EN

Καύσωνας και δισταγμός στο Πήλιο

Καύσωνας και δισταγμός στο Πήλιο
Φωτογραφία: Pexels

Γνώρισα τον Μάνο όταν χτύπησε την πόρτα του σπιτιού της θείας μου, με το απόγευμα να έχει πιάσει στα κόκκαλα από τη ζέστη. Είχα φτάσει το πρωί με το αυτοκίνητο, ιδρωμένη μέσα στο τζιν και το φανελάκι, και το πρώτο πράγμα που είδα ήταν νερό να τρέχει κάτω από τον νεροχύτη στην κουζίνα. Το σωλήνα είχε σπάσει, και μετά από δύο τηλεφωνήματα σε ντόπιους μου έδωσαν το δικό του νούμερο. «Έρχομαι σε καμιά ώρα», μου είπε με φωνή χαμηλή και λίγο βραχνή, χωρίς πολλά λόγια.

Άνοιξα και βρέθηκα μπροστά σε έναν άντρα σαράντα κάτι, με κοντομάνικο πουά που είχε κολλήσει από τον ιδρώτα, εργαλεία στο χέρι και ένα σακούλι με ανταλλακτικά. «Είσαι η Ελένη;» ρώτησε, και του έγνεψα καταφατικά. Μπήκε χωρίς να περιμένει πρόσκληση, κοίταξε το πρόβλημα, γονάτισε και άρχισε να ξεβιδώνει πράγματα. Το σπίτι ήταν άδειο, το χωριό σχεδόν νεκρό από τον Ιούλη, και η σιωπή έκανε το τρίξιμο των κλειδιών να ακούγεται δυνατά.

«Έχει καιρό να χρησιμοποιηθεί αυτό το σπίτι», είπε χωρίς να σηκώσει το βλέμμα. «Η θεία μου το άφησε πριν δυο χρόνια», απάντησα. «Εγώ ήρθα να ξεφύγω λίγο από την Αθήνα». Γέλασε σιγανά, ξερή, σαν να ήξερε ακριβώς τι εννοούσα. «Εδώ δεν ξεφεύγεις από τη ζέστη, μόνο την αλλάζεις με την υγρασία». Σκούπισα το μέτωπό μου με το χέρι, ένιωθα τα ρούχα να κολλάνε πάνω μου, και τον παρακολουθούσα να δουλεύει. Τα χέρια του ήταν δυνατά, γεμάτα κάλους, και όταν γύρισε να πάρει κάτι από το σακούλι, το βλέμμα του πέρασε γρήγορα από πάνω μου σαν να με μέτρησε.

«Θα χρειαστώ ένα ανταλλακτικό από το μαγαζί, αύριο το πρωί το φέρνω», είπε τελειώνοντας για σήμερα. «Εντάξει, ευχαριστώ», του απάντησα. Σηκώθηκε, σκούπισε τα χέρια του στο παντελόνι και με κοίταξε. «Αν θες κάτι άλλο, πες μου. Δεν έχει πολλή δουλειά αυτές τις μέρες». Έφυγε χωρίς να περιμένει απάντηση, και εγώ έμεινα στην πόρτα να τον βλέπω να φεύγει με το βανάκι. Στο μυαλό μου ήρθε ο μνηστήρας μου στην Αθήνα, αλλά το έδιωξα γρήγορα. Ήταν μόνο υδραυλικός που ήρθε για σωλήνες. Τίποτα παραπάνω.

Το επόμενο πρωί η ζέστη ήταν ακόμα πιο πυκνή. Άνοιξα τα παράθυρα στο σαλόνι και προσπάθησα να φτιάξω έναν ανεμιστήρα με δύο καρέκλες, όταν άκουσα το βανάκι να σταματάει έξω. Ο Μάνος ήρθε με το ανταλλακτικό στο χέρι και χωρίς πολλές φασαρίες μπήκε κατευθείαν στην κουζίνα. Φορούσε πάλι κοντομάνικο, μαύρο αυτή τη φορά, και το παντελόνι του εργασίας ήταν λερωμένο με λάδια. Δούλεψε σιωπηλός για καμιά ώρα, μόνο το κλειδί χτυπούσε στα σωληνάκια. Εγώ καθόμουν στην καρέκλα και παρακολουθούσα, νιώθοντας τον ιδρώτα να κυλάει ανάμεσα στα στήθη μου κάτω από το φανελάκι.

Όταν τελείωσε, σκούπισε τα χέρια του και κοίταξε έξω από το παράθυρο. «Ο καφές θα κάνει κακό στην καρδιά μου τέτοια ώρα, αλλά αν φτιάξεις δύο παγωμένους, κάθομαι.»

«Έχεις καιρό;» τον ρώτησα, περισσότερο από ευγένεια παρά από διάθεση.

«Τώρα δεν έχει και πολλή δουλειά.» Σήκωσε τους ώμους. «Πάμε στο μπαλκόνι να πάρουμε αέρα.»

Βγήκαμε έξω. Το μπαλκόνι έβλεπε στο κενό, το χωριό κάτω ήταν σιωπηλό, μόνο τα τζιτζίκια έκαναν θόρυβο. Έφτιαξα τους καφέδες με παγάκια και γάλα και κάθισα απέναντί του. Ο ήλιος χτυπούσε δυνατά, αλλά το σκιάχτρο από το πανί έδινε λίγη σκιά. Μιλήσαμε για την Αθήνα πρώτα. Του είπα ότι δουλεύω φωτογραφίες σε γάμους και διαφημίσεις, ότι μερικές φορές νιώθω σαν να φωτογραφίζω την ίδια ζωή ξανά και ξανά. Γέλασε σιγανά, εκείνο το ξερό γέλιο που είχε βγάλει και χτες.

«Εδώ τουλάχιστον ξέρεις τι θα φάς το βράδυ. Πάνω κάτω κατσικάκι ή λάχανα. Στην Αθήνα πρέπει να διαλέξεις ανάμεσα σε τριάντα μαγαζιά και στο τέλος παίρνεις σουβλάκι.»

Τον άκουγα και γελούσα. Είχε τρόπο να λέει τα πράγματα χωρίς να προσπαθεί να εντυπωσιάσει. Με ρώτησε γιατί ήρθα μόνη και του απάντησα ότι ήθελα λίγες μέρες ήσυχες. Δεν ανέφερα τον μνηστήρα μου, αλλά στο μυαλό μου ήρθε ξαφνικά η φωνή του στο τηλέφωνο, όταν του είπα ότι φεύγω για το Πήλιο. «Μόνη σου;» είχε ρωτήσει με εκείνο τον τόνο που ήξερα καλά. Τον έδιωξα από το μυαλό μου και ρώτησα τον Μάνο για το χωριό, πώς είναι τον χειμώνα. Μου είπε ότι οι περισσότεροι φεύγουν, ότι μένουν μόνο λίγοι και ότι αυτός μένει γιατί έχει το μαγαζί και τα ζώα του πατέρα του.

Κάποια στιγμή έγειρε μπροστά και το μπράτσο του ακούμπησε το τραπέζι κοντά στο δικό μου. Δεν το απομάκρυνα αμέσως. Ο καφές είχε λιώσει και το ποτήρι ήταν βρεγμένο από τα παγάκια. Μου είπε ότι μοιάζω με κάποιον που δεν κάθεται πολύ σε ένα μέρος, και ότι το χωριό δεν είναι για όλους. Γέλασα πάλι, αλλά αυτή τη φορά πιο σύντομα. Σκέφτηκα τον μνηστήρα μου να περιμένει στην Αθήνα, με τα σχέδια που είχαμε κάνει για το φθινόπωρο, και ένιωσα ότι αυτό που συνέβαινε εδώ ήταν κάτι που δεν έπρεπε να συνεχιστεί. Παρ’ όλα αυτά, δεν τον σταμάτησα όταν μου γέμισε ξανά το ποτήρι με νερό από την κανάτα.

Μείναμε έτσι για λίγο, χωρίς να λέμε πολλά. Ο ήλιος κατέβαινε σιγά σιγά και η σκιά μεγάλωνε. Όταν σηκώθηκε να φύγει, δεν με φίλησε ούτε μου είπε τίποτα ιδιαίτερο. Μόνο «θα περάσω αύριο αν χρειαστείς κάτι ακόμα». Έφυγε με το βανάκι και εγώ έμεινα στο μπαλκόνι να κοιτάζω τον καφέ που είχε μείνει μισός. Στο κινητό μου είχε έρθει μήνυμα από την Αθήνα. Δεν το άνοιξα αμέσως.

Η νύχτα δεν έφερνε δροσιά. Το σπίτι είχε μείνει ανοιχτό από τις δύο πλευρές, αλλά ο αέρας ήταν βαριός και η θερμοκρασία δεν έπεφτε κάτω από τριάντα. Ξάπλωσα στο κρεβάτι με μόνο ένα σορτσάκι και ένα ανοιχτό πουκάμισο, προσπαθώντας να κοιμηθώ. Το κινητό ήταν στο κομοδίνο, ακόμα με το μήνυμα αδιάβαστο.

Κάπου μετά τα μεσάνυχτα άκουσα βήματα στον αυλόγυρο και μετά χτύπημα στην εξώπορτα. Σηκώθηκα και πήγα να ανοίξω. Ο Μάνος στεκόταν εκεί με ένα μικρό κουτί στο χέρι.

«Το ανταλλακτικό που μου είπες χτες», είπε. «Πέρασα μήπως το χρειαστείς.»

Τον άφησα να μπει. «Είναι ακόμα ζέστη», του είπα. «Θέλεις κάτι να πιεις; Έχω κρασί στο ψυγείο.»

«Καλό θα κάνει.»

Βρήκα δύο ποτήρια και καθίσαμε στην κουζίνα. Μιλήσαμε λίγο για το χωριό, για το νερό που έτρεχε τώρα κανονικά, αλλά μετά σταμάτησαν τα λόγια. Το ποτήρι μου άδειασε γρήγορα. Σηκώθηκα να βάλω και δεύτερο και όταν γύρισα, αυτός είχε σηκωθεί κι εκείνος. Στεκόμασταν κοντά. Το πουκάμισό μου είχε ανοίξει περισσότερο και το είδε. Δεν έκανε πίσω όταν τον πλησίασα.

Τον φίλησα πρώτη. Τα χέρια του πέρασαν από τη μέση μου και κατέβηκαν αργά, σφίγγοντας τα οπίσθιά μου από πάνω από το σορτσάκι. «Θέλεις να συνεχίσουμε;» ρώτησε χαμηλά.

«Ναι.»

Με πήρε αγκαλιά και με πήγε στο υπνοδωμάτιο. Το πουκάμισο έπεσε πρώτο. Με έσκυψε πάνω στο κρεβάτι, μου κατέβασε το σορτσάκι και το εσώρουχο μαζί. Το στόμα του βρέθηκε ανάμεσα στα πόδια μου, η γλώσσα του γλίστρησε πάνω στο δέρμα μου και μέσα στα χείλη, βρέχοντάς με. Γρύλισα και άνοιξα περισσότερο τα πόδια. Με έγλειψε μέχρι που άρχισα να τρέμω και μετά σηκώθηκε, έβγαλε το παντελόνι του και το φανελάκι. Το πέος του ήταν σκληρό, χοντρό, με φλέβες που φαίνονταν στο φως του κομοδίνου. Το πήρα στο χέρι μου και το χάιδεψα, μετά το έβαλα στο στόμα μου. Τον άκουσα να βγάζει ήχο, βαθύ, σαν να τον έπιασε απότομα.

«Γύρνα», είπε. Υπάκουσα. Με έβαλε από πίσω, ένα χέρι στον ώμο μου, το άλλο στο ισχίο. Μπήκε μέσα μου με μια κίνηση, γεμίζοντάς με. Άρχισε να γαμάει ρυθμικά, βαθιά, τα αρχίδια του χτυπούσαν στο δέρμα μου. «Πιο δυνατά», του είπα. Αύξησε την ταχύτητα, με έπιασε από τα μαλλιά και με τράβηξε λίγο πίσω. Βούλιαζα στο σεντόνι, ιδρωμένη, και ένιωθα το δέρμα του να τρίβεται πάνω στο δικό μου. Άλλαξε θέση, με έβαλε ανάσκελα, σήκωσε τα πόδια μου στους ώμους του και συνέχισε να μπαίνει μέσα μου. Το βλέμμα του ήταν πάνω μου, σιωπηλό, μόνο η ανάσα του ακουγόταν.

Όταν είπε «Θα χύσω», τον σταμάτησα με το χέρι. «Μέσα», του είπα. Έκανε μερικές ακόμα κινήσεις και ένιωσα το ζεστό υγρό να με γεμίζει, σπασμωδικές ροές που με έκαναν να κλείσω τα μάτια. Έμεινε μέσα μου λίγο ακόμα, μετά αποσύρθηκε αργά.

Δεν μίλησε πολύ. Σηκώθηκε, ντύθηκε, άφησε το κουτί με το ανταλλακτικό στο τραπέζι της κουζίνας. «Καληνύχτα», είπε απλά και έφυγε με το βανάκι του.

Σήμερα, καθισμένη στο ίδιο μπαλκόνι, θυμάμαι το πώς ένιωσα γεμάτη και ιδρωμένη, το πώς γελάω σιγανά με τον εαυτό μου που δεν άνοιξα το μήνυμα ούτε τότε, και την ελαφριά τύψη που έρχεται και φεύγει σαν το τζιτζίκι έξω.

Σου άρεσε;

Γίνε ο πρώτος που βαθμολογεί

Μπορεί να σου αρέσουν

Η φαντασίωση στο παλιό ελαιώνα

Η άνοιξη στη Ρόδο μας υποδέχτηκε με ένα αεράκι που μύριζε θάλασσα και ανθισμένες πορτοκαλιές. Το αεροπλάνο προσγειώθηκε λίγο μετά τις δέκα το πρωί και μέχρι να φτάσουμε στο απομονωμένο σπίτι που είχαμε νοικιάσει, ο ήλιος…

11' ανάγνωση11 αναγνώσεις