Για λίγο, ελεύθεροι
Η Λυδία εμφανίστηκε στο γραφείο πριν από δύο εβδομάδες, φορώντας ένα φόρεμα τόσο καλοραμμένο, που έμοιαζε να έχει σχεδιαστεί ειδικά για το σώμα της. Το μεταξωτό ύφασμα αγκάλιαζε τη σιλουέτα της χωρίς υπερβολές, αφήνοντας μια αίσθηση κομψότητας και μυστηρίου.
Την πρώτη μέρα, το χειριστήριο του κλιματιστικού έπεσε από τα χέρια μου — ή, για να είμαι ειλικρινής, εγώ το άφησα να πέσει, επειδή είχα αποσπαστεί παρακολουθώντας τις κινήσεις της καθώς προσπαθούσε να ρυθμίσει τη θερμοκρασία.
«Δεν ξέρεις πώς λειτουργεί;» με ρώτησε μ’ ένα χαμόγελο που με αποσυντόνισε.
«Θα σου δείξω», απάντησα, πλησιάζοντας περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν.
Το άρωμά της, ένα μείγμα βανίλιας και μιας πιο σκοτεινής νότας, μου έκοψε για μια στιγμή την ανάσα.
Οι πρώτες μέρες κύλησαν φαινομενικά αθώα — όσο αθώες μπορούν να είναι οι συζητήσεις ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που αντιλαμβάνονται πως υπάρχει έλξη. Μιλήσαμε για βερνίκια, λινέλαιο και τη δυσκολία να βρεις καλό ξύλο στην Αθήνα εκείνη την εποχή.
«Το ξύλο έχει ψυχή, Νικόλα», μου είπε μια φορά, μετρώντας με τα δάχτυλά της την περιφέρεια ενός τραπεζιού.
«Και οι γυναίκες;» τη ρώτησα, χωρίς να προλάβω να συγκρατήσω τη γλώσσα μου.
Γέλασε και σήκωσε τα φρύδια.
«Θα δούμε», απάντησε.
Μέσα στην εβδομάδα, η υπεύθυνη της υποδοχής χρειάστηκε να λείψει και το γραφείο έμεινε κλειστό για το κοινό. Βρήκα την ευκαιρία να της δείξω ένα σχέδιο.
«Έλα να δεις κάτι στον υπολογιστή μου», της είπα, κάνοντάς της νόημα να πλησιάσει.
Το χέρι της άγγιξε το δικό μου καθώς έσκυψε προς την οθόνη. Η επαφή κράτησε ένα δευτερόλεπτο περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν.
«Εδώ θέλω να βάλω ένα μεγάλο παράθυρο», της εξήγησα. «Να μπορείς να βλέπεις την Ακρόπολη από το σαλόνι.»
Η ιδέα είχε γεννηθεί από μια φαντασίωση που δεν τολμούσα να παραδεχτώ ούτε στον εαυτό μου: να τη βλέπω στο φως της πόλης, ελεύθερη και απρόσιτη, πίσω από το μεγάλο γυάλινο άνοιγμα.
«Κι εγώ θέλω να δω τι κρύβεις κάτω από αυτό το πουκάμισο», είπε, χωρίς να πάρει τα μάτια της από την οθόνη.
Πάγωσα και ταυτόχρονα ένιωσα τη θερμότητα να ανεβαίνει στο πρόσωπό μου. Θα έπρεπε να είχα καταλάβει πως κάτι είχε αρχίσει από την πρώτη μέρα. Τα λόγια της, όμως, έμοιαζαν να ανοίγουν μια πόρτα που δεν θα έκλεινε εύκολα.
«Λυδία…» είπα, με τη φωνή μου παγιδευμένη ανάμεσα στον εκνευρισμό και την επιθυμία. «Δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα εδώ.»
«Αχ, Νικόλα», απάντησε, γυρίζοντας επιτέλους να με κοιτάξει. «Αλλά εδώ μέσα», πρόσθεσε, αγγίζοντας ελαφρά το μέτωπό μου, «ξέρεις πως έχεις ήδη φανταστεί όλους τους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσε να συμβεί.»
Και είχε δίκιο.
Τις επόμενες μέρες οι συζητήσεις μας έγιναν πιο προσωπικές. Τα λόγια για τα υλικά, τις προδιαγραφές και τα σχέδια μετατρέπονταν σιγά σιγά σε παιχνίδι υπαινιγμών.
«Προτιμάς το μάρμαρο ή το ξύλο;» με ρώτησε μια φορά, σχεδιάζοντας σε ένα χαρτί και κρατώντας το μολύβι ανάμεσα στα δόντια της.
«Το ξύλο», απάντησα αυθόρμητα. «Είναι πιο ζεστό.»
Σήκωσε το βλέμμα της. Τα μάτια της έλαμπαν πονηρά.
«Αλήθεια, Νικόλα; Το λες επειδή το πιστεύεις ή επειδή προσπαθείς να με εντυπωσιάσεις;»
Δεν πρόλαβα να απαντήσω. Η πόρτα άνοιξε και μπήκε η γραμματέας με ένα πακέτο. Η Λυδία ξαναέφερε το μολύβι στα χείλη της, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, όμως εγώ ένιωθα τον παλμό μου να χτυπά στους κροτάφους μου.
Αργότερα εκείνη την ημέρα, τη βρήκα καθισμένη στην άκρη του γραφείου μου. Το φόρεμά της είχε ανασηκωθεί ελαφρά καθώς σταύρωνε τα πόδια της.
«Θέλω να με δεις», είπε ήρεμα. «Να με δεις πραγματικά.»
Κάτι μέσα μου υποχώρησε. Ένα τείχος χτισμένο από χρόνια συμβιβασμών, υποχρεώσεων και σιωπής άρχισε να καταρρέει. Για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό ένιωσα πως ξυπνούσα από έναν βαθύ ύπνο. Η αναπνοή μου βάρυνε και το μυαλό μου γέμισε εικόνες που είχα κρατήσει κλειδωμένες.
«Λυδία… Δεν ξέρεις τι ζητάς», μουρμούρισα.
«Ξέρω πολύ καλά τι ζητάω», απάντησε. «Και το θέλω από την πρώτη μέρα που σε είδα. Κι εσύ με θέλεις. Μην το αρνείσαι.»
Δεν μπορούσα να το αρνηθώ. Η έλξη μου ήταν ολοφάνερη.
«Και ο γάμος μου;» ρώτησα, σαν να μπορούσα να κρυφτώ πίσω από τις ευθύνες μου.
«Ο γάμος σου είναι δική σου υπόθεση», είπε. «Δεν σου ζητώ υποσχέσεις ούτε να αποφασίσεις σήμερα για όλη σου τη ζωή. Σου ζητώ να είσαι ειλικρινής μαζί μου για όσα νιώθεις.»
Η απάντησή της με χτύπησε πιο δυνατά απ’ όσο περίμενα. Η καρδιά μου χτυπούσε σαν τύμπανο.
«Δεν είναι τόσο απλό», είπα, προσπαθώντας να κρατηθώ από κάτι που έμοιαζε με ηθική.
«Ίσως όχι. Αλλά δεν χρειάζεται να προσποιείσαι πως δεν υπάρχει τίποτα ανάμεσά μας.»
Πλησίασα. Τα χέρια μου έτρεμαν ελαφρά. Το άρωμά της με τύλιξε ξανά.
«Λυδία…» ψιθύρισα, αγγίζοντας προσεκτικά τον μηρό της.
Έκλεισε για λίγο τα μάτια.
«Ναι, Νικόλα», είπε χαμηλόφωνα. «Μη φοβάσαι να παραδεχτείς τι θέλεις.»
***
Η βροχή χτυπούσε τα τζάμια του γραφείου. Η Αθήνα είχε γίνει μια γκρίζα, υγρή μάζα και η μυρωδιά της βρεγμένης πόλης έφτανε ως το παράθυρο. Η Λυδία στεκόταν μπροστά στο τζάμι και, όταν γύρισε προς το μέρος μου, το βλέμμα της δεν άφηνε περιθώρια για παρερμηνείες.
«Νικόλα, έχω μια ιδέα για το νέο έργο», είπε.
«Να ακούσω», απάντησα, μπερδεύοντας τις λέξεις μου. «Τι είδους ιδέα;»
Πλησίασε και ακούμπησε τα χέρια της στους ώμους μου.
«Να σχεδιάσουμε έναν διαφορετικό χώρο», ψιθύρισε. «Μια κρεβατοκάμαρα.»
Ένιωσα το αίμα μου να παγώνει και να φλέγεται ταυτόχρονα.
«Λυδία…»
«Δεν θέλω να σκεφτώ για λίγο τις υποχρεώσεις και τους ρόλους μας», είπε. «Θέλω να είμαι εδώ μαζί σου, χωρίς να προσποιούμαστε.»
Με φίλησε. Για μια στιγμή έμεινα ακίνητος, ύστερα ανταποκρίθηκα. Η ένταση των προηγούμενων ημερών βρήκε επιτέλους διέξοδο, κι όσα κρατούσαμε μέσα μας μετατράπηκαν σε μια βιαστική, αμοιβαία αγκαλιά. Όταν απομακρυνθήκαμε, μείναμε για λίγο σιωπηλοί, προσπαθώντας να καταλάβουμε τι είχαμε μόλις κάνει.
Η βροχή συνέχιζε να πέφτει, μα κανείς μας δεν την πρόσεχε.
«Αύριο φεύγω για τη Μύκονο», είπε ξαφνικά. «Ο πατέρας μου έχει ένα σπίτι εκεί.»
Έμεινα σιωπηλός. Μια ερώτηση κρεμόταν στον αέρα.
«Κι εγώ;» ρώτησα τελικά.
Η Λυδία γύρισε προς το μέρος μου και χαμογέλασε.
«Αν θέλεις, έλα μαζί μου.»
***
Η επόμενη μέρα έμοιαζε με όνειρο. Χρησιμοποίησα μέρος από τις οικονομίες μου — χρήματα που κρατούσα για μια ασφάλεια που ποτέ δεν ένιωσα πως είχα — και αγόρασα δύο εισιτήρια για τη Μύκονο. Η γυναίκα μου δεν ρώτησε τίποτα. Ίσως να μην ήθελε να μάθει. Ίσως να είχε ήδη καταλάβει πως κάτι ανάμεσά μας είχε αλλάξει.
Το ταξίδι ήταν σύντομο και η θάλασσα γαλήνια. Όταν φτάσαμε στο λιμάνι, η Λυδία με πήρε από το χέρι σαν να γνωριζόμασταν χρόνια. Το σπίτι του πατέρα της ήταν ένα λευκό, παραδοσιακό σπιτάκι με μπλε παράθυρα και μια βεράντα που έβλεπε στη θάλασσα.
Μόλις μπήκαμε, άφησε τις αποσκευές της και με κοίταξε.
«Εδώ», είπε, «θέλω να ξεχάσουμε για λίγο τον έξω κόσμο.»
Την πλησίασα και την αγκάλιασα. Τα φιλιά μας είχαν τώρα περισσότερη οικειότητα, αλλά και μια σκιά αβεβαιότητας. Δεν υπήρχαν υποσχέσεις, μόνο η απόφαση να ζήσουμε αυτή τη στιγμή χωρίς να προσποιούμαστε πως γνωρίζουμε το τέλος της.
Οι επόμενες μέρες κύλησαν σαν ένα συνεχές πανηγύρι αισθήσεων. Βόλτες στα σοκάκια της Μυκόνου, γεύματα σε μικρές ταβέρνες, μουσική και θάλασσα. Πάνω απ’ όλα, όμως, ήταν οι νύχτες: οι ώρες που μέναμε ξύπνιοι στη βεράντα, με τα σώματά μας κοντά και τις συζητήσεις να πηγαίνουν από τα πιο ασήμαντα στα πιο βαθιά.
Ένα βράδυ, ξαπλωμένοι στη βεράντα και κοιτάζοντας τα αστέρια, η Λυδία γύρισε προς το μέρος μου.
«Νικόλα, ξέρεις τι είναι το πιο τραγικό;»
«Τι;»
«Ότι κάποια στιγμή θα πρέπει να επιστρέψουμε και να γίνουμε ξανά οι άνθρωποι που ήμασταν πριν.»
Η σιωπή που ακολούθησε γέμισε με όλα όσα δεν μπορούσαμε να πούμε.
«Ίσως», απάντησα τελικά. «Αλλά μέχρι τότε μπορούμε τουλάχιστον να είμαστε ειλικρινείς για αυτό που ζούμε.»
Την τράβηξα κοντά μου και φιληθήκαμε κάτω από τον έναστρο ουρανό. Δεν ήταν υπόσχεση για το μέλλον ούτε λύση στα προβλήματά μας. Ήταν μόνο μια συμφωνία σιωπηλή: πως, για λίγο, θα σταματούσαμε να κρυβόμαστε από τον εαυτό μας.
Και για εκείνη τη στιγμή, αυτό αρκούσε.
Σου άρεσε;
Γίνε ο πρώτος που βαθμολογεί

