Βρώμικο, υγρό, αδίστακτο γαμήσι

Είμαι η Έλενα, είκοσι επτά χρονών, και απόψε είμαι τελείως βρεγμένη πριν καν με αγγίξει.
Καθόμουν στα γόνατα μπροστά του με τα πόδια ανοιχτά, τα γόνατα να μου πονούν ήδη στο πάτωμα, και ένιωθα το κολπικό μου υγρό να μου τρέχει ήδη ανάμεσα στα χείλη και να στάζει αργά στο πάτωμα. Μύριζα τον εαυτό μου. Μύριζα δυνατά. Η μυρωδιά του σεξ είχε ήδη γεμίσει το δωμάτιο — αλμυρή, βαριά, ζωώδης. Το στόμα μου ήταν γεμάτο με το παχύ, ζεστό του καυλί. Το είχα πάρει μέχρι το βάθος του λαιμού μου, μέχρι να μου γεμίσουν τα μάτια δάκρυα και να μου τρέχουν σάλια από τις γωνίες του στόματος. Το έβγαζε και το ξαναχώνεσε με δύναμη, τα αρχίδια του να χτυπάνε στο πηγούνι μου με κάθε βαθύ σπρώξιμο. Ο ήχος ήταν βρώμικος, υγρός, γουργουριστός. «Ναι… έτσι… γαμήσου τον λαιμό μου…» ψιθύρισα όταν μου έδωσε χώρο να ανασάνω, η φωνή μου ήδη βραχνή και σπασμένη. «Θέλω να γευτώ το προσπερμά σου, θέλω να μου στάζει από το στόμα.»
Με τράβηξε από τα μαλλιά και με σήκωσε. Με γύρισε απότομα και με έσκυψε πάνω στο τραπέζι. Τα χέρια του άνοιξαν τα πόδια μου ακόμα περισσότερο. Τα δάχτυλά του χώθηκαν μέσα μου χωρίς προειδοποίηση — δύο, μετά τρία. Ήμουν τόσο υγρή που έκαναν πλατς. Αληθινό, δυνατό πλατς. Το υγρό μου πιτσίλιζε στο δέρμα του και στο εσωτερικό των μηρών μου. «Ακούς;» μου είπε χαμηλά. «Ακούς πόσο πουτάνα είσαι;» Ναι, άκουγα. Και μύριζα. Η μυρωδιά του κολπικού μου υγρού ήταν τόσο έντονη που γέμιζε τη μύτη μου κάθε φορά που ανέπνεα. Τα δάχτυλά του έβγαιναν γυαλιστερά και τα έφερνε στο στόμα μου. Τα ρούφηξα χωρίς ντροπή. Η γεύση μου — αλμυρή, μεταλλική, ζεστή. «Γλείψε τα καθαρά,» του είπα εγώ πρώτη, με τη φωνή μου ήδη σπασμένη. «Θέλω να γευτείς πόσο βρεγμένη είμαι για σένα.»
Μετά ήρθε το στόμα του. Το πρόσωπό του χώθηκε ανάμεσα στα πόδια μου και ρούφηξε. Ρούφηξε δυνατά, βρώμικα, με γλώσσα και χείλη και δόντια. Το πηγούνι του γλιστρούσε από τα υγρά μου. Ο ήχος ήταν αηδιαστικά υγρός — ρουφηχτά, πλατς, γκρίνιες δικές μου που δεν μπορούσα να κρατήσω. Η γλώσσα του μπήκε βαθιά μέσα μου, μετά ανέβηκε στο κλειτορίδα μου και την τράβηξε με τα χείλη. Ταυτόχρονα δύο δάχτυλα μου γαμούσαν τον κολπικό μου με δύναμη, κυρτά, χτυπώντας εκείνο το σημείο που με έκανε να ιδρώνω και να τρέμω. «Ναι… γάμα με με τη γλώσσα… ρούφηξέ με… θέλω να στάζω στο στόμα σου…» έλεγα συνέχεια, χωρίς σταματημό. «Είμαι τόσο βρεγμένη που τρέχω. Ακούς; Ακούς πώς πλατσουλίζω;»
Με σήκωσε και με πέταξε στο κρεβάτι. Με γύρισε ανάσκελα, άνοιξε τα πόδια μου μέχρι να πονέσουν οι μηροί, και χώθηκε μέσα μου με ένα μόνο, βίαιο χτύπημα. Το καυλί του μπήκε ολόκληρο. Ένιωσα τον πόνο πρώτα — το κάψιμο από το πόσο απότομα με άνοιξε, το τέντωμα των τοιχωμάτων μου γύρω από το πάχος του. Μετά ήρθε η ηδονή. Βαθιά, βρώμικη ηδονή. Με γέμισε τελείως. Ένιωθα κάθε εκατοστό του μέσα μου, τον παλμό του, τον τρόπο που οι φλέβες του έτριβαν στα τοιχώματά μου. Άρχισε να με γαμάει. Δυνατά. Βαθιά. Κάθε χτύπημα έβγαζε πλατς. Πλατς-πλατς-πλατς. Το υγρό μου πιτσίλιζε στα αρχίδια του και στους μηρούς μου. Ο ήχος του δέρματος που χτυπούσε στο δέρμα ήταν υγρός, κρεατώδης, βρώμικος. Μύριζα τον εαυτό μου και τον ιδρώτα του και το σεξ. Η μυρωδιά ήταν τόσο δυνατή που με ζάλιζε.
«Ναι… γάμα με… γάμα με σαν πουτάνα…» έλεγα συνέχεια, σχεδόν ουρλιάζοντας. «Άνοιξέ με… γέμισέ με… θέλω να νιώθω κάθε χτύπημα μέχρι το στομάχι μου… Ααααα… έτσι… πιο βαθιά… σπάσε με…» Τα χέρια του με κρατούσαν από τους γοφούς τόσο δυνατά που ήξερα ότι θα μείνουν σημάδια. Με τραβούσε πάνω στο καυλί του κάθε φορά που χώνονταν. Το βάθος ήταν απάνθρωπο. Ένιωθα την άκρη του να χτυπάει στον τράχηλό μου. Το κάψιμο από το τέντωμα είχε γίνει ήδη ηδονή, αλλά υπήρχε ακόμα εκείνο το γλυκό πόνο κάθε φορά που με άνοιγε λίγο παραπάνω.
Με γύρισε στα τέσσερα χωρίς να βγει από μέσα μου. Το καυλί του γλίστρησε ακόμα πιο βαθιά σε αυτή τη θέση. Με πήρε από τα μαλλιά και με τράβηξε πίσω ενώ με γαμούσε σαν ζώο. Τα αρχίδια του χτυπούσαν στο κλειτορίδα μου με κάθε σπρώξιμο. Ο ήχος ήταν απλά βρώμικος. Υγρά πλατσουλίσματα, το δέρμα που χτυπούσε στο δέρμα, οι γκρίνιες μου, οι δικές του βαριές ανάσες. «Μίλα…» του είπα, αλλά στην πραγματικότητα μιλούσα εγώ συνέχεια. «Πες μου πόσο σφιχτή είμαι… πες μου πόσο βρεγμένη… Θέλω να με γαμάς μέχρι να μην μπορώ να περπατήσω… Θέλω να στάζει το υγρό μου από τα αρχίδια σου…»
Με τράβηξε έξω ξαφνικά. Το καυλί του ήταν γυαλιστερό από τα υγρά μου, παχύ, κόκκινο, χτυπημένο. Το έφερε στο στόμα μου. Το ρούφηξα μέχρι το βάθος του λαιμού μου πάλι, γευόμενη τον εαυτό μου πάνω του. Η γεύση του κολπικού μου υγρού ανακατεμένη με το δικό του προσπερμά. Βρώμικη, αλμυρή, τέλεια. Τον έγλειψα από τη ρίζα μέχρι την άκρη, ρουφώντας δυνατά, αφήνοντας σάλια να στάζουν. «Γεύσου με…» του είπα με το στόμα γεμάτο. «Γεύσου πόσο πουτάνα είμαι για σένα.»
Με ξανάχωσε μέσα μου από πίσω, ακόμα πιο δυνατά. Τώρα με γαμούσε χωρίς έλεος. Κάθε χτύπημα έβγαζε δυνατό πλατς. Το υγρό μου έτρεχε ήδη στους μηρούς μου και στάλαζε στο σεντόνι. Ένιωθα τον κολπικό μου να είναι τελείως ανοιχτός γύρω του, μαλακός και γεμάτος και υγρός. Το κάψιμο είχε γίνει καθαρή, τρελή ηδονή. Το κλειτορίδα μου χτυπιόταν από τα αρχίδια του σε κάθε κίνηση. «Ναι… ναι… έτσι… γάμα με… γέμισέ με… θέλω το σπέρμα σου μέσα μου… θέλω να νιώθω πώς χύνεσαι… θέλω να τρέχει από μέσα μου…» έλεγα χωρίς σταματημό, η φωνή μου ήδη σπασμένη σε γκρίνιες και ουρλιαχτά.
Ένιωσα το καυλί του να παχαίνει ακόμα περισσότερο μέσα μου. Ήξερα ότι ήταν κοντά. Με τράβηξε πίσω πάνω του με δύναμη και χώθηκε όσο πιο βαθιά μπορούσε. Και τότε χύθηκε. Ζεστό, παχύ, δυνατό. Ένιωθα κάθε παλμό, κάθε ριπή σπέρματος να χτυπάει βαθιά μέσα μου. Το ζεστό υγρό γέμιζε τον κολπικό μου, ζεστό και πυκνό. Συνέχισε να με γαμάει ενώ χυνόταν, σπρώχνοντας το σπέρμα ακόμα πιο βαθιά. Ένιωθα τον εαυτό μου να πλημμυρίζει. Όταν τελικά σταμάτησε και έβγαλε αργά το καυλί του, το σπέρμα άρχισε αμέσως να τρέχει. Ζεστό, παχύ, ανακατεμένο με τα δικά μου υγρά. Έτρεχε από τον ανοιχτό μου κολπικό σε παχιές, λευκές στάλες που γλιστρούσαν ανάμεσα στα χείλη μου και έσταζαν στο σεντόνι. Ένιωθα τον εαυτό μου να μένει ανοιχτός, κενός και γεμάτος ταυτόχρονα, το σπέρμα να συνεχίζει να βγαίνει με κάθε μικρή σύσπαση.
Με γύρισα και τον κοίταξα. Το σπέρμα συνέχιζε να στάζει από μέσα μου. Το πήρα με τα δάχτυλα και το έβαλα στο στόμα μου. Η γεύση ήταν αλμυρή, πηχτή, δική του και δική μου μαζί. «Κοίτα…» του είπα με βραχνή φωνή, ανοίγοντας τα πόδια μου για να δει. «Κοίτα πώς τρέχει από μέσα μου… Πόσο με γέμισες… Πόσο βρώμικη είμαι τώρα…» Το σπέρμα συνέχιζε να στάζει αργά, παχύ, ζεστό, αφήνοντας γυαλιστερές γραμμές στους μηρούς μου.
Και ήμουν ακόμα βρεγμένη. Ακόμα ανοιχτή. Ακόμα πεινασμένη.
Σου άρεσε;
Μέση βαθμολογία 5,0 από 1 ψήφους

