσα στο δωμάτιο είχε αρχίσει να βαραίνει με κάτι που δεν ήταν μόνο κούραση και καφές. Ήταν η πρώτη φορά που παρατηρούσε πόσο όμορφα έπεφταν τα καστανά μαλλιά της Έλλης στον ώμο της όταν τα άφηνε λυτά. Και εκείνη, για πρώτη φορά, πρόσεξε πόσο βαθιά ήταν η φωνή του Δημήτρη όταν μιλούσε χαμηλόφωνα, σχεδόν ψιθυριστά.
Η νύχτα μόλις άρχιζε.
Μετά από τρεις ώρες συνεχούς δουλειάς, το δωμάτιο μύριζε καφέ, τυρί και υγρασία από τη θάλασσα. Τα κουτιά από το delivery ήταν πεταμένα στη γωνία, δίπλα σε άδεια μπουκάλια νερό και δύο ποτήρια κρασί που είχαν ανοίξει «για να ξυπνήσουν λίγο τον εγκέφαλο», όπως είχε πει η Έλλη.
Εκείνη είχε βγάλει τα ψηλοτάκουνα παπούτσια της και είχε μαζέψει τα πόδια της στην καρέκλα, αφήνοντας τα δάχτυλά της να παίζουν νευρικά πάνω στο χείλος του ποτηριού. Ο Δημήτρης είχε χαλαρώσει τελείως τη γραβάτα του και είχε ξεκουμπώσει τα δύο πάνω κουμπιά του πουκαμίσου του. Το δέρμα στο λαιμό του γυάλιζε ελαφρά από τον ιδρώτα της κλειστής ατμόσφαιρας.
«Δεν γίνεται έτσι το slide 7,» είπε εκείνος, δείχνοντας την οθόνη. «Το χρώμα είναι πολύ ανοιχτό, χάνεται η αντίθεση. Ο πελάτης θα βαρεθεί μετά το τρίτο γραφικό.»
Η Έλλη γύρισε και τον κοίταξε με σηκωμένο φρύδι.
«Εσύ μου λες για χρώματα; Εσύ που πέρσι έβαλες πορτοκαλί και γκρι σε παρουσίαση για τράπεζα;»
«Ήταν corporate orange,» απάντησε εκείνος με ψεύτικη σοβαρότητα.
«Ήταν σαν να προσπαθούσες να πουλήσεις παγωτό σε νεκροταφείο.»
Γέλασαν και οι δύο, αλλά το γέλιο κόπηκε απότομα όταν τα βλέμματά τους έμειναν λίγο παραπάνω. Η Έλλη έγειρε πίσω στην καρέκλα της και τέντωσε τα πόδια της. Το στενό παντελόνι της τεντώθηκε πάνω στους μηρούς της, τονίζοντας τις καμπύλες της. Ο Δημήτρης το πρόσεξε. Δεν προσπάθησε να το κρύψει.
«Ξέρεις τι είναι το πρόβλημά σου, Δημήτρη;» είπε εκείνη με χαμηλή, λίγο βραχνή φωνή. «Θέλεις πάντα να έχεις τον έλεγχο. Ακόμα και τώρα, που είμαστε παγιδευμένοι εδώ, προσπαθείς να μου πεις πώς να κάνω τη δουλειά μου.»
«Και το δικό σου πρόβλημα,» απάντησε εκείνος, γέρνοντας προς τα μπρος, «είναι ότι σου αρέσει να με προκαλείς. Από την πρώτη μέρα που μπήκες στην εταιρεία. Με κοιτάς σαν να περιμένεις να σπάσω.»
Η Έλλη δάγκωσε ελαφρά το κάτω χείλος της. Τα δάχτυλά της χτύπησαν ρυθμικά πάνω στο ποντίκι.
«Μπορεί να περιμένω να σπάσεις. Ίσως και να θέλω να δω πώς θα γίνεις όταν δεν είσαι ο ψυχρός project manager με τα άψογα email.»
Ο αέρας στο δωμάτιο είχε γίνει πηχτός. Η βροχή έξω χτυπούσε το τζάμι με μανία, σαν να ήθελε να τους κλείσει μέσα για πάντα. Ο Δημήτρης σηκώθηκε αργά, πήγε μέχρι το μινιμπάρ και έβγαλε άλλο ένα μπουκάλι κόκκινο. Το άνοιξε χωρίς να ρωτήσει. Γέμισε τα ποτήρια τους και της έδωσε το δικό της. Όταν τα δάχτυλά τους ακούμπησαν, κανείς δεν τράβηξε το χέρι του αμέσως.
«Πες μου, Έλλη,» ψιθύρισε, ενώ στεκόταν όρθιος δίπλα της. «Αν δεν ήμασταν συνάδελφοι… τι θα έκανες τώρα;»
Εκείνη σήκωσε το ποτήρι, ήπιε μια αργή γουλιά και τον κοίταξε από κάτω προς τα πάνω. Τα μάτια της είχαν σκουρύνει.
«Θα σου έλεγα να σταματήσεις να κάνεις τον σοβαρό και να έρθεις πιο κοντά.»
Ο Δημήτρης έβαλε το ποτήρι του στο γραφείο. Έσκυψε ελαφρά, ακουμπώντας τα χέρια του στα μπράτσα της καρέκλας της, εγκλωβίζοντάς την χωρίς να την αγγίζει ακόμα. Η ανάσα του χάιδεψε το μάγουλό της.
«Και αν σου έλεγα ότι αυτή τη στιγμή δεν με νοιάζει καθόλου η παρουσίαση;»
Η Έλλη γέλασε σιγανά, ένα γέλιο που κατέληξε σε κάτι πιο βαθύ, πιο επικίνδυνο.
«Θα σου έλεγα ότι είσαι επιτέλους ειλικρινής. Και ίσως… να σου έλεγα να μου δείξεις τι άλλο μπορείς να κάνεις τόσο καλά όσο τα Gantt charts.»
Τα μάτια τους είχαν κολλήσει. Η φωνή της είχε κατέβει ακόμα πιο χαμηλά, σχεδόν βραχνή. Ο Δημήτρης ένιωσε τη ζέστη να ανεβαίνει στο στήθος του, να κατεβαίνει πιο κάτω. Έβλεπε τον σφυγμό της να χτυπάει στον λαιμό της, το πώς το στήθος της ανεβοκατέβαινε πιο γρήγορα κάτω από το λεπτό πουκάμισο.
«Πρόσεχε τι λες, Έλλη,» μουρμούρισε, με τη φωνή του να βγαίνει πιο τραχιά από ό,τι ήθελε. «Γιατί αν συνεχίσεις έτσι, δεν θα μείνουμε μόνο στα πειράγματα.»
Εκείνη έγειρε ελαφρά μπροστά, μέχρι που τα χείλη της βρέθηκαν μόλις δυο εκατοστά από τα δικά του. Μύριζε κρασί, καφέ και κάτι γλυκό, δικό της.
«Ποιος είπε ότι θέλω να μείνουμε στα πειράγματα;»
Η βροχή έξω έγινε ακόμα πιο δυνατή. Ένας κεραυνός φώτισε για μια στιγμή ολόκληρο το δωμάτιο, αποκαλύπτοντας τα πρόσωπά τους – τα μάτια μισόκλειστα, τα χείλη μισάνοιχτα, την ένταση που είχε μετατραπεί πια σε καθαρή, ηλεκτρισμένη επιθυμία.
Κανείς τους δεν κουνήθηκε ακόμα. Αλλά και οι δύο ήξεραν ότι η γραμμή είχε ήδη σπάσει. Το μόνο που περίμεναν ήταν ποιος θα κάνει την πρώτη κίνηση.
Ο Δημήτρης δεν περίμενε άλλο.
Με μια απότομη κίνηση την άρπαξε από τον αυχένα και τη φίλησε. Δεν ήταν γλυκό φιλί. Ήταν πεινασμένο, βαθύ, σχεδόν θυμωμένο από τις ώρες που είχαν περάσει να παριστάνουν ότι δουλεύουν. Η Έλλη αναστέναξε μέσα στο στόμα του και του ανταπέδωσε την ίδια ορμή, πιάνοντάς τον από το πουκάμισο και τραβώντας τον πάνω της.
Το φως έσβησε απότομα. Ένας δυνατός κεραυνός είχε ρίξει το ρεύμα. Το δωμάτιο βυθίστηκε στο μισοσκόταδο, φωτισμένο μόνο από τις αστραπές που έπεφταν η μία μετά την άλλη. Δεν σταμάτησαν. Αντίθετα, η έλλειψη φωτός τους έκανε πιο τολμηρούς.
«Επιτέλους,» μουρμούρισε εκείνη ανάμεσα στα φιλιά, «νόμιζα ότι θα συνεχίσεις να κάνεις τον επαγγελματία μέχρι το πρωί.»
Ο Δημήτρης γέλασε βραχνά και την τράβηξε όρθια. Τα χέρια του μπήκαν κάτω από το πουκάμισό της, ξεκούμπωσαν το σουτιέν με μια κίνηση και της έπιασαν τα βυζιά, ζυμώνοντάς τα άγρια.
«Κλείσε το στόμα σου και γδύσου,» της είπε τραχιά.
Η Έλλη έβγαλε το πουκάμισο και τη φούστα της μέσα σε δευτερόλεπτα. Έμεινε μόνο με ένα μαύρο σλιπ. Ο Δημήτρης την κοίταξε για μια στιγμή, λες και ήθελε να χαράξει την εικόνα της στο μυαλό του. Μετά την έσπρωξε προς το κρεβάτι. Εκείνη έπεσε ανάσκελα γελώντας.
«Δεν είσαι και τόσο ψυχρός τελικά, ε;»
«Θα δεις πόσο ψυχρός είμαι,» απάντησε εκείνος και γονάτισε ανάμεσα στα πόδια της. Της κατέβασε το σλιπ με τα δόντια σχεδόν, το πέταξε πίσω του και βούτηξε το πρόσωπό του ανάμεσα στα πόδια της. Η γλώσσα του χάιδεψε πρώτα απαλά το μουνί της, μετά πιο δυνατά, ρουφώντας την κλειτορίδα της. Η Έλλη έβγαλε μια κραυγή και άρπαξε τα σεντόνια.
«Γαμώτο… ναι, εκεί…»
Ο ήχος της βροχής έπνιγε τα βογκητά τους. Εκείνος συνέχισε να τη γλείφει με μανία, βάζοντας δύο δάχτυλα μέσα της, γαμώντας την με αυτά ενώ η γλώσσα του δούλευε ασταμάτητα. Η Έλλη άρχισε να τρέμει, τα πόδια της σφίχτηκαν γύρω από το κεφάλι του.
«Θα έρθω… μη σταματάς, ρε γαμώτο…»
Έχυσε δυνατά, με όλο της το σώμα να τραντάζεται, ενώ εκείνος δεν σταμάτησε ούτε στιγμή μέχρι να ηρεμήσει.
Όταν εκείνη άνοιξε τα μάτια της, τον είδε να γδύνεται βιαστικά. Ο πούτσος του ήταν σκληρός, γεμάτος φλέβες, η κεφαλή του γυαλιστερή από τα προεμφυτικά υγρά. Η Έλλη γονάτισε αμέσως μπροστά του στο κρεβάτι.
«Έλα εδώ,» ψιθύρισε και τον πήρε ολόκληρο στο στόμα της χωρίς προειδοποίηση.
Ο Δημήτρης έβγαλε έναν βαθύ ήχο από τον λαιμό του και της έπιασε τα μαλλιά. Η Έλλη τον έγλειφε με μανία, βάζοντάς τον βαθιά μέχρι τον λαιμό της, βγάζοντας σάλια που έτρεχαν στο πέος του. Ταυτόχρονα τον κοιτούσε στα μάτια, προκλητικά.
«Θέλεις να σε γαμήσω, ε;» τη ρώτησε εκείνος με βραχνή φωνή.
Εκείνη έβγαλε τον πούτσο του από το στόμα της με έναν ήχο που έμοιαζε με ανακούφιση και γέλασε.
«Γάμησέ με, Δημήτρη. Τώρα. Δυνατά.»
Δεν χρειάστηκε να το πει δεύτερη φορά. Την γύρισε μπρούμυτα, της σήκωσε τους γοφούς και μπήκε μέσα της με μια δυνατή ώθηση. Το μουνί της ήταν καυτό και μούσκεμα. Ο Δημήτρης άρχισε να τη γαμάει με βαθιές, δυνατές κινήσεις, χτυπώντας το σώμα του πάνω στον κώλο της. Κάθε φορά που έμπαινε μέχρι το βάθος, η Έλλη έβγαζε μια κραυγή.
«Ναι… έτσι… πιο δυνατά… γάμησέ με σαν να το ήθελες χρόνια…»
«Το ήθελα χρόνια,» παραδέχτηκε εκείνος λαχανιασμένος, χωρίς να σταματάει. «Κάθε φορά που φορούσες εκείνα τα στενά παντελόνια στο γραφείο, σκεφτόμουν να σε γαμήσω πάνω στο τραπέζι της αίθουσας συσκέψεων.»
Η Έλλη γέλασε ανάμεσα στα βογκητά της.
«Και εγώ σκεφτόμουν να σου κάνω τσιμπούκι κάτω από το γραφείο σου… Άντε, πιο δυνατά, γαμώτο!»
Ο ιδρώτας τους έτρεχε. Το δωμάτιο μύριζε σεξ, κρασί και βροχή. Εκείνος την τράβηξε από τα μαλλιά, την έκανε να καμπυλώσει την πλάτη της περισσότερο και συνέχισε να τη γαμάει με μανία. Η Έλλη έφτασε σε δεύτερο οργασμό, σφίγγοντας τον πούτσο του μέσα της τόσο δυνατά που εκείνος μόλις που κατάφερε να μην χύσει αμέσως.
«Γύρνα,» της είπε τραχιά.
Την ξάπλωσε ανάσκελα, της άνοιξε τα πόδια διάπλατα και μπήκε ξανά μέσα της. Αυτή τη φορά την κοιτούσε στα μάτια. Το ρυθμό τον είχε πιο αργό, πιο βαθύ, σαν να ήθελε να νιώσει κάθε εκατοστό της. Η Έλλη τον αγκάλιασε με τα πόδια της γύρω από τη μέση του.
«Χύσε μέσα μου,» του ψιθύρισε. «Θέλω να σε νιώσω να χύνεις.»
«Γαμώτο, Έλλη…»
Λίγα λεπτά αργότερα, με ένα βαθύ, ζώο γρύλισμα, ο Δημήτρης έχυσε μέσα της. Σπασμωδικές, δυνατές ριπές που την γέμισαν. Εκείνη τον κράτησε σφιχτά, τρέμοντας κι αυτή από έναν ακόμα οργασμό, μικρότερο αλλά εξίσου έντονο.
Έμειναν έτσι για αρκετή ώρα, λαχανιασμένοι, ιδρωμένοι, με τα σώματά τους ακόμα ενωμένα. Η βροχή είχε αρχίσει να κοπάζει. Το ρεύμα επανήλθε σιγά σιγά, τα φώτα άναψαν αδύναμα.
Ο Δημήτρης έγειρε στο πλάι, χωρίς να βγει από μέσα της ακόμα. Της χάιδεψε τα μαλλιά που είχαν κολλήσει στο μέτωπό της και γέλασε σιγανά.
«Λοιπόν… αυτό δεν ήταν μέσα στο project plan.»
Η Έλλη γέλασε κι εκείνη, ένα κουρασμένο αλλά ειλικρινές γέλιο.
«Όχι. Αλλά ήταν το καλύτερο deliverable της χρονιάς.»
Έμειναν σιωπηλοί για λίγο, ακούγοντας τη βροχή που είχε πια μετατραπεί σε ψιχάλισμα. Ο ουρανός άρχιζε να φωτίζει αχνά.
«Και τώρα τι κάνουμε;» ρώτησε εκείνος σοβαρά, χαϊδεύοντας την πλάτη της.
Η Έλλη σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε. Τα μάτια της ήταν ακόμα θολά από την ηδονή.
«Τώρα; Τώρα πάμε στην Αθήνα, κλείνουμε την παρουσίαση, κερδίζουμε τον πελάτη… και μετά αποφασίζουμε αν θέλουμε να συνεχίσουμε να κάνουμε ότι δεν τρέχει τίποτα στο γραφείο ή αν θα βρούμε τρόπο να γαμιόμαστε κρυφά κάθε φορά που θα έχουμε deadline.»
Ο Δημήτρης χαμογέλασε πλατιά.
«Ξέρεις κάτι; Νομίζω ότι προτιμώ τη δεύτερη εκδοχή.»
Η Έλλη τον φίλησε απαλά στα χείλη, αυτή τη φορά πιο τρυφερά.
«Κι εγώ. Αλλά θα πρέπει να είμαστε πολύ, πολύ καλοί στο να κρατάμε μυστικά.»
Έξω, η Κρήτη ξημέρωνε γκρι και υγρή. Μέσα στο δωμάτιο, δύο συνάδελφοι που μόλις είχαν γαμηθεί μέχρι τελικής πτώσης κοιτούσαν ο ένας τον άλλο σαν να έβλεπαν για πρώτη φορά αυτό που πραγματικά ήθελαν.
Και κανείς από τους δύο δεν ένιωθε πια την ανάγκη να προσποιηθεί.
Σου άρεσε;
Γίνε ο πρώτος που βαθμολογεί

