Είκοσι Χρόνια Μετά – Το Μουνί της Γεωργίας Θυμόταν Ακόμα

Είκοσι Χρόνια Μετά – Το Μουνί της Γεωργίας Θυμόταν Ακόμα

Ο Νικόλας καθόταν στο παλιό διαμέρισμα και την περίμενε. Είκοσι χρόνια είχαν περάσει από τότε που η Γεωργία τον άφησε. Είκοσι χρόνια που δεν την είχε ξεχάσει ούτε μια μέρα. Εκείνη παντρεύτηκε, έκανε δύο παιδιά, έφτιαξε ζωή. Αλλά απόψε ήταν εδώ. Γυμνή σχεδόν, με το φόρεμα πεταμένο στον καναπέ και τα μαλλιά της λυτά στην πλάτη.

Την κοίταξε όπως την κοίταζε πάντα. Ψηλή, με γεμάτους γοφούς που είχαν μαλακώσει λίγο με τα χρόνια, στήθη βαριά και ζεστά, και εκείνο το ίδιο σφιχτό, ροδαλό μουνί που θυμόταν από τα είκοσί του. Τα μάτια της είχαν την ίδια πείνα.

«Έλα…» ψιθύρισε εκείνη.

Γονάτισε ανάμεσα στα πόδια του χωρίς άλλη κουβέντα. Άνοιξε το φερμουάρ του αργά, έβγαλε το ήδη σκληρό του καυλί και το πέρασε στα χείλη της σαν να το γευόταν για πρώτη φορά. Η γλώσσα της γύρισε γύρω από την κεφαλή, ζεστή και βρεγμένη, πριν το καταπιεί ολόκληρο με μια βαθιά, υγρή ρουφηξιά. Ο Νικόλας έκλεισε τα μάτια. Το στόμα της ήταν ίδιο. Ζεστό, σφιχτό, λαίμαργο. Τον ρουφούσε με ρυθμό, τα χείλη της να γλιστρούν πάνω στο κορμί του, η γλώσσα της να πιέζει την κάτω πλευρά ενώ το έπαιρνε μέχρι τον λαιμό.

Έβγαλε έναν χαμηλό ήχο όταν εκείνη χαμήλωσε ακόμα περισσότερο και άφησε τα αρχίδια του να ακουμπήσουν στο πηγούνι της. Σάλια έτρεχαν από τις άκρες του στόματός της. Τον κοίταξε από κάτω με τα μάτια γεμάτα δάκρυα από την προσπάθεια, αλλά δεν σταμάτησε. Τον ρουφούσε σαν να ήθελε να τον ξαναπάρει μέσα της ολόκληρο, σαν να ξεπλήρωνε είκοσι χρόνια απουσίας με κάθε κίνησή της.

Ο Νικόλας την τράβηξε από τα μαλλιά και την σήκωσε. Την έστριψε και την έσκυψε πάνω στο τραπέζι. Τα δάχτυλά του βρήκαν το μουνί της ήδη μουσκεμένο, τα χείλη του ανοιχτά και γλιστερά. Της έβαλε δύο δάχτυλα μέσα και την άκουσε να μουρμουρίζει το όνομά του. Μετά αντικατέστησε τα δάχτυλα με το καυλί του. Την γέμισε με μια αργή, βαθιά ώθηση. Η Γεωργία έσφιξε γύρω του και άφησε ένα σπασμένο αναστεναγμό.

Την γάμησε όπως την γαμούσε παλιά. Δυνατά, βαθιά, με τα χέρια του να κρατάνε τους γοφούς της ακίνητους ενώ εκείνος χτυπούσε μέσα της. Κάθε ώθηση έβγαζε υγρό ήχο. Το μουνί της τον ρουφούσε, ζεστό και σφιχτό, σαν να μην ήθελε να τον αφήσει να βγει. Εκείνη έβαζε τα νύχια της στο ξύλο του τραπεζιού και τον παρακαλούσε πιο δυνατά, πιο βαθιά.

«Γάμα με… όπως παλιά… μην σταματάς…»

Ο Νικόλας έσκυψε πάνω της, της άρπαξε τα μαλλιά και της γύρισε το κεφάλι για να τη φιλήσει ενώ συνέχιζε να τη γαμάει. Η γλώσσα της μπήκε στο στόμα του γεμάτη από τη γεύση του. Την ένιωθε να σφίγγει όλο και περισσότερο γύρω του, τα πόδια της να τρέμουν.

Όταν χύσε εκείνη, το έκανε με ένα μακρύ, σπασμένο ουρλιαχτό. Το μουνί της έσφιξε ρυθμικά πάνω στο καυλί του και ο Νικόλας δεν άντεξε άλλο. Την τράβηξε πίσω πάνω του, την κάρφωσε όσο πιο βαθιά μπορούσε και χύσε μέσα της με δυνατούς, βαρείς παλμούς. Τη γέμισε. Την κράτησε εκεί μέχρι να σταματήσουν και οι δύο να τρέμουν.

Μετά την γύρισε απαλά. Η Γεωργία γονάτισε ξανά, πήρε το μισοσκληρό ακόμα καυλί του στο στόμα και καθάρισε ό,τι είχε μείνει πάνω του. Η γλώσσα της μάζεψε κάθε σταγόνα, αργά, λαίμαργα, σαν να μην ήθελε να χάσει τίποτα από αυτόν.

Όταν τελείωσε, ακούμπησε το κεφάλι της στον μηρό του και έκλεισε τα μάτια.

«Ο άντρας μου κοιμάται στο σπίτι με τα παιδιά», ψιθύρισε. «Και εγώ είμαι εδώ και γλείφω το σπέρμα σου.»

Ο Νικόλας πέρασε τα δάχτυλά του στα μαλλιά της.

«Και αύριο;» ρώτησε.

Η Γεωργία σήκωσε το βλέμμα. Τα μάτια της ήταν σκοτεινά, γεμάτα την ίδια παλιά πείνα.

«Αύριο θα ξανάρθω.»

Σου άρεσε;

Γίνε ο πρώτος που βαθμολογεί

Μπορεί να σου αρέσουν

Ο αγέρας και ο καφές της Μυρτώς

Ο αέρας στις Σποράδες, ακόμα και τον Μάιο, κρατάει μια δροσιά που σου θυμίζει ότι η θάλασσα είναι ακόμα γυμνή. Στέκομουνα στο μικρό κατάστρωμα του «Ατέρα», το παλιό μου ιστιοπλοϊκό που μοιάζει περισσότερο με γεροδεμένο γ…

22' ανάγνωση8 αναγνώσεις