Απρόσμενος πειρασμός στις Απόκριες

Εκείνη την περίοδο ήμουν σε φάση που δεν ήθελα να ασχοληθώ με τίποτα που θα μου φέρει μπλεξίματα, ειδικά τώρα που ο Θάνος εμφανίστηκε με καινούργια. Φτάσαμε στην Κέρκυρα με το πλοίο το απόγευμα, και ενώ κατεβαίναμε στη στεριά με τις βαλίτσες, αυτός μιλούσε ασταμάτητα για το καρναβάλι και πόσο θα περάσουμε καλά. Εγώ απλώς κουνούσα το κεφάλι και κοίταζα γύρω, προσπαθώντας να μην δείξω ότι με ενοχλούσε το γεγονός πως είχε φέρει και τη Ρόζα. Νοικιάσαμε ένα παλιό σπίτι λίγο έξω από την πόλη, με αυλή και θέα στη θάλασσα, και μόλις πετάξαμε τις βαλίτσες μέσα άρχισε να ψάχνει για ρούχα για το πάρτι.
«Θα ντυθούμε όλοι μάσκες απόψε, έτσι δεν είναι;» είπε ο Θάνος χαμογελώντας, ενώ έβγαζε ένα σακάκι από την τσάντα του. Τον κοίταξα και του απάντησα ξερά: «Εγώ θα βάλω μόνο το καπέλο μου, δεν χρειάζομαι περισσότερα για να κρύψω το πρόσωπό μου». Η Ρόζα γέλασε από το διπλανό δωμάτιο και βγήκε με μια κόκκινη φορεσιά που της έφτανε λίγο πάνω από το γόνατο. «Μην ακούς τον Γιώργο, είναι πάντα έτσι», της είπε ο Θάνος και της πέρασε το χέρι στη μέση. Εγώ γύρισα το βλέμμα αλλού και άρχισα να ψάχνω τα κλειδιά του αυτοκινήτου.
Το πάρτι ήταν σε μια μεγάλη πλατεία κοντά στο λιμάνι, γεμάτο μουσική και κόσμο με στολές. Πήγαμε μαζί, αλλά εγώ κράτησα απόσταση, περπατώντας λίγο πιο πίσω. Όταν φτάσαμε, ο Θάνος πήγε να πάρει ποτά και έμεινα μόνος με τη Ρόζα για λίγα λεπτά. «Λοιπόν, φωτογράφος είσαι, ε;» της είπα με το συνηθισμένο μου ύφος. «Τότε γιατί δεν βγάζεις φωτογραφίες από το χάος που έφερε ο φίλος σου μαζί του;» Εκείνη με κοίταξε με ένα μισό χαμόγελο. «Γιατί δεν είμαι εδώ για δουλειά. Εσύ τι κάνεις συνήθως τέτοιες μέρες;» «Προσπαθώ να αποφεύγω παρέες που έχουν γυναίκες μαζί», απάντησα και σήκωσα τα φρύδια. «Είναι πιο εύκολο έτσι».
Πήρε το ποτό της από τον Θάνο όταν γύρισε και άρχισε να χορεύει λίγο πιο μακριά. Εγώ έμεινα στην άκρη, πίνοντας μπίρα και προσπαθώντας να μην κοιτάζω πώς κουνιόταν. Κάθε φορά που πλησίαζε για να πει κάτι, έβρισκα κάτι ειρωνικό να απαντήσω: «Ωραία φορεσιά, αλλά νομίζω ότι ο Θάνος χρειάζεται περισσότερη βοήθεια για να σε κρατήσει κοντά του». Εκείνη δεν θύμωνε, απλώς γελούσε και συνέχιζε. Μέσα μου όμως ένιωθα ότι όσο περισσότερο προσπαθούσα να κρατήσω απόσταση, τόσο πιο δύσκολο γινόταν να μην παρατηρώ τα μικρά πράγματα, όπως το πώς άγγιζε το ποτήρι της ή το πώς γύριζε το κεφάλι της όταν με άκουγε. Το πάρτι συνεχίστηκε μέχρι αργά, και εγώ έμεινα εκεί, με το ίδιο ποτό στο χέρι, λέγοντας στον εαυτό μου ότι δεν θα άφηνα τίποτα να αλλάξει.
Το επόμενο απόγευμα βγήκαμε όλοι μαζί για την παρέλαση. Ο Θάνος περπατούσε μπροστά και κουνούσε τα χέρια του όπου έβλεπε γνωστούς, ενώ η Ρόζα κρατούσε τη φωτογραφική της μηχανή και έπαιρνε λήψεις από τα άρματα. Εγώ έμεινα πίσω, με τα χέρια στις τσέπες, προσπαθώντας να μη δώσω σημασία στο πώς έγερνε λίγο το κεφάλι της όταν φωτογράφιζε. Η παρέλαση είχε ξεκινήσει με τα συγκροτήματα και τα χρώματα, αλλά μέσα σε λίγα λεπτά ο ουρανός σκοτείνιασε απότομα. Άνοιξε καταρρακτώδης βροχή, δυνατός αέρας και κεραυνοί που έσκισαν τον αέρα. Ο κόσμος άρχισε να τρέχει προς όλες τις κατευθύνσεις.
«Εδώ, γρήγορα!» φώναξε ο Θάνος και μας οδήγησε σε ένα μαγαζί με κλειστά ρολά. Η πόρτα του πίσω μέρους ήταν μισάνοιχτη, μάλλον από βιασύνη του ιδιοκτήτη. Μπήκαμε μέσα, βρεγμένοι μέχρι το κόκαλο. Το μαγαζί ήταν ένα μικρό καφέ με τραπέζια σκεπασμένα με σεντόνια και άδεια ράφια. Κλείσαμε την πόρτα πίσω μας και το κλείδωμα έπεσε μόνο του από την υγρασία. Έξω η βροχή χτυπούσε σαν τρελή και το νερό άρχισε να μαζεύεται στο δρόμο.
«Θα περάσει σε λίγο,» είπε ο Θάνος αισιόδοξος και τίναξε το νερό από τα μαλλιά του. «Θα βγω να δω αν βρω κάποιον να μας βοηθήσει να φύγουμε.» Έφυγε από την πίσω πόρτα λίγο αργότερα, αφήνοντάς μας μόνους. Η Ρόζα κάθισε σε μια καρέκλα και έβγαλε το μπουφάν της που είχε κολλήσει πάνω της. Το μπλουζάκι από κάτω ήταν διαφανές από το νερό και φαινόταν το σχήμα των θηλών της. Γύρισα αλλού και άρχισα να ψάχνω αν υπήρχε κάτι να ανάψουμε.
«Δεν χρειάζεται να κάνεις τόσο θόρυβο με τα πόδια σου,» είπα μετά από λίγο, με το συνηθισμένο μου ύφος. «Δεν θα φύγει η βροχή πιο γρήγορα αν κουνιέσαι.» Εκείνη γέλασε χαμηλά. «Κι εσύ δεν χρειάζεται να μιλάς σαν να σου χρωστάω κάτι, Γιώργο.» Σηκώθηκε και πήγε να κοιτάξει από το μικρό παράθυρο. Το ύφασμα του παντελονιού της είχε κολλήσει στους γλουτούς και το είδα χωρίς να το θέλω. Ένιωσα το αίμα μου να κατεβαίνει και γύρισα την πλάτη μου, προσπαθώντας να σκεφτώ κάτι άλλο.
Περάσαμε ώρες εκεί. Η βροχή δεν σταματούσε και το νερό έξω είχε φτάσει μέχρι τη μέση της πόρτας. Μιλήσαμε λίγο για το ταξίδι, για τη δουλειά της, για το πώς ο Θάνος πάντα έβρισκε τρόπους να κάνει πράγματα να φαίνονται εύκολα. Κάθε φορά που πλησίαζε κοντά μου για να δει αν υπήρχε σήμα στο κινητό, μύριζα το άρωμά της ανακατεμένο με βροχή και ιδρώτα. Προσπαθούσα να σκέφτομαι τον Θάνο, τη φιλία μας, το ότι δεν ήθελα μπλεξίματα. Όμως το βλέμμα μου γλιστρούσε από μόνο του στα πόδια της, στο πώς καθόταν με τα γόνατα ανοιχτά λίγο, στο πώς έτρεχε το νερό από το λαιμό της μέσα στο μπούστο. Ένιωθα το σώμα μου να σφίγγεται και ταυτόχρονα να με τραβάει προς τα εκεί. Κράτησα την απόσταση, αλλά κάθε λεπτό που περνούσε γινόταν πιο δύσκολο να μην φανταστώ πώς θα ήταν αν δεν υπήρχε τίποτα να μας σταματήσει.
Η Ρόζα σηκώθηκε απότομα και πλησίασε. Στάθηκε μπροστά μου χωρίς να πει λέξη, μόνο με το βλέμμα της να ψάχνει το δικό μου. «Ξέρω τι σκέφτεσαι», μουρμούρισε. «Κι εγώ το ίδιο.»
Δεν περίμενα άλλο. Την τράβηξα από τη μέση και την έφερνα κοντά μου. Τα χείλη μας ενώθηκαν βιαστικά, η γλώσσα της μπήκε στο στόμα μου σαν να μας έλειπε ήδη αυτό το πράγμα. Της σήκωσα το βρεγμένο μπλουζάκι και έπιασα τα στήθη της με τις παλάμες μου, σφίγγοντας τις σκληρές θηλές ανάμεσα στα δάχτυλα. Εκείνη μου άνοιξε το φερμουάρ του παντελονιού και έβγαλε την πούτσα μου, την έπιασε γερά και άρχισε να την κουνάει πάνω-κάτω.
«Θέλω να με γαμήσεις τώρα», είπε με κομμένη την ανάσα. Έσκυψε, μου έβαλε το κεφάλι στο στόμα της και το ρουφούσε βαθιά, η γλώσσα της έτρεχε γύρω-γύρω. Την άφησα λίγα δευτερόλεπτα να με πιπιλίζει, μετά την τράβηξα όρθια, της κατέβασα το παντελόνι μαζί με το εσώρουχο και την έστρεψα με την πλάτη στον τοίχο. Της άνοιξα τα πόδια και έμπηξα δύο δάχτυλα στο ζεστό της μουνί, ήταν ήδη βρεγμένο και σφιχτό. Την άκουσα να βογκάει χαμηλά όταν τα έστριψα μέσα της.
«Γάμησέ με», επανέλαβε πιο έντονα. Την έσκυψα πάνω σε ένα τραπέζι, της άνοιξα τους γλουτούς και μπήκα από πίσω με μια δυνατή κίνηση. Η πούτσα μου χώθηκε όλη μέσα της και άρχισα να την γαμάω γρήγορα, τα χέρια μου κρατούσαν τους γοφούς της σφιχτά. Το μουνί της έσφιγγε γύρω μου, κάθε φορά που έμπαινα μέχρι τη βάση έβγαινε ένας βρεγμένος ήχος που μας έκανε και τους δύο να χάνουμε τον έλεγχο. «Σκληρότερα», μου είπε. Την γάμησα πιο δυνατά, τα αρχίδια μου χτυπούσαν πάνω της, ο ιδρώτας έτρεχε και από τους δύο.
Άλλαξα θέση, την ξάπλωσα ανάσκελα στο τραπέζι, της σήκωσα τα πόδια στους ώμους μου και συνέχισα να τη γαμάω βαθιά, βλέποντας το πρόσωπό της να αλλάζει έκφραση κάθε φορά που έμπαινα μέχρι το τέρμα. «Θα χύσω», της είπα όταν ένιωσα να πλησιάζω. «Μέσα μου», απάντησε αμέσως. Άφησα όλο το σπέρμα μου να γεμίσει το μουνί της, συνέχισα να σπρώχνω αργά ώσπου άδειασε το τελευταίο σταγονίδιο.
Καθίσαμε μετά δίπλα-δίπλα, ακόμα λαχανιασμένοι. «Αυτό δεν ήταν λάθος», είπε εκείνη πρώτη. «Αλλά δεν τελειώνει εδώ. Όταν γυρίσουμε, θα βρούμε τρόπο να ξαναβρεθούμε. Μόνο εμείς οι δύο. Ο Θάνος δεν χρειάζεται να μάθει.»
Συμφώνησα χωρίς δεύτερη σκέψη. «Όποτε θες», της απάντησα. Βάλαμε πίσω τα ρούχα μας λίγο πριν ακούσουμε τον Θάνο να γυρίζει με κάποιον από το διπλανό μαγαζί. Η βροχή είχε σταματήσει. Βγήκαμε όλοι μαζί σαν να μην είχε αλλάξει τίποτα, αλλά ξέραμε και οι δύο ότι από δω και πέρα τα πράγματα ήταν αλλιώς.
Σου άρεσε;
Γίνε ο πρώτος που βαθμολογεί

