Η ζέστη της παραλίας

Ο Άρης περπάταγε αργά κατά μήκος της παραλίας, με το λεπτό βαμβακερό πουκάμισο να κολλάει στην πλάτη του. Η νύχτα ήταν βαριά, υγρή, σαν να είχε πάρει ο καύσωνας σάρκα και οστά. Ούτε η θάλασσα δεν κατάφερνε να δροσίσει τον αέρα· μόνο έστελνε μια ελαφριά, αλμυρή ανάσα που μύριζε φύκια και καυτή άσφαλτο. Τα φώτα του Λευκού Πύργου έπεφταν πάνω στο νερό σαν λιωμένο χρυσάφι, αλλά εκείνος δεν ένιωθε καμία ρομαντική διάθεση. Έψαχνε απλώς λίγο οξυγόνο που να μην καίει τους πνεύμονές του.
Είχε βγει χωρίς σκοπό, όπως έκανε συχνά τις τελευταίες μέρες. Η κάμερα κρεμόταν από τον ώμο του περισσότερο από συνήθεια παρά από πραγματική διάθεση να φωτογραφίσει. Η πόλη έβραζε, οι τουρίστες είχαν εξαφανιστεί από νωρίς στα κλιματιστικά δωμάτιά τους, και μόνο λίγοι ντόπιοι σαν κι αυτόν περιφέρονταν σαν υπνοβάτες.
Σταμάτησε μπροστά σε ένα μικρό μπαρ στη σειρά με τις ψαροταβέρνες. Το μαγαζί ήταν σχεδόν άδειο. Μόνο τρία τραπέζια ήταν κατειλημμένα από ζευγάρια που ψιθύριζαν κουρασμένα. Πήγε και κάθισε στο μπαρ, δίπλα στο νερό. Παράγγειλε ένα ούζο με πάγο και μια φέτα καρπούζι.
«Καλησπέρα. Δεν αντέχεται απόψε, ε;» είπε ο μπάρμαν ενώ έσπαγε πάγο.
«Ούτε με το μυαλό», απάντησε ο Άρης και χαμογέλασε αχνά.
Γύρισε το βλέμμα του προς τα αριστερά και τότε την είδε.
Καθόταν δύο σκαμπό πιο πέρα, μόνη. Είχε ακουμπήσει τον αγκώνα στο μπαρ και κρατούσε ένα ποτήρι κρασί κόκκινο, σαν να το είχε ξεχάσει εκεί. Τα σκούρα μαλλιά της ήταν μαζεμένα πρόχειρα ψηλά, με κάποιες τούφες να έχουν ξεφύγει και να κολλάνε στον ιδρωμένο της σβέρκο. Φορούσε ένα λεπτό λινό πουκάμισο χωρίς μανίκια, χρώματος ανοιχτού μπεζ, που άφηνε τους ώμους της γυμνούς. Το πρόσωπό της ήταν κουρασμένο, αλλά όμορφο με έναν τρόπο που δεν προσπαθούσε καθόλου. Ψηλά ζυγωματικά, γεμάτα χείλη, μάτια που φαίνονταν να σκέφτονται ακόμα κάτι από τη μέρα της.
Την κοίταξε για μια στιγμή παραπάνω από όσο έπρεπε. Εκείνη σήκωσε το βλέμμα της και τα μάτια τους συναντήθηκαν. Ο Άρης δεν έστρεψε αλλού το κεφάλι. Αντίθετα, της χαμογέλασε ελαφρά, σαν να παραδέχονταν και οι δυο τους ότι η ζέστη τους είχε φέρει εκεί, σε εκείνο το μπαρ, μόνος ο ένας δίπλα στον άλλο.
Εκείνη ανταπέδωσε το χαμόγελο. Ήταν κουρασμένο αλλά ειλικρινές.
«Είναι σαν να έχουμε βγει από φούρνο», είπε εκείνη ξαφνικά, με φωνή χαμηλή και λίγο βραχνή.
Ο Άρης γέλασε σιγά.
«Νομίζω ότι ο καύσωνας έχει επίσημα κηρύξει πόλεμο στην πόλη. Εγώ τα παράτησα. Δεν άντεχα άλλο να κάθομαι μέσα. Εσύ;»
Η Βέρα στριφογύρισε το ποτήρι της.
«Μόλις τελείωσα μια συνάντηση που κράτησε τέσσερις ώρες. Τέσσερις ώρες να συζητάμε για φωτισμό και αερισμό κτιρίων ενώ έξω λιώνουμε. Όταν βγήκα, το μόνο που ήθελα ήταν να κάτσω κάπου που να βλέπω θάλασσα και να μην μιλάει κανείς για στατικές μελέτες.»
«Αρχιτέκτονας;» ρώτησε εκείνος.
«Ναι. Από την Αθήνα. Ήρθα για τρεις μέρες, αλλά φαίνεται ότι θα γίνουν πέντε. Και εσύ;»
«Άρης. Φωτογράφος. Ζω εδώ. Βγαίνω τα βράδια να βρω κάτι που να μην είναι τουριστικό καρτ ποστάλ. Συνήθως δεν βρίσκω τίποτα, αλλά τουλάχιστον δροσίζομαι λίγο.»
Η Βέρα γέλασε. Το γέλιο της ήταν ζεστό, βαθύ.
«Εγώ λαχταράω να κάνω κάτι εντελώς ανόητο απόψε. Κάτι που να μην έχει καμία σχέση με προδιαγραφές και προθεσμίες. Απλώς… να ξεφύγω.»
Τα μάτια τους έμειναν πάλι για λίγο κολλημένα. Ο Άρης ένιωσε κάτι να σπρώχνει μέσα στο στήθος του. Δεν ήταν μόνο η ομορφιά της. Ήταν ο τρόπος που μιλούσε, σαν να μην είχε όρεξη για μάσκες.
«Θέλεις να περπατήσουμε λίγο;» ρώτησε χωρίς να το σκεφτεί πολύ. «Προς τα εκεί», έδειξε προς τα πιο σκοτεινά σημεία της παραλίας. «Μακριά από τα φώτα. Ίσως βρούμε λίγο αέρα που να μην καίει.»
Η Βέρα τον κοίταξε για τρία ολόκληρα δευτερόλεπτα. Μετά ήπιε την τελευταία γουλιά από το κρασί της, άφησε το ποτήρι στο μπαρ και σηκώθηκε.
«Πάμε», είπε απλά.
Πλήρωσαν κι οι δυο και βγήκαν μαζί έξω. Ο αέρας ήταν ακόμα πιο βαρύς, αλλά τώρα υπήρχε κάτι καινούργιο ανάμεσά τους. Περπατούσαν δίπλα δίπλα, οι ώμοι τους σχεδόν αγγίζονταν. Η Βέρα έβγαλε τα σανδάλια της και τα κρατούσε στο χέρι, πατώντας ξυπόλυτη στην ακόμα ζεστή άμμο.
«Δεν θυμάμαι πότε ήταν η τελευταία φορά που έκανα κάτι τόσο αυθόρμητο», είπε χαμηλόφωνα. «Συνήθως προγραμματίζω ακόμα και το πότε θα χαλαρώσω.»
Ο Άρης την κοίταξε πλάγια. Το φεγγάρι έπεφτε πάνω στο πρόσωπό της και έκανε το δέρμα της να γυαλίζει ελαφρά από τον ιδρώτα.
«Εγώ έχω την αντίθετη αρρώστια», είπε. «Προσπαθώ να αφήνω χώρο για το απρόσμενο. Αλλά τις περισσότερες φορές το απρόσμενο είναι ότι δεν συμβαίνει τίποτα.»
Γέλασαν και οι δυο. Η κουβέντα τους έρεε εύκολα, σαν να γνωρίζονταν χρόνια. Μιλούσαν για τη δουλειά τους, για το πώς η ζέστη αυτή τις μέρες λειτουργούσε σαν μεγέθυντικός φακός για όλα όσα τους εκνεύριζαν στη ζωή τους. Εκείνος της είπε για τις νυχτερινές του βόλτες με την κάμερα, για το πώς έψαχνε να συλλάβει την πόλη γυμνή από τουρίστες και ψεύτικα χαμόγελα. Εκείνη του μίλησε για τα σχέδια που σχεδίαζε μέχρι τα ξημερώματα, για το πώς λαχταρούσε να χτίσει κάτι που να μην είναι απλώς λειτουργικό αλλά και να κάνει τους ανθρώπους να νιώθουν.
Κάποια στιγμή, καθώς περπατούσαν, το χέρι του Άρη ακούμπησε ελαφρά την πλάτη της για να την προσπεράσει σε ένα στενό σημείο. Το άγγιγμα κράτησε ένα δευτερόλεπτο περισσότερο από όσο χρειαζόταν. Και οι δυο το πρόσεξαν.
Η Βέρα γύρισε και τον κοίταξε. Τα μάτια της είχαν αλλάξει. Δεν ήταν πια μόνο κουρασμένα. Ήταν πεινασμένα.
«Ξέρεις», είπε σιγά, «νομίζω ότι η ζέστη αυτή τη βραδιά δεν είναι μόνο έξω.»
Ο Άρης σταμάτησε. Την κοίταξε κατάματα. Η καρδιά του χτυπούσε πιο δυνατά από τον παφλασμό των κυμάτων.
«Ούτε εγώ το νιώθω μόνο από τον καύσωνα», απάντησε.
Και εκεί, χωρίς να το έχουν προγραμματίσει, χωρίς να το πουν, συνέχισαν να περπατούν προς το πιο σκοτεινό και ήσυχο κομμάτι της παραλίας, εκεί όπου τα φώτα της πόλης έδιναν τη θέση τους σε μια βαθιά, βελούδινη σκοτεινιά.
Ο αέρας εκεί ήταν πιο βαρύς, πιο πηχτός, σαν να είχε μαζέψει όλη την υγρασία της θάλασσας και την είχε κλείσει ανάμεσα στα κύματα και στην άμμο. Περπατούσαν αργά, σχεδόν συγχρονισμένα, χωρίς να βιάζονται. Τα βήματά τους βούλιαζαν ελαφρά στην ακόμα ζεστή άμμο και ο ήχος των κυμάτων έπνιγε κάθε άλλο θόρυβο της πόλης.
«Δεν ξέρω γιατί σου το λέω αυτό», είπε η Βέρα μετά από λίγο, «αλλά νιώθω ότι απόψε δεν έχω όρεξη να κρύψω τίποτα. Έχω βαρεθεί να προσποιούμαι ότι είμαι η σωστή, η οργανωμένη, η επαγγελματίας που τα έχει όλα υπό έλεγχο.»
Ο Άρης χαμογέλασε πλάγια.
«Κι εγώ βαρέθηκα να είμαι ο τύπος που φωτογραφίζει στιγμές που οι άλλοι ζουν. Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι εγώ δεν ζω σχεδόν τίποτα.»
Σταμάτησε για μια στιγμή και έσκυψε να μαζέψει ένα μικρό κοχύλι που γυάλιζε κάτω από το φεγγάρι. Το έδωσε στη Βέρα χωρίς λόγο. Εκείνη το πήρε, τα δάχτυλά τους ακούμπησαν για δυο δευτερόλεπτα παραπάνω. Κανείς τους δεν τράβηξε το χέρι του αμέσως.
Συνέχισαν να περπατούν. Τα αγγίγματα έγιναν πιο συχνά. Το χέρι του στην πλάτη της όταν ο δρόμος στένευε. Το δικό της που «τυχαία» ακούμπησε το μπράτσο του όταν γέλασε με κάτι που είπε. Κάθε φορά το άγγιγμα κρατούσε λίγο περισσότερο. Κάθε φορά η ανάσα τους γινόταν πιο βαριά.
«Δεν έχω κάνει ποτέ σεξ στην παραλία», είπε ξαφνικά η Βέρα με φωνή που μόλις που ακουγόταν πάνω από τα κύματα. «Το σκεφτόμουν όμως. Συχνά.»
Ο Άρης γύρισε και την κοίταξε. Τα μάτια της ήταν σκοτεινά, γεμάτα λαχτάρα.
«Ούτε εγώ», απάντησε. «Αλλά απόψε… δεν ξέρω αν θέλω να μείνουμε μόνο στις σκέψεις.»
Δεν μίλησαν άλλο. Συνέχισαν μέχρι που τα φώτα της παραλίας έγιναν απλώς μια μακρινή πορτοκαλιά λάμψη πίσω τους. Βρήκαν ένα σημείο όπου η άμμος ήταν πιο μαλακή, προστατευμένο από κάτι χαμηλούς θάμνους και από την αύρα. Κάθισαν. Η Βέρα άφησε τα σανδάλια της δίπλα της και τέντωσε τα πόδια της προς τη θάλασσα.
Για λίγα δευτερόλεπτα απλώς κοιτάζονταν. Μετά ο Άρης έγειρε πρώτος. Το φιλί ξεκίνησε απαλό, σχεδόν διστακτικό, σαν να ήθελαν να βεβαιωθούν ότι το θέλουν και οι δυο. Δεν κράτησε έτσι. Σε δυο δευτερόλεπτα η γλώσσα της Βέρας μπήκε μέσα στο στόμα του με βουλιμία και ο Άρης αναστέναξε βαθιά, πιάνοντας το πρόσωπό της με τις παλάμες του. Το φιλί έγινε υγρό, πεινασμένο, σχεδόν άγριο. Τα χείλη τους γλιστρούσαν, δάγκωναν ελαφρά, αναζητούσαν περισσότερο.
Τα χέρια του Άρη κατέβηκαν στον λαιμό της, μετά στους ώμους, και τέλος μέσα από το λεπτό βαμβακερό φόρεμα που φορούσε. Τα δάχτυλά του βρήκαν τα στήθη της γυμνά – δεν φορούσε σουτιέν. Τα βυζιά της ήταν ζεστά, βαριά, οι ρώγες της ήδη σκληρές από την έξαψη. Τις έπιασε και τις έσφιξε ελαφρά, κάνοντας τη Βέρα να βγάλει έναν πνιχτό ήχο μέσα στο στόμα του.
«Γαμώτο…» ψιθύρισε εκείνη όταν χώρισαν για να πάρουν ανάσα. «Αγγίξε με πιο δυνατά.»
Δεν χρειάστηκε να το πει δεύτερη φορά. Ο Άρης την έσπρωξε απαλά προς τα πίσω μέχρι που ξάπλωσε στην άμμο. Το φόρεμά της ανέβηκε ψηλά στους μηρούς της. Το χέρι του ανέβηκε αργά από το γόνατο προς τα πάνω, χαϊδεύοντας το ζεστό, ιδρωμένο δέρμα της. Όταν έφτασε στο εσώρουχό της, το βρήκε ήδη μουσκεμένο.
«Είσαι μούσκεμα», μουρμούρισε με φωνή βραχνή.
«Από τη στιγμή που με κοιτάξατε στο μπαρ», απάντησε η Βέρα και άνοιξε λίγο περισσότερο τα πόδια της.
Τα δάχτυλά του μπήκαν κάτω από το λεπτό ύφασμα και άγγιξαν τα χείλη του μουνιού της. Ήταν καυτά, γλιστερά, πρησμένα από την επιθυμία. Άρχισε να τα χαϊδεύει αργά, κυκλικά, περνώντας πάνω από την κλειτορίδα της που είχε γίνει σκληρή σαν μικρό βότσαλο. Η Βέρα άρχισε να αναστενάζει πιο δυνατά, σπρώχνοντας τη λεκάνη της προς το χέρι του.
Με το άλλο του χέρι τράβηξε το φόρεμα πιο πάνω, αποκαλύπτοντας εντελώς τα βυζιά της. Έσκυψε και πήρε τη μια ρώγα στο στόμα του, τη ρουφώντας και δαγκώνοντάς την ελαφρά ενώ τα δάχτυλά του συνέχιζαν να παίζουν μέσα στα υγρά της.
«Θέλω να σε γαμήσω εδώ», είπε ο Άρης ανάμεσα στα δαγκώματα. «Αλλά θέλω και να σε πάω στο κρεβάτι σου και να σε γαμήσω μέχρι να μην μπορείς να περπατήσεις αύριο.»
Η Βέρα έπιασε το κεφάλι του και τον τράβηξε πιο δυνατά πάνω στα βυζιά της.
«Τότε πάρε με από εδώ», ψιθύρισε με φωνή που έτρεμε από λαγνεία. «Πάμε στο δικό μου διαμέρισμα. Είναι πέντε λεπτά από εδώ. Και μετά γάμησέ με όπως θες. Όλη τη νύχτα.»
Ο Άρης τράβηξε το χέρι του από μέσα της, άφησε τα δάχτυλά του να γλείψει αργά μπροστά της, δείχνοντάς της πόσο γυάλιζαν από τους χυμούς της. Η Βέρα τον κοίταξε με μάτια μισόκλειστα, γεμάτα πείνα.
Σηκώθηκαν. Τα ρούχα τους ήταν τσαλακωμένα, η ανάσα τους ακόμα γρήγορη. Πήραν τον δρόμο προς τα φώτα της πόλης, αλλά τώρα το βήμα τους ήταν διαφορετικό. Βιαστικό. Πεινασμένο. Και η νύχτα είχε ακόμα πολλές ώρες μπροστά της.
Ο Άρης δεν περίμενε δεύτερη πρόσκληση. Την άρπαξε από το χέρι και προχώρησαν γρήγορα μέσα στη νύχτα, σχεδόν τρέχοντας. Το διαμέρισμα της Βέρας ήταν πράγματι πέντε λεπτά μακριά, ένα μοντέρνο στούντιο στον τέταρτο όροφο με θέα τη θάλασσα. Μόλις η πόρτα έκλεισε πίσω τους, έπεσαν ο ένας πάνω στον άλλο σαν να τους κυνηγούσε φωτιά.
Τα ρούχα τους πέταξαν βιαστικά στο πάτωμα. Το φόρεμα της Βέρας κατέβηκε με μία κίνηση, το σλιπάκι της ακολούθησε. Ο Άρης ξεκούμπωσε το πουκάμισό του ενώ εκείνη του έβγαζε ήδη το τζιν. Όταν έμειναν γυμνοί, η Βέρα τον έσπρωξε προς το κρεβάτι και τον ανέβηκε καβαλίτσα. Ο πούτσος του ήταν σκληρός, όρθιος, με τη γλώσσα γυαλιστερή από προεμπόρευμα.
«Θέλω να σε νιώσω βαθιά», είπε εκείνη λαχανιασμένη και κατέβασε τη λεκάνη της. Το μουνί της τον κατάπιε ολόκληρο με μία κίνηση. Και οι δυο τους βόγκηξαν δυνατά. Ήταν καυτή, σφιχτή και τόσο υγρή που ακούγονταν οι ήχοι κάθε φορά που ανεβοκατέβαινε πάνω του.
«Γαμήσου πάνω μου, Βέρα… Έτσι, γαμημένη μου…» μουρμούρισε ο Άρης πιάνοντας τους γοφούς της με δύναμη. Τα βυζιά της χόρευαν μπροστά στο πρόσωπό του. Τα άρπαξε, τα έσφιξε, ρουφούσε τις ρώγες της ενώ εκείνη τον καβαλίκευε όλο και πιο γρήγορα, χτυπώντας τη λεκάνη της πάνω του με λύσσα.
Μετά από λίγα λεπτά την γύρισε ανάσκελα. Της άνοιξε τα πόδια διάπλατα και μπήκε μέσα της με μία βαθιά ώθηση. Τα χτυπήματα έγιναν δυνατά, κρεβατοκάμαρα, σχεδόν άγρια. Το κρεβάτι χτυπούσε στον τοίχο.
«Πιο δυνατά… Γάμησέ με πιο δυνατά, Άρη…» φώναξε εκείνη, γραπώνοντας τους ώμους του. «Θέλω να με σκίσεις.»
Εκείνος την τράβηξε από τους γοφούς και την πήδηξε με όλη του τη δύναμη. Το μουνί της έτρεχε, οι χυμοί της έλουζαν τα αρχίδια του. Όταν ένιωσε ότι δεν άντεχε άλλο, την σήκωσε και την πήγε στο μπαλκόνι. Την έστρεψε να κοιτάζει τη θάλασσα, την έσκυψε πάνω στο κάγκελο και μπήκε μέσα της από πίσω. Ο αέρας της νύχτας ήταν ακόμα ζεστός, αλλά τώρα δεν ένιωθαν τίποτα άλλο εκτός από ο ένας τον άλλο.
«Πάρε με… Γάμα με έτσι… Ναι, εκεί!» ούρλιαζε η Βέρα καθώς την πήγαινε με γρήγορες, βαθιές κινήσεις. Το χέρι του κατέβηκε μπροστά και άρχισε να τρίβει την κλειτορίδα της. Δεν άντεξε άλλο. Το κορμί της τινάχτηκε, το μουνί της σφίχτηκε γύρω του σαν μέγγενη και έκανε δυνατό, μακρύ οργασμό, τρέμοντας ολόκληρη.
Ο Άρης δεν κράτησε ούτε δευτερόλεπτο παραπάνω. Βγήκε από μέσα της, την γύρισε και της έχυσε δυνατά πάνω στα βυζιά και στην κοιλιά της, με βαθιά, βραχνά βογκητά. Τα σπέρματά του πετάγονταν καυτά, χοντρά, καλύπτοντας το δέρμα της.
Μετά έπεσαν εξαντλημένοι στο κρεβάτι, ιδρωμένοι, λαχανιασμένοι, ακόμα ενωμένοι. Η Βέρα ακούμπησε το κεφάλι της στο στήθος του και ο Άρης χάιδευε αργά την πλάτη της. Η θάλασσα ακουγόταν ήρεμη από κάτω.
«Δεν περίμενα ότι μια βόλτα για να δροσιστώ θα κατέληγε έτσι», ψιθύρισε εκείνη μετά από ώρα, χαμογελώντας.
«Ούτε εγώ», απάντησε ο Άρης και τη φίλησε στα μαλλιά. «Αλλά χαίρομαι που συνέβη. Δεν θέλω να είναι μόνο μία νύχτα, Βέρα.»
Εκείνη σήκωσε το βλέμμα της και τον κοίταξε. Τα μάτια της ήταν ακόμα υγρά από τον οργασμό, αλλά τώρα είχαν και κάτι πιο τρυφερό.
«Ούτε εγώ το θέλω», είπε σιγά. «Ας δούμε πού θα μας πάει. Χωρίς πίεση. Απλά… ας μην το τελειώσουμε εδώ.»
Έμειναν αγκαλιασμένοι μέχρι το ξημέρωμα, μιλώντας χαμηλόφωνα για όνειρα, φόβους, για το πώς η ζωή τους είχε φέρει και τους δύο σε αυτή την καυτή νύχτα. Όταν ο ήλιος άρχισε να βάφει τον ουρανό ρόδινο, κοιμήθηκαν μαζί, με τα κορμιά τους ακόμα κολλημένα από ιδρώτα και σπέρμα, σαν να ήξεραν ότι αυτή η τυχαία συνάντηση είχε μόλις γίνει η αρχή κάτι πολύ πιο βαθύ.
Σου άρεσε;
Γίνε ο πρώτος που βαθμολογεί

