Απόκριες με τη Στέλλα στο γυμναστήριο

Απόκριες με τη Στέλλα στο γυμναστήριο
Φωτογραφία: Levi Arnold / Unsplash

# Μετά την τελευταία προπόνηση

Η Στέλλα μπήκε στο γυμναστήριο λίγο μετά τις οκτώ το βράδυ, όταν οι περισσότεροι είχαν ήδη φύγει. Φορούσε μαύρο αθλητικό κολάν και κοντό τοπ, ενώ το αποκριάτικο μακιγιάζ της —μαύρη σκιά γύρω από τα μάτια και κόκκινες και χρυσές πινελιές στα μάγουλα— έμοιαζε παράταιρο κάτω από τα λευκά φώτα. Τα μαλλιά της ήταν πιασμένα ψηλά, με μερικές τούφες να πέφτουν στον λαιμό της.

Σταμάτησα στη μέση της άσκησης και την κοίταξα.

«Καλησπέρα, γυμναστή», είπε με τη βραχνή, πειραχτική φωνή της. «Μου είπαν ότι εδώ μέσα βρίσκω τον καλύτερο. Εσύ είσαι ο Λευτέρης, σωστά;»

«Εγώ είμαι. Κι εσύ;»

«Στέλλα. Τριάντα δύο, λογίστρια και ένοχη για υπερβολικά πολλά γλυκά τις γιορτές. Θέλω πρόγραμμα. Δύσκολο, για να μη σκέφτομαι τίποτε άλλο όσο γυμνάζομαι.»

Χαμογέλασε σαν να ήξερε ήδη ότι είχε τραβήξει την προσοχή μου. Το βλέμμα της στάθηκε για λίγο στους ώμους μου και ύστερα επέστρεψε στο πρόσωπό μου.

«Τελειώνω το σετ και σε περιμένω στο γραφείο», είπα, προσπαθώντας να κρατήσω επαγγελματικό τόνο.

«Εντάξει. Αλλά μη με καθυστερήσεις. Έχω αποκριάτικη διάθεση απόψε.»

Το είπε τόσο φυσικά, που δεν ήμουν βέβαιος αν με πείραζε ή αν δοκίμαζε τα όριά μου. Το χαμόγελό της, πάντως, δεν άφηνε πολλά περιθώρια για αμφιβολία.

Στο γραφείο κάθισε απέναντί μου, σταυροπόδι, και ακούμπησε πίσω στην καρέκλα.

«Λοιπόν, Λευτέρη, τι βλέπεις όλη μέρα εδώ μέσα; Ανθρώπους που σηκώνουν βάρη και προσπαθούν να αλλάξουν;»

«Κυρίως ανθρώπους που θέλουν να πετύχουν έναν στόχο», απάντησα. «Η δουλειά μου είναι να τους βοηθήσω.»

«Και πόσο συχνά ξεχνάς τη δουλειά σου;»

Την κοίταξα. Εκείνη χαμογέλασε αθώα, λες και δεν είχε πει τίποτα το ιδιαίτερο.

«Δεν μπλέκω με πελάτισσες», είπα και άνοιξα τον υπολογιστή. «Πες μου τι θέλεις να πετύχεις. Απώλεια λίπους, ενδυνάμωση, μυϊκή ανάπτυξη;»

«Όλα αυτά. Και θέλω να ιδρώνω τόσο, ώστε να μη μου μένει ενέργεια για υπερανάλυση.»

Της πρότεινα τρεις προπονήσεις την εβδομάδα μαζί μου και δύο ατομικές. Συμφωνήσαμε να ξεκινήσουμε την επόμενη μέρα στις έξι.

Πριν φύγει, πλησίασε το γραφείο και ακούμπησε τις παλάμες της στην άκρη του.

«Ξέρεις, έχεις ωραίο κορμί. Αλλά μη νομίσεις πως θα σου ζητήσω να με βοηθήσεις περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται η προπόνηση. Αν θελήσω κάτι άλλο, θα στο πω ξεκάθαρα.»

Γέλασε, γύρισε προς την πόρτα και σταμάτησε για μια στιγμή.

«Α, και το μακιγιάζ; Σου αρέσει; Το έβαλα ειδικά για απόψε. Ήθελα να δω αν θα κοιτούσες μόνο το πρόγραμμα.»

Έφυγε χωρίς να περιμένει απάντηση.

Έμεινα να κοιτάζω την κλειστή πόρτα. Για πρώτη φορά εδώ και καιρό ένιωθα ότι η συνηθισμένη, προσεκτικά οργανωμένη καθημερινότητά μου είχε αρχίσει να χάνει την ισορροπία της. Και ήξερα πως την επόμενη μέρα, στις έξι, θα ήταν πολύ δυσκολότερο να κρατήσω τις σκέψεις μου μακριά της.

***

Οι επόμενες δύο εβδομάδες κύλησαν με τη Στέλλα να έρχεται τρεις φορές την εβδομάδα, πάντα στην ώρα της. Γυμναζόταν με πείσμα και δεν έχανε ευκαιρία να με πειράξει. Κάθε φορά που τελείωνε μια άσκηση, μου έριχνε εκείνο το χαμόγελο που έμοιαζε να λέει: «Ξέρω τι σκέφτεσαι, αλλά δεν θα σου το κάνω εύκολο».

Στο μεταξύ, ετοιμάζαμε το αποκριάτικο πάρτι του γυμναστηρίου. Έπρεπε να στολίσουμε τον χώρο, να φτιάξουμε τη μουσική λίστα και να οργανώσουμε τις δραστηριότητες. Ο ιδιοκτήτης απαιτούσε να είναι όλα τέλεια, αλλά είχε φύγει για διακοπές και μας είχε αφήσει να τα βγάλουμε πέρα μόνοι μας. Μείναμε εγώ, ο Γιάννης από τη ρεσεψιόν και η Στέλλα, που είχε προσφερθεί να βοηθήσει επειδή, όπως είπε, βαριόταν να περάσει το βράδυ στο σπίτι.

Την Παρασκευή, ο Γιάννης έφυγε λίγο μετά τις εννέα. Εγώ και η Στέλλα συνεχίσαμε να κολλάμε φωτάκια γύρω από τους καθρέφτες, ώσπου το ρολόι πλησίασε τα μεσάνυχτα.

«Δεν αντέχω άλλο», είπε εκείνη, αφήνοντας την ταινία στο τραπέζι. «Πάμε να πάρουμε κάτι να πιούμε από το ψυγείο του προσωπικού. Το αξίζουμε.»

«Είναι κλεμμένες οι μπίρες;» τη ρώτησα.

«Όχι. Είναι το επίδομα υπερωρίας μας.»

Γέλασα και την ακολούθησα. Πήρε δύο μπίρες χωρίς αλκοόλ και δύο κανονικές από το ψυγείο, μου έδωσε μία και σήκωσε το μπουκάλι της.

«Στην υγειά μας, γυμναστή.»

Καθίσαμε στο πάτωμα του μικρού γραφείου, ανάμεσα σε χαρτιά και αφίσες. Το δωμάτιο φωτιζόταν από ένα πορτατίφ, ενώ από τον διάδρομο έμπαινε η κόκκινη λάμψη των φωτιστικών που είχαμε αφήσει αναμμένα.

Ύστερα από λίγη ώρα, η Στέλλα με κοίταξε σοβαρά.

«Να σε ρωτήσω κάτι; Έχεις μπλέξει ποτέ με πελάτισσα;»

Σχεδόν πνίγηκα με την πρώτη γουλιά.

«Στέλλα…»

«Τι; Απλή ερώτηση είναι. Είσαι εμφανίσιμος, γυμναστής, και περνάς όλη σου τη μέρα με κόσμο που σε βλέπει να γυμνάζεσαι. Υποθέτω πως κάποια στιγμή θα έχει συμβεί.»

«Στην αρχή της δουλειάς μου έγιναν δυο-τρεις άστοχες επιλογές», παραδέχτηκα. «Μετά κατάλαβα ότι δεν άξιζε να μπλέκω την προσωπική μου ζωή με τη δουλειά.»

«Και το μετάνιωσες;»

«Τουλάχιστον μία φορά.»

Το χαμόγελό της υποχώρησε. Για πρώτη φορά εκείνο το βράδυ έμοιαζε να μιλάει χωρίς να προσπαθεί να προκαλέσει αντίδραση.

«Χώρισα πριν από οκτώ μήνες», είπε. «Με τον αρραβωνιαστικό μου. Ανακάλυψα ότι έστελνε προσωπικές φωτογραφίες σε μια γυναίκα από τη δουλειά του. Δεν ήταν μόνο η προδοσία. Ήταν ότι, όταν τον ρώτησα, προσπάθησε να με πείσει πως υπερέβαλλα.»

«Λυπάμαι», είπα.

«Δεν χρειάζεται. Έχω θυμώσει αρκετά για δύο ανθρώπους. Τώρα προσπαθώ να ξαναβρώ τον εαυτό μου.»

Έμεινα για λίγο σιωπηλός.

«Κι εσύ γιατί είσαι μόνος;» με ρώτησε.

«Ίσως επειδή έχω μάθει να κρατάω απόσταση. Είναι πιο εύκολο να είσαι μόνος παρά να εξηγείς συνεχώς τι θέλεις.»

Η Στέλλα ακούμπησε το μπουκάλι της στο πάτωμα.

«Εγώ δεν θέλω κάποιον να μου υποσχεθεί ότι θα με σώσει. Θέλω να με κοιτάζει και να είναι ειλικρινής μαζί μου.»

Τα γόνατά μας άγγιξαν. Κανείς μας δεν μετακινήθηκε. Ακούμπησα το χέρι μου πάνω στο δικό της και εκείνη το άφησε εκεί, χωρίς να πάρει το βλέμμα της από πάνω μου.

«Στέλλα…» είπα.

«Ξέρω», απάντησε χαμηλόφωνα. «Δεν είναι καλή ιδέα.»

«Ακριβώς.»

«Κι όμως, το σκέφτεσαι.»

Δεν είχα τρόπο να το αρνηθώ.

Έμεινε κοντά μου για λίγα δευτερόλεπτα ακόμη. Ύστερα σηκώθηκε, ίσιωσε τα ρούχα της και με κοίταξε με το γνώριμο πονηρό χαμόγελό της.

«Αύριο είναι το πάρτι. Ας τελειώσουμε πρώτα τη δουλειά μας. Μετά βλέπουμε αν είσαι τόσο καλός στο να κρατάς αποστάσεις όσο λες.»

Έσκυψε και με φίλησε στο μάγουλο, κοντά στην άκρη των χειλιών μου.

«Και, Λευτέρη, προσπάθησε να κοιμηθείς. Αύριο θα είναι μεγάλη βραδιά.»

Έφυγε, αφήνοντάς με μόνο με τη μισοτελειωμένη μπίρα και την αίσθηση πως η επόμενη μέρα θα αργούσε πολύ να φτάσει.

***

Το πάρτι τελείωσε λίγο μετά τις δύο τα ξημερώματα. Οι τελευταίοι καλεσμένοι έφυγαν γελώντας, αφήνοντας πίσω τους ποτήρια, κομφετί και τον γνώριμο συνδυασμό από ιδρώτα, αλκοόλ και αρώματα. Εγώ και η Στέλλα μείναμε να μαζέψουμε τον χώρο.

Όταν έκλεισε η εξώπορτα, το γυμναστήριο βυθίστηκε στη σιωπή. Μόνο τα μικρά φωτάκια των μηχανημάτων έμεναν αναμμένα, ρίχνοντας αχνές αντανακλάσεις στους καθρέφτες. Τα στρώματα από το τελευταίο ομαδικό μάθημα βρίσκονταν ακόμη στη μέση της αίθουσας.

Γύρισα από την πόρτα και τη βρήκα να με κοιτάζει.

«Λοιπόν;» ρώτησε.

«Λοιπόν, τι;»

«Θα συνεχίσεις να κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις;»

Δεν απάντησα. Πλησίασα αργά, αφήνοντάς της χώρο να αλλάξει γνώμη. Εκείνη έκανε το τελευταίο βήμα και με φίλησε. Το φιλί ήταν γεμάτο ένταση, αλλά αυτή τη φορά δεν υπήρχε ειρωνεία στο βλέμμα της. Την αγκάλιασα και την κράτησα κοντά μου, νιώθοντας πως όσα είχαμε αποφύγει να πούμε τις προηγούμενες εβδομάδες είχαν επιτέλους βγει στην επιφάνεια.

«Είσαι σίγουρη;» τη ρώτησα χαμηλόφωνα.

«Ναι», απάντησε. «Εσύ;»

Την κοίταξα για μια στιγμή και έγνεψα.

Φιληθήκαμε ξανά. Για λίγο ξεχάσαμε τους καθρέφτες, τα μηχανήματα και τις υποχρεώσεις της επόμενης ημέρας. Ύστερα απομακρυνθήκαμε από την αίθουσα και κλείσαμε πίσω μας την πόρτα του γραφείου.

Όταν βγήκαμε ξανά, ο χώρος παρέμενε ήσυχος. Καθίσαμε δίπλα δίπλα στα στρώματα, κουρασμένοι και χαμογελαστοί, χωρίς να προσπαθούμε να δώσουμε όνομα σε αυτό που μόλις είχε αλλάξει μεταξύ μας.

Το πρωί, λίγο μετά τις επτά, το φως μπήκε από τα μεγάλα παράθυρα. Η Στέλλα καθόταν δίπλα μου, τυλιγμένη με μια πετσέτα που είχαμε βρει στο γραφείο. Σήκωσε το κεφάλι της και με κοίταξε.

«Δεν θέλω να κάνουμε πως δεν συνέβη τίποτα», είπε.

«Ούτε εγώ.»

«Αλλά δεν θέλω να γίνει και κάτι που θα μας καταστρέψει τη ζωή. Ειδικά τη δουλειά.»

Έγνεψα. Ήταν ακριβώς αυτό που με απασχολούσε κι εμένα. Ήμουν ο γυμναστής της και, όσο κι αν υπήρχε αμοιβαία έλξη, δεν μπορούσαμε να αγνοήσουμε τα όρια που έπρεπε να υπάρχουν ανάμεσα στη δουλειά και στην προσωπική μας ζωή.

«Πρέπει να το σκεφτούμε καθαρά», είπα. «Δεν θέλω να νιώσεις ποτέ ότι η προπόνησή σου εξαρτάται από κάτι άλλο.»

Η Στέλλα χαμογέλασε, αυτή τη φορά χωρίς ειρωνεία.

«Αυτό ήθελα να ακούσω. Δεν χρειάζομαι κάποιον να αποφασίζει για μένα. Χρειάζομαι να μιλάμε ειλικρινά.»

Έξω, η Γλυφάδα είχε αρχίσει να ξυπνά. Μέσα στο γυμναστήριο, ανάμεσα στους καθρέφτες και στα στρώματα που έπρεπε ακόμη να μαζέψουμε, καταλάβαμε πως η έλξη ήταν το εύκολο κομμάτι. Το δύσκολο θα ήταν να αποφασίσουμε τι θα κάναμε από εδώ και πέρα.

Η Στέλλα σηκώθηκε, φόρεσε το μπουφάν της και στάθηκε στην πόρτα.

«Τα λέμε στην επόμενη προπόνηση, γυμναστή.»

«Στις έξι;»

«Στις έξι», είπε χαμογελώντας. «Και αυτή τη φορά, προσπάθησε να συγκεντρωθείς.»

Έφυγε γελώντας. Την παρακολούθησα να απομακρύνεται και ύστερα γύρισα στον χώρο που έπρεπε να τακτοποιήσω.

Η προπόνηση της επόμενης μέρας θα ήταν κανονική. Για όλα τα υπόλοιπα, θα έπρεπε να μιλήσουμε σαν δύο ενήλικες που ήξεραν πως η επιθυμία από μόνη της δεν αρκεί για να αποφασίσει τι είναι σωστό.

Κι αυτό, συνειδητοποίησα, ίσως να ήταν το δυσκολότερο μέρος.

Σου άρεσε;

Γίνε ο πρώτος που βαθμολογεί

Μπορεί να σου αρέσουν

Ο αγέρας και ο καφές της Μυρτώς

Ο αέρας στις Σποράδες, ακόμα και τον Μάιο, κρατάει μια δροσιά που σου θυμίζει ότι η θάλασσα είναι ακόμα γυμνή. Στέκομουνα στο μικρό κατάστρωμα του «Ατέρα», το παλιό μου ιστιοπλοϊκό που μοιάζει περισσότερο με γεροδεμένο γ…

22' ανάγνωση1 αναγνώσεις