Η Μέρα Που Γνώρισα Τον Ξένο

Ο αέρας του αεροδρομίου, γνώριμος και γλυκός σαν μια παλιά ανάμνηση, μούρμουρα με καλωσόρισε. Κοίταξα γύρω μου και χαμογέλασα. Τελικά, κανόνισε η κολλητή μου να με πάρει. Ο φίλος από το σκάιπ, ο Λεωνίδας, είχε προσφερθεί, αλλά τελικά του είπα πως δε θα βολευόταν. Ήταν καλύτερα έτσι. Πρώτη γνωριμία από κοντά να γίνει σε φίλη που ξέρεις από το γυμνάσιο, όχι με έναν άντρα που τον έχεις δει μόνο μέσω οθόνης.

Το ξενοδοχείο ήταν ακριβώς όπως το είχα φανταστεί: μίνιμουμ, στιλάτο, μεγάλο μπαλκόνι με θέα στην πόλη. Άφησα τη βαλίτσα, έκανα έναν γρήγορο ντουζ, και βγήκαμε με τη Μαρίνα για ένα χαλαρό ποτό στη Ζέα. Μιλούσαμε ασταμάτητα, γελούσαμε, λέγαμε παλιές ιστορίες. Είχα χρόνο. Ήταν ακόμα νωρίς. Το ραντεβού με τον Λεωνίδα ήταν στις εννιά.

Πίσω στο δωμάτιο, στέγνωσα τα μαλλιά μου, έβαλα μια μπούκλα και αποφάσισα για το κοκκινωπό κραγιόν. Ήταν τολμηρό, ζωντανό. Τονίστηκα τα χείλη, κοίταξα στον καθρέφτη και συμφώνησα με τον εαυτό μου. Ήμουν έτοιμη.

«Κάτω είμαι», έστειλε μήνυμα. Το καρδιοχτύπι μου είχε μια παράξενη, ανυπόμονη ρυθμική.

Μπήκα στο ασημί SUV του. Με χαιρέτησε θερμά, αλλά στο βλέμμα του διάβαζα μια ελαφριά ένταση, μια απορία. «Έπρεπε να ’ρχόμουν στο αεροδρόμιο», είπε ενώ έβαζε μπρος. Απάντησα με ένα αόριστο «δεν πειράζει» και κοίταξα έξω απ’ το παράθυρο. Ο δρόμος χύνονταν μπροστά μας. Καθώς οδηγούσε, το αίσθημα ήταν ξεκάθαρο: με παρατηρούσε. Οι κλεφτές ματιές στο πόδι μου, στη φούστα, στα χείλη. Μια αμηχανία άρχισε να ανθίζει μέσα μου. Δεν ήταν ακριβώς όπως τον είχα θυμηθεί. Η οθόνη είχε πλάσμα, είχε δώσει μια αύρα που η πραγματικότητα, φαινόταν, δεν επικύρωνε.

«Πάμε βόρεια;» ρώτησε.

«Εμπιστεύομαι την κρίση σου», είπα, προσπαθώντας να κρατήσω τον τόνο μου ελαφρύ.

Παράλληλα, μια φωνή μέσα μου αρχίζει να με προειδοποιεί. Το μάτι του, η στάση του... κάτι δεν πήγαινε καλά. Σταμάτησε σε ένα φανάρι, γύρισε προς το μέρος μου και, χωρίς προλογισμό, μου είπε: «Θέλω να σε φιλήσω».

Κόλλησα. Δεν το περίμενα. Ήμασταν στο αμάξι, ούτε είκοσι λεπτά αφότου είχαμε συναντηθεί.

«Όχι», είπα, ήρεμα αλλά σταθερά. «Δεν νιώθω άνετα ακόμα».

«Γιατί όχι;» επέμεινε, το βλέμμα του στενό, σχεδόν προκλητικό.

«Γιατί όχι είναι. Δεν είναι η κατάλληλη στιγμή».

Έριξε τα μάτια του, η μού του σκυθρωπιάζει. Η ατμόσφαιρα στο αμάξι γιόμισε ηλεκτρισμό. Ο υπόλοιπος δρόμος έγινε σε μια βαριά, εχθρική σιωπή.

Το μαγαζί που διάλεξε ήταν ωραίο, ακριβό, με θέα. Αλλά η βραδιά είχε ήδη χαλάσει. Προσπαθούσα να συνεχίσω την κουβέντα, να λέω αστεία, να γελάω. Αυτός, όμως, ήταν αποστασιοποιημένος, εμπαθής. Κάθε λίγο η συζήτηση γύριζε στο ίδιο σημείο.

«Σοβαρά, δεν θες να σε φιλήσω;» ξαναρτήθηκε, σε μια στιγμή που είχα πιει μια γουλιά από το κρασί μου. Ο εσωτερικός μου διάλογος πήρε μια απότομη στροφή. Γαμώτο, γιατί έβαλα αυτό το κραγιόν; Γιατί φαίνομαι έτοιμη για κάτι που δεν είμαι;

«Όχι, Λεωνίδα», είπα, πια με ξεκάθαρη ενόχληση. «Δεν θέλω. Κάτσε να μιλήσουμε κανονικά». Αγνόησε το αίτημα. Η βραδιά συρρικνώθηκε σε ένα μονοτόνο, επίμονο παιχνίδι απόρριψης και πίεσης. Ήταν εξαντλητικό. Το χειρότερο, πιο άβολο «ραντεβού» της ζωής μου. Αισθανόμουν σαν θηράμα.

Όταν τελικά αποφάσισα να φύγω, ήταν αργά. Προσφέρθηκε να με πάει, και έπρεπε να δεχτώ. Μέσα στο αμάξι, η σιωπή ήταν τόσο πυκνή που ακουγόταν ο καρβούνιασμος των εγκεφαλικών κυττάρων μου. Ξαφνικά, μου είπε: «Σήμερα είναι η γιορτή μου. Άφησα τους φίλους μου για σένα».

Ω, σκύλα, σκέφτηκα, αλλά κράτησα τον εαυτό μου συγκεντρωμένο. Δεν απάντησα. Τίποτα δεν θα μπορούσε να δικαιολογήσει τη συμπεριφορά του.

Φτάσαμε μπροστά στο ξενοδοχείο. Τον ευχαρίστησα κρύα για το δείπνο. Ανοίγω την πόρτα, και εκείνος βγαίνει από την άλλη. Πλησιάζει. «Χάρηκα που σε γνώρισα από κοντά», λέει, η φωνή του χαμηλωμένη, σχεδόν γλυκόπικρη. Μετά σταματάει. Κοιτάζει τα χείλη μου. Τα χέρια του σηκώνονται, με πιάνουν απ’ τη μέση και με τραβούν ελαφρά προς τον εαυτό του. Έχει μια σταθερή, ερωτευμένη στιγμή, και μετά το πρόσωπό του πλησιάζει. Η αναπνοή του μυρίζει κρασί και κόλα.

Κάνω ένα απότομο, ξεκάθαρο βήμα πίσω, ξεκολλώντας τα χέρια του από το σώμα μου. Το πρόσωπό του σκληραίνει αμέσως. «Οκ», λέει απότομα, και με αφήνει.

Γυρνάω και πηγαίνω προς την είσοδο. Μέσα μου βράζω. Ακούω βήματα πίσω μου. Γυρνάω. Έχει πλησιάσει ξανά, νομίζοντας ίσως ότι άλλαξα γνώμη. «Πρέπει να φύγω», του λέω απότομα, και μπαίνω μέσα χωρίς να ξανακοιτάξω.

Στο δωμάτιο, πετάω τις μπότες και πέφτω πάνω στο κρεβάτι. Μια βαθιά, κουραστική απογοήτευση με κατέκλυσε. Τόση ανυπομονησία, τόσες κουβέντες, αυτή η ηλεκτρική χημεία μέσω της οθόνης... και όλο αυτό να καταλήγει σε ένα άγριο, εγωιστικό αίτημα και σε μια στάση που ξέφυγε από κάθε όριο σεβασμού. Ξεντύθηκα, έβγαλα το κοκκινωπό κραγιόν με ένα βρώμικο μαντήλι και πήγα στο μπάνιο να πλυθώ. Το νερό ήταν σχεδόν καυτό.

Ξαπλωμένη στο κρεβάτι, άνοιξα το ημερολόγιο στο κινητό. Δευτέρα: ολοκληρώθηκε, και καλώς. Το βλέμμα μου γλίστρησε στην επόμενη ημέρα. Τρίτη. Και το όνομα: Νίκος. Ένα πονηρό, ανθεκτικό χαμόγελο διαμόρφωσε τα χείλη μου. Ο Νίκος... ήταν διαφορετική ιστορία. Μια ιστορία που είχε ξεκινήσει με φωτογραφίες – όχι απλές, αλλά τέτοιες που άφηναν πολύ λίγα για τη φαντασία. Και με βίντεο-κλήσεις που τελείωναν με τους δύο μας να κοιτάμε μισοκλεισμένα τα μάτια μέσα από την οθόνη, αναπνέοντας βαριά. Ήξερε πώς να ζητά, πώς να υπονοήσει, πώς να με κάνει να θέλω να του δείξω περισσότερα. Ποτέ δεν πίεσε. Απλά υποτίθεται. Και εγώ υποχωρούσα, απολαμβάνοντας κάθε στιγμή της παράνομης, ψηφιακής εμπιστοσύνης μας. Γύρισα το κινητό, έκλεισα τα μάτια. Το μόνο που ήθελα τώρα ήταν ύπνος. Η Τρίτη θα έφτανε σύντομα.

* * *

Το ξύπνημα του ξενοδοχείου ήταν ευγενικό αλλά αποτελεσματικό. Σήκωσα τον εαυτό μου από το κρεβάτι, με το σώμα να είναι ακόμα βαθιά χαλαρωμένο από τον ύπνο. Το ντους ήταν η λύτρωση. Άφησα το ζεστό νερό να χτυπάει την πλάτη μου, να ρέει ανάμεσα στα σκέλη μου, να ξεπλένει την απογοήτευση της προηγούμενης νύχτας. Ήταν καθαρτική πράξη.

Μετά το στεγνώσιμο, άνοιξα τη βαλίτσα. Το σεμινάριο της Τρίτης ήταν ακόμα πιο επίσημο. Έπρεπε να επιβληθώ. Διάλεξα ένα λευκό, ημιδιάφανο πουκαμίσο από μετάξι. Από μέσα, ένα λευκό μπούστο με δαντέλα που κρατούσε τα πράγματα στη θέση τους χωρίς να τα πνίγει. Ένα γκρι, στριφτό παντελόνι από καλό ύφασμα, ένα ταιριαστό σακάκι και μια ζευγάρι μαύρες γόβες με λεπτή σειλήνα. Κοίταξα τον εαυτό μου στον ψηλό καθρέφτη. Ήμουν σοβαρή, επαγγελματική, αλλά υπήρχε μια σαγήνη κάτω από την επιφάνεια. Το πουκάμισο ήταν αρκετά διάφανο ώστε να διακρίνεται το σκίσιμο της δαντέλας του μπούστου. Ο κώλος μου έπαιρνε μια υπέροχη, στρογγυλή μορφή μέσα στο στενό παντελόνι. Ήταν ένα ντύσιμο που έλεγε «εμπιστευτείτε με τις επιχειρήσεις σας» ενώ ψιθύριζε «και φανταστείτε τι κρύβω από μέσα».

Το πρωινό στο χοτέλ ήταν ένα μπουφέ αισθησιακών πειρασμών. Δεν τρώω για να επιβιώσω, τρώω για να απολαμβάνω. Πήρα ένα πιάτο και άρχισα μια προσεκτική περιήγηση. Τυριά, φρέσκα φρούτα, τραγανά ζυμαρικά. Αλλά το αριστούργημα ήταν ο σταθμός με τα σουσί. Πήρα δύο κομμάτια νιγκίρι με σολομό. Το πήρα στα δάχτυλα, το βύθισα ελαφρά στη σόγια και το έβαλα στο στόμα μου.

Έκλεισα τα μάτια. Η γεύση ήταν μια έκρηξη: το δροσερό, λιπαρό ψάρι, το ζεστό, αλμυρό ρύζι, η αλμυρή σόγια. Μια αρμονία που χτύπησε κάθε νευρική άκρη της γλώσσας μου. Ένα μουγκρίζι ξέφυγε από το λαιμό μου, ανέμελο και απόλυτα αυθόρμητο. Ήταν, χωρίς υπερβολή, ένας γευστικός οργασμός. Άνοιξα τα μάτια με το ρύζι ακόμα να λιώνει στην υπερώα μου. Κανείς δεν παρατήρησε. Ήμουν μόνη μου σε αυτή τη μικρή, νόστιμη ευχαρίστηση.

Το σεμινάριο κράτησε όλη την πρωινή ώρα. Η προσοχή μου ήταν διακεκομμένη. Κάθε τόσο, το κινητό στο τσέντρο του τραπεζιού χωρίς ήχο, φωτίζονταν από μια ειδοποίηση. Δεν το άνοιξα, αλλά το όνομα «Νίκος» έκανε τη σκέψη μου να περιπλανιέται. Θυμήθηκα τις φωτογραφίες που είχα στείλει: εγώ στο μπάνιο, με το σεντόνι να καλύπτει ακριβώς τα σωστά σημεία, το βλέμμα μου να κοιτάζει την κάμερα με μια πρόκληση που έμοιαζε άνετη. Θυμήθηκα τη φωνή του, βαθιά και με έναν τραχύ, γλυκό τόνο, όταν είπε: «Θέλω να σου δείξω πώς θα σε άγγιζα τώρα, αν ήμουν εκεί». Ήξερα τι θα ακολουθούσε. Θα περιέγραφε, με λεπτομέρεια και πάθος, ακριβώς τι θα έκανε. Και εγώ θα κοιτούσα την οθόνη, αναπνέοντας πιο γρήγορα, με το χέρι μου ίσως να πηγαίνει κάτω από το γραφείο...

Οι ώρες πέρασαν. Το μεσημεριανό διάλειμμα ήταν ένα μπέρδεμα από χειραψίες και επιφανειακές συζητήσεις. Τελικά, γύρισα στο ξενοδοχείο. Είχα ένα μικρό παράθυρο πριν βγω για καφέ με μια παλιά συμφοιτήτρια. Ρίχνω το σακάκι πάνω στην πολυθρόνα, ξεκουμπώνω δύο κουμπιά από το πουκάμισο και ανοίγω το κινητό. Εκεί ήταν. Αρκετά μηνύματα από τον Νίκο.

Νίκος: Καλημέρα σεμινάριαρα. Σκέφτομαι σε τι θα ’σουν ντυμένη. Νίκος: Επιβεβαίωσε τις υποψίες μου. Σοβαρή μπροστά, πειρασμός πίσω. Το γκρι παντελόνι είναι εγκληματικό. Νίκος: (Φωτογραφία – μια προσομοίωση χεριού να ακουμπάει απαλά πάνω στο μπράτσο μιας πολυθρόνας). Νίκος: Αυτό το πουκάμισο πρέπει να είναι από μετάξι. Φαντάζομαι πώς γλιστράει στο δέρμα. Πώς θα γλιστρούσε αν το έσπρωχνα προς τα πάνω.

Ένοιωσα μια ζέστη να διαχέεται στη κοιλιά μου. Ο Λεωνίδας είχε πάψει να υπάρχει. Αυτός... αυτός ξεκινούσε από εκεί που οι άλλοι σταματούσαν. Απάντησα.

Εγώ: Καλημέρα. Οι υποψίες σου είναι σωστές. Και το παντελόνι είναι ακόμα πιο εγκληματικό από μέσα. Νίκος: Πείθεις. Απόδειξη; Θα ήθελα μια απόδειξη. Εγώ: Το σεμινάριο συνεχίζεται σε μια ώρα. Δεν έχω χρόνο για φωτογραφίες. Νίκος: Δεν ζήτησα φωτογραφία. Τηλέφωνο. Δέκα λεπτά. Να σε ακούσω.

Ο καρπός μου έπαιξε. Δέκα λεπτά. Μπήκα στο μπάνιο, για καλύτερη ηχομόνωση. Και πάτησα να τον καλέσω.

«Γεια», είπε η φωνή του, βαθιά, άμεση, χωρίς περιττές φιλίες.

«Γεια», είπα εγώ, η δική μου φωνή ακούγοντας λίγο σφιχτή.

«Πούσαι;»

«Στο μπάνιο του δωματίου».

«Κοίταξα τη φωτογραφία που μου έστειλες χθες βράδυ. Αυτή με το κραγιόν», είπε. Η φωνή του ήταν σχεδόν συλλογιστική, σαν να εξετάζει ένα ενδιαφέρον πρόβλημα. «Είναι πολύ κόκκινο. Φαίνεται... χρησιμοποιημένο. Σκέφτομαι πώς θα ήταν να το βάψεις, αλλά με το στόμα μου.»

Έκανα μια μικρή παύση. Δεν περίμενα τόσο άμεση είσοδο. «Είναι μια ενδιαφέρουσα εικόνα».

«Πιο ενδιαφέρουσα είναι να σκέφτομαι τι κρύβεται κάτω απ’ αυτό το γκρι παντελόνι. Το φόρεσες χθες;»

«Όχι. Σήμερα είναι η πρώτη φορά».

«Περιγράψε το. Πώς νιώθει;»

«Στενό. Σφίγγει λίγο στα μπούτια. Είναι υφάσματος, όχι τζιν. Νιώθεις κάθε... ραφή». Άκουσα τον να αναπνέει βαθιά. «Και από μέσα;»

Ήξερα πού πήγαινε αυτό. «Από μένα φοράω ένα μικρό εσώρουχο. Μαύρο. Δαντέλα. Είναι... ελαφρώς ανάποδο».

«Ανάποδο;»

«Ναι. Η δαντέλα... είναι στραμμένη προς τα μέσα. Αγγίζει. Συνεχώς».

«Καταραμένε», μουρμούρισε. «Και τώρα, εκεί που κάθεσαι στην λεκάνη, το αισθάνεσαι;»

«Ναι», ψιθύρισα, και ήταν αλήθεια. Το ελαφρύ, διαρκές τρίψιμο είχε αρχίσει να έχει αποτέλεσμα.

«Θέλω να φανταστώ ότι το χέρι μου είναι εκεί. Όχι ακόμα πάνω σου. Να ακουμπάει μόνο στο παντελόνι. Να αισθάνεσαι τη πίεση, τη θερμοκρασία. Να περιμένεις.» Κάθισα ακίνητη, με την αναπνοή να μου κολλάει στο λαιμό.

«Και τότε», συνέχισε, με μια αργή, μετρική φωνή, «αρχίζω να ξεκολλώ το κουμπί. Πολύ αργά. Ακούς τον θόρυβο;» Κάποια στιγμή, το χέρι μου είχε βρεθεί στο άκρο του μηρού μου. «Ναι».

«Ένα. Δύο. Τα δάχτυλα μου μπαίνουν από το άνοιγμα. Βρίσκουν τη δαντέλα. Είναι ζεστή. Είναι υγρή;»

«Νίκος...»

«Είναι υγρή;» επανέλαβε, πιο επιτακτικά.

«Ναι», παραδέχτηκα, με τόνο που δεν άφηνε αμφιβολία.

«Καλά. Τώρα, το χέρι μου ολισθαίνει μέσα. Η παλάμη μου απλώνεται πάνω σου. Όχι άγγιγμα ακόμα. Μόνο πίεση. Να νιώθεις το βάρος. Και τότε, πολύ αργά, το δάχτυλο μου... εδώ...»

Ένα μακρύ, τρεμόκρουστο αναστεναγμό ξέφυγε από τα χείλη μου. Έκλεισα τα μάτια. Η φωνή του ήταν πλέον το μόνο πράγμα που υπήρχε. Οδηγούσε, περιέγραφε, και το σώμα μου ανταποκρινόταν σαν να ήταν πράγματι εκεί. Ήταν μια προσεκτικά κατασκευασμένη ταπείνωση, ένα παιχνίδι υποταγής μέσω του τηλεφώνου, και μου άρεσε περισσότερο από όσο τολμούσα να ομολογήσω. Ήξερα ακριβώς τι ήταν αυτό: μια ψηφιακή προέκταση εκείνων των βιντεοκλήσεων, όπου τον έβλεπα να με κοιτάζει με αυτό το έντονο, σκοτεινό βλέμμα ενώ η κίνηση του χεριού του, κάτω από την κάμερα, ήταν ξεκάθαρη.

«Δέκα λεπτά», είπε ξαφνικά, η φωνή του πιο απότομη, πιο ρωμαλέα. «Το σεμινάριό σου περιμένει. Θυμήσου αυτό που σου έλεγα. Θα το συνεχίσουμε από κοντά, το απόγευμα».

«Ναι», είπα, και η λέξη ακούστηκε ξένη.

«Καλή συνέχεια, σεμινάριαρα». Κλείσαμε. Έμεινα κάθιστη στο μπάνιο, με το κινητό σφιγμένο στο χέρι, το σώμα μου να ζητάει να συνεχίσει αυτό που μόλις είχε αρχίσει. Τα δέκα λεπτά είχαν περάσει σαν μια στιγμή. Κοίταξα στον καθρέφτη. Τα μάτια μου έλαμπαν, τα χείλη μου ήταν ελαφρώς ξεφουσκωμένα. Μια ρόδινη απόχρωση είχε χρωματίσει το στήθος μου. Ήμουν σε αυτή την κατάσταση. Και σε λίγες ώρες, θα τον έβλεπα από κοντά. Για πρώτη φορά.

Έπλυνα το πρόσωπό μου με κρύο νερό, φόρεσα ξανά το σακάκι μου και διόρθωσα το πουκάμισο. Ο καθρέφτης μου έδειξε μια επαγγελματία. Αλλά εγώ ήξερα την αλήθεια. Ήμουν ντυμένη για ένα σεμινάριο, αλλά το σώμα μου ήταν ήδη προετοιμασμένο για ένα άλλο είδος εκπαίδευσης.

Ένα μακρύ, τρεμόκρουστο αναστεναγμό ξέφυγε από τα χείλη μου. Έκλεισα τα μάτια. Η φωνή του ήταν πλέον το μόνο πράγμα που υπήρχε. Οδηγούσε, περιέγραφε, και το σώμα μου ανταποκρινόταν σαν να ήταν πράγματι εκεί. Ήταν μια προσεκτικά κατασκευασμένη ταπείνωση, ένα παιχνίδι υποταγής μέσω του τηλεφώνου, και μου άρεσε περισσότερο από όσο τολμούσα να ομολογήσω. Ήξερα ακριβώς τι ήταν αυτό: μια ψηφιακή προέκταση εκείνων των βιντεοκλήσεων, όπου τον έβλεπα να με κοιτάζει με αυτό το έντονο, σκοτεινό βλέμμα ενώ η κίνηση του χεριού του, κάτω από την κάμερα, ήταν ξεκάθαρη.

«Δέκα λεπτά», είπε ξαφνικά, η φωνή του πιο απότομη, πιο ρωμαλέα. «Το σεμινάριό σου περιμένει. Θυμήσου αυτό που σου έλεγα. Θα το συνεχίσουμε από κοντά, το απόγευμα».

«Ναι», είπα, και η λέξη ακούστηκε ξένη.

«Καλή συνέχεια, σεμινάριαρα». Κλείσαμε. Έμεινα κάθιστη στο μπάνιο, με το κινητό σφιγμένο στο χέρι, το σώμα μου να ζητάει να συνεχίσει αυτό που μόλις είχε αρχίσει. Τα δέκα λεπτά είχαν περάσει σαν μια στιγμή. Κοίταξα στον καθρέφτη. Τα μάτια μου έλαμπαν, τα χείλη μου ήταν ελαφρώς ξεφουσκωμένα. Μια ρόδινη απόχρωση είχε χρωματίσει το στήθος μου. Ήμουν σε αυτή την κατάσταση. Και σε λίγες ώρες, θα τον έβλεπα από κοντά. Για πρώτη φορά.

Έπλυνα το πρόσωπό μου με κρύο νερό, φόρεσα ξανά το σακάκι μου και διόρθωσα το πουκάμισο. Ο καθρέφτης μου έδειξε μια επαγγελματία. Αλλά εγώ ήξερα την αλήθεια. Ήμουν ντυμένη για ένα σεμινάριο, αλλά το σώμα μου ήταν ήδη προετοιμασμένο για ένα άλλο είδος εκπαίδευσης.

Το σεμινάριο και σήμερα ήταν πολύ ενδιαφέρον. Κρατούσα λεπτομερέστατες σημειώσεις, αλλά ταυτόχρονα δεν μπορούσα να ξεκολλήσω τα μάτια μου από τον εισηγητή. Στα διαλείμματα έβρισκα απορίες και ήμουν συνέχεια κοντά του. Θυμήθηκα την εποχή που ήμουν πρωτοετής φοιτήτρια και είχα ζήσει έναν θυελλώδη έρωτα με τον τότε καθηγητή μου. Πάντα το κύρος και η θέση κάποιου με γοήτευαν, κι αυτό στηριζόταν στην υποτακτική μου φύση, που ανακάλυψα αργότερα, εισχωρώντας στον κόσμο του BDSM.

Το πήγαινα καλά με τον εισηγητή, αφού πού και πού τον έκοβα να με κοιτάζει επίμονα. Τον είχα βάλει σε σιγαλή φωτιά και περίμενα.

Γυρνώντας στο ξενοδοχείο, καθε άλλο παρά κούραση δεν ένιωθα. Άνοιξα την ημερολόγιο μου και βρήκα το τηλέφωνο του επόμενου τύπου που θα έβλεπα. Είχε πει ότι θα με πήγαινε για φαγητό στη Γλυφάδα, στο Soleto, μιας και συχναζε εκεί. Τον πήρα τηλέφωνο αλλά δεν απαντούσε. Μπήκα για μπάνιο και βγαίνοντας είχα δύο κλήσεις. Τον πήρα ξανά και μόλις άκουσα τη φωνή του, χαμογέλασα. Είχε τόσο ωραία φωνή! Κανονίσαμε να έρθει να με πάρει στις οκτώ απ' το ξενοδοχείο μου. Στις έξι και τέταρτο, την ώρα που ετοιμαζόμουν, με πήρε τηλέφωνο και μου είπε ότι ο πατέρας του έπεσε από τη σκάλα και είναι στο νοσοκομείο, οπότε ήταν αδύνατο να βρεθούμε. «Δεν πειράζει», του είπα, και ευχήθηκα γρήγορα περαστικά στο πατέρα του.

Πάντα ήμουν πολύ αισιοδοξη. Όταν μια πόρτα κλείνει, ανοίγει μια άλλη. Έτσι, πέταξα τα «κυριλέ» ρούχα που θα έβαζα και φόρεσα το αγαπημένο μου σκισμένο τζιν, τα All Star μου και ένα κολλητό μπλουζάκι. Σύντομα ήμουν στο Σύνταγμα. Περιμένοντας τους φίλους μου, βγάζω selfie μπροστά από τη συντριβάνι και μπροστά από τη Βουλή και τις ανεβάζω στο Facebook. Μόλις ήρθαν, ουρλιάξαμε και αγκαλιαστήκαμε. Χαιρόμουν τόσο πολύ που τους έβλεπα! Κατηφορίσαμε προς το Μοναστηράκι και η τρελοπαρέα τραβούσε τα βλέμματα. Φτάσαμε στο Μοναστηράκι, που τόσο αγαπώ! Αναπνέω, γελάω, το χαίρομαι πραγματικά! Κάποιοι πρότειναν Θησείο και κάποιοι Ψυρρή. Εμένα δεν ξέρω τι με πιάνει και τους λέω να πάμε Γκάζι! Δεν μου χαλούν χατήρι, οπότε την κάνουμε για Γκάζι. Κάθισαμε για πιτόγυρο, κλασσικά, και μετά έριξα την ιδέα να πάμε σε λεσβιαδικό, μιας και η κολλητή μου είναι λεσβία. Τα αγόρια της παρέας δίσταζαν, αλλά τους είπα ότι θα δουν ωραία κοπελάκια τουλάχιστον να φιλιούνται και ίσως έτσι φτιαχτούν, λολ.

Φτάσαμε και διαπίστωσα ότι ήταν φυσιολογικό μπαρ, όπως όλα τα άλλα! Δεν υπήρχαν εξωγήινοι! Μόνο όταν μπήκαμε μας κοίταξαν λίγο περίεργα λόγω των αγοριών. Καθίσαμε και παραγγείλαμε ποτάκια κι εγώ άρχισα να σκανάρω το χώρο. Ήταν απλά χούμα, μα ωραία. Το συν ήταν η ωραία μουσική. Περνώντας η ώρα και με τη βοήθεια του ποτού, χαλαρώσαμε αρκετά. Η κολλητή μου είχε ήδη βρει στόχο και είχε μετακινηθεί προς τα εκεί. Σε κάποια φάση, μια κοπέλα με πλησίασε και με ρώτησε αν είχα ξαναπάει σε αυτό το μαγαζί, γιατί κάτι της θύμιζα. Της είπα ότι πρώτη φορά πήγαινα σε τέτοιο μαγαζί, ειδικά στο συγκεκριμένο. Με τα πολλά πιάσαμε την κουβέντα και μου είπε ότι είναι bisexual και αυτή την εποχή έχει σχέση με μια κοπέλα και ψάχνουν άλλη μια κοπέλα για να παίζουν καμιά φορά. Μου είπε ότι με είχε σταμπάρει από τη στιγμή που μπήκα στο μαγαζί και σκέφτηκε ότι θα άρεσα και στην κοπέλα της, καθώς είχα ωραίο στήθος και πιασίσματα. Για μια στιγμή ντράπηκα, αλλά το ξεπέρασα γρήγορα. Της είπα ότι με τιμά που της άρεσα, αλλά ζω στην Αγγλία, οπότε δεν ξέρω αν θα εμπαινα στη διαδικασία για κάτι τέτοιο. Εκείνη μου είπε να το σκεφτώ αν θέλω και μου έδωσε το τηλέφωνο της.

Η ώρα περνούσε και αποφασίσαμε να πάμε σε ένα μπαράκι εκεί κοντά στα στούντιο. Περνώντας μπροστά από το στούντιο, σκέφτηκα το Μπου και τους μπουρδελιάρηδες. Αν ήταν εφικτό, θα ήθελα να πάω σε έναν οίκο ανοχής με τον αγαπημένο μου μπουρδελιάρη! Ποιος είναι αυτός δεν θα πω, αλλά ούτε και ποιους συνάντησα θα μαρτυρήσω.

Η μουσική τέρμα και κάποιοι χορεύουν. Εγώ είχα ήδη φτιαχτεί από πριν και κουνιόμουν, ωσότου ξαφνικά βρίσκω το στόχο μου. Είναι ένας τύπος, ψηλός, μελαχροινός, με μουσί, γύρω στα τριάντα. Τον κόβω με μαύρο κοντόμυαλο μπλουζάκι και τατουάζ μανίκι στο ένα χέρι. Φαινόταν αρκετά μυώδης! Κάθεται με ένα φίλο του στο μπαρ και μιλάνε. Άρχισα να κοιτάζω επίμονα προς το μέρος του και να κόβω κίνηση. Εκείνος, απορροφημένος στη κουβέντα, δεν είχε δει ότι τον κοιτούσα. Κάνω νόημα στο σερβιτόρο και του λέω να τους πάει δύο σφηνάκια υποβρύχιο. Τους τα πάει και τους δείχνει ότι τα κερνάω εγώ. Ξαφνιασμένοι, κάνουν «εις υγείαν» και εκείνος μου χαμογελάει. Ξαναστρέφεται και συνεχίζει την κουβέντα με το φίλο του. Σκέφτομαι, μήπως είναι γκει; λολ. Σταματώ να δίνω σημασία και γυρίζω πλάτη. Δεν περνάει λίγη ώρα και νιώθω ένα χέρι να με πιάνει από το μπράτσο. Γυρνάω και είναι αυτός.

«Γεια σου, είμαι ο Βαγγέλης», μου λέει στο αυτί. Του λέω το όνομά μου.

«Σε ευχαριστούμε για τα σφηνάκια». Εγώ χαμογελώ.

«Έχεις πολύ ωραίο χαμόγελο».

«Ευχαριστώ».

«Ο φίλος μου θα φύγει τώρα, αλλά εγώ σκέφτομαι να κάτσω λίγο ακόμα».

«Ναι, γιατί όχι; Αν θες, μείνε, κάτσε εδώ με εμάς. Κάτσε να σου συστήσω τους φίλους μου…»

Κάπως έτσι γνωριστήκα με τον Βαγγέλη. Όσο περνούσε η ώρα, τόσο πιο κοντά ερχόμασταν. Χορεύαμε και ένιωθα το χέρι του να πιάνει τον κώλο μου και να με σφίγγει πάνω του. Είχα καταλάβει ότι αυτή η γνωριμία δεν θα είχε σύντομο τέλος.

Αποφασίσαμε να φύγουμε, οπότε χαιρετώ τους φίλους μου και φεύγω με τον άγνωστο, ο οποίος πλέον έχει γίνει γνωστός.

Μπαίνουμε στο αμάξι του και μόλις κάθομαι, με αρπάζει και με φιλάει με τόση ένταση, τόσο πάθος, που χάνω τον κόσμο για λίγα δευτερόλεπτα.

Όταν σταματάει, μου λέει ότι τον έχω φτιάξει άγρια. «Και εμένα το ίδιο, μωρό μου», του απαντώ και βάζει μπρος για το ξενοδοχείο μου.

Καθώς οδηγούσε, τον πείραζα. Δεν τον άφηνα σε ησυχία. Του δάγκωνα το λαιμό, του πίεζα τις ρογές πάνω από το μπλουζάκι. Στο τέλος δεν άντεξα και άρχισα να πιάνω το πουτσό του πάνω από το παντελόνι.

«Κάτσε καλά, μικρή, γιατί δεν θα προλάβουμε να φτάσουμε στο ξενοδοχείο σου». Τι ήθελε και μου το είπε αυτό; Εγώ επίτηδες έγυρα δίπλα του και ανασένανα βαριά στο αυτί του, ενώ χάιδευα το πουτσό του περισσότερο.

Αυτό ήταν. Κάνει μια απότομη κίνηση με το τιμόνι, παρόλο που έτρεχε, και στρίβει απότομα σε ένα στενάκι. Εγώ ούρλιαξα από την απότομη κίνηση. Προχωρά στο στενό και παρκάρει πίσω από κάτι κάδους. Με πιάνει αμέσως από τα μαλλιά, με τραβάει πάνω του και με φιλάει στο στόμα. Παράλληλα ξεκουμπώνει το παντελόνι του και με προστάζει να τον πάρω στο στόμα μου. Το κάνω με τρελή όρεξη. Η καύλα είχε χτυπήσει κόκκινο. Τον τσιμπούκωνω με μανία και τον ακούω να βρυχάται. Μια στιγμή με σταματάει και μου λέει ότι θα χύσει και δεν θέλει να χύσει χωρίς να με γαμήσει. Κοιτάμε τριγύρω να δούμε αν η γειτονιά είναι οκ και ευτυχώς ήταν σκοτεινή και ήσυχη. Μπαίνουμε και οι δύο στο πίσω μέρος του αμαξιού και αρχίζει να μου βγάζει το μπλουζάκι, το σουτιέν και να μου δαγκώνει τις ρογές. Τον ρωτάω αν έχει προφυλακτικό και βγάζει αμέσως ένα από την τσέπη του. Του βάζω εγώ το προφυλακτικό και ανεβαίνω απάνω του. Αχχχ, είμαι τόσο υγρή και η αίσθηση είναι τόσο ωραία. Εκείνος με πιάνει από τα δύο κωλομέρια σφιχτά και με ανεβοκατεβάζει, ενώ μου παίζει δυνατούς μπατσους στον κώλο. Αχχ, αυτή είναι η υπέρτατη ηδονή.

Φιλιόμαστε συνεχώς. Εγώ του πιάνω τα μαγούλα με το χέρι μου, τον πιέζω. Αφήνει το στόμα του ανοιχτό και χώνω τη γλώσσα μου μέσα. Έπειτα το κάνει αυτός και χώνει τη γλώσσα του τέρμα στο στόμα μου και την κουνάει μέσα-έξω, σα να μου γαμάει στο στόμα. Η αναπνοή του είναι ζεστή και βιαστική. Τα χέρια του περνούν από την πλάτη μου, στους γλουτούς, σφίγγοντας, διαμελίζοντας. Νιώθω το πόσο σκληρός είναι μέσα μου, πώς με γεμίζει ακριβώς εκεί που το θέλω, με κάθε την κίνηση να μου ανοίγει δρόμο στους νευρικούς κόμβους της ηδονής. Η βαρύτητα με βοηθά, τον πιέζω πιο βαθιά πάνω του, γυρίζοντας τους γοφούς μου με έναν αργό, κυκλικό ρυθμό που τον κάνει να βογκάξει.

«Σταμάτα, λίγο…» ψιθυρίζει, αλλά δεν σταματάω. Αντίθετα, τον πιάνω από τους ώμους και τον τραβάω πιο κοντά, ενώ εγώ κινούμαι πιο γρήγορα. «Θα σκάσω», λέει με βαθιά, συγχυσμένη φωνή, και το λέει σαν απειλή και ως υπόσχεση. «Ναι», ψιθυρίζω πάνω στα χείλη του, «χύσε μέσα μου». Αυτό είναι που τον οδηγεί πάνω από το χείλος. Το σώμα του σφίγγεται, σκυροστατεί κάτω από το δικό μου και μετά ξεσπάει μια σειρά από σπασμούς που τον κάνουν να αναστενάζει και να τρέμει. Εγώ συνεχίζω να τον καβαλάω, να απολαμβάνω την αίσθηση της ολοκλήρωσης, μέχρι που και η δική μου ένταση βρει την έξοδό της σε μια διαδοχή από ηχηρές αναπνοές και μια λεπτή γλυκιά συστολή που με διαπερνά.

Μένουμε έτσι για λίγο, ακουμπισμένοι ο ένας πάνω στον άλλο, ο ιδρώτας μας να κολλάει τα δέρματα μας. Ο Βαγγέλης με χαϊδεύει την πλάτη με μια χοντρή παλάμη. «Είσαι ένα διαβολάκι, το ξέρεις;» μου λέει, και στη φωνή του ακούγεται μια γλυκόπικρη προδομένη ευχαρίστηση.

«Το ξέρω», απαντώ χαϊδεύοντας το στήθος του πάνω από το μπλουζάκι. «Και μου αρέσει που το ξέρεις».

Καθώς ξανανιώνουμε, βοηθάει να καθαρίσουμε κάπως. Του βγάζω το προφυλακτικό και το τυλίγω σε ένα χαρτομάντιλο. Βγαίνουμε από το αμάξι, λίγο κουρασμένοι, λίγο αναστατωμένοι, αλλά με μια σαφή αίσθηση ότι αυτό δεν ήταν παρά μόνο η αρχή.

«Στο ξενοδοχείο σου;» ρωτάει, και η ερώτηση έχει το βάρος μιας συμφωνίας.

«Στο ξενοδοχείο μου», επιβεβαιώνω. Και αυτή τη φορά, οδηγεί με πιο χαλαρό ρυθμό, αλλά το χέρι του δεν αφήνει το γόνατό μου καθ' όλη τη διαδρομή.

Το δωμάτιο του ξενοδοχείου μυρίζε σπασμένο κλιματιστικό και αμυδρή μόσχα. Ο Βαγγέλης κλείνει την πόρτα και γυρίζει προς το μέρος μου. Το βλέμμα του ήταν τόσο άμεσο, τόσο γεμάτο από την ίδια ανυπομονησία που είχε και στο αμάξι, που δεν χρειάστηκε λόγια. Τον τράβηξα από το πουκάμισο και τον φίλησα βίαια, τα χείλη μας να συναντιούνται σε μια γνωριμία που ήδη έγινε οικειότητα.

«Ξαναπές μου τι θες», μου ψιθύρισε ανάμεσα στα φιλιά, τα χέρια του να με ξεφτιλίζουν με τη φούστα και να με πιάνουν από τον κώλο.

«Θέλω να με γαμήσεις πάλι», είπα, το στόμα μου να ακουμπάει στο αυτί του. «Με όλο το ζόρι σου.»

Με σήκωσε με μια κίνηση και με πέταξε στο κρεβάτι. Ο ήχος του φερμουάρ του που κατέβαινε γέμισε το δωμάτιο. Τον έβλεπα να βγάζει το παντελόνι του, ο πούτσος του ήδη σκληρός και ευδιάκριτος μέσα από το εσώρουχο. Τον πλησίασα στα γόνατα και του τράβηξα το τελευταίο ύφασμα, βάζοντάς τον στο στόμα μου για μια στιγμή, γευόμενος τον αλμυρό ιδρώτα και την ορμή του. Γοργάνα και με σπρώχτηκε ευγενικά πίσω.

«Όχι ακόμα», είπε με βραχνή φωνή. «Πρώτα θέλω να σε βλέπω.»

Ανέτρεψε τη θέση μου με μια ευκολία που μου έκανε να αναστενάξω. Ήμουν τώρα από πάνω, τοποθετημένη πάνω του, και τα χέρια του ανέβηκαν κάτω από το μπλουζάκι μου, να με ξεκολλήσουν το σουτιέν και να με πιάσουν από τα βυζιά. Τα δάχτυλά του σφίγγανε με λαγνεία, τα νύχια να αφήνουν ελαφριά σημάδια στο δέρμα. Άρχισα να κινούμαι πάνω του, να τρίβομαι στον πόρο του, ντυμένη ακόμα, η υγρασία μου να διαπερνά το ύφασμα και να δημιουργεί μια τριβή που με έκανε να τρελαίνομαι.

«Ξέρω τι σου αρέσει», είπε, και τα χέρια του γλίστρησαν στο εσώρουχό μου, σκίζοντάς το με μια απότομη κίνηση. Το δροσερό αέρας του δωματίου ακούμπησε στα γεννητικά μου όργανα και ανατρίχιασα. «Σου αρέσει να νιώθεις ότι σε παίρνω.»

Έχυσε λουλάκι στα δάχτυλά του και άρχισε να με δαχτυλοβγάζει με ρυθμικές, βαθιές κινήσεις. Τα μάτια του δεν αποτραβούσαν από το πρόσωπό μου, παρατηρώντας κάθε σπασμό, κάθε αναστεναγμό. «Εδώ μέσα θέλεις να χύσω;» ρώτησε, το δάχτυλό του να πιέζει το ευαίσθητο σημείο.

«Ναι», αναφώνησα, η λογική να έχει διαλυθεί. «Μέσα μου.»

Αυτό φάνηκε να είναι το σήμα. Με γύρισε πάλι και με έβαλε στα τέσσερα, με ένα χτύπημα που αντήχησε στο δωμάτιο. Δεν υπήρχε πλέον καμία προσποίηση, κανένα τρυφερό προκαταρκτικό. Τον ένιωσα να εισχωρεί, ο πούτσος του να με ανοίγει με μια ένταση που ήταν στο όριο του πόνου και της απόλυτης ηδονής. Άρχισε να με γαμάει με μακριές, βαθιές κινήσεις, οι γοφόί του να χτυπάνε στα γλουτά μου με έναν ρυθμικό, υγρό ήχο.

«Πες το», διέταξε, η φωνή του τραβηγμένη από την προσπάθεια.

«Γαμήσου με», έβγαλα με κόπο.

«Όχι. Πες το όπως το λες.»

«Γάμησέ με, γαμιόλη», φώναξα, και η αναγνώριση του φετίχ μου τον έκανε να ορμήσει πιο γρήγορα. Τα χέρια του με κράταγαν σφιχτά από τους γοφούς, με τραβούσε πάνω του σε κάθε ώθηση. Το κρεβάτι τρίζε κάτω από το βάρος και τη βία της κίνησης. Ο κόσμος συρρικνώθηκε στο σημείο όπου συναντιόμασταν, στο καυτό, υγρό τριβή, στον ιδρώτα που έτρεχε στη ραχοκοκαλιά μου.

«Που να χύσω;» ψιθύρισε κοντά στο αυτί μου.

«Μέσα», αναστέναξα. «Παρακαλώ, Βαγγέλη, γεμίσου με.»

Αυτό ήταν αρκετό. Το σώμα του στάθηκε, κάθε μυς σφιγμένος, και μετά ξέσπασε μέσα μου με μια σειρά από σπασμούς που τον έκαναν να βογγάξει βαθιά. Η αίσθηση της θερμής πλημμύρας μέσα μου, η γνωριμία της ολοκλήρωσης, με έστειλε και εμένα πάνω από το χείλος, το σώμα μου να συσπάται γύρω του σε μια σφοδρή, συγχυσμένη οργασμό.

Κάναμε πίσω, ο ένας πάνω στον άλλον, η αναπνοή μας να προσπαθεί να επανέλθει. Ο Βαγγέλης με τράβηξε κοντά του, το στήθος του να κολλάει στη πλάτη μου. «Διάβολε», μου μουρμούρισε στο λαιμό.

Πέρασε χρόνος, ίσως λίγα λεπτά, ίσως μισή ώρα. Ο ιδρώτας κρύωσε στο δέρμα μας. Σηκώθηκα με κόπο και πήγα στο μπάνιο. Κοιτάζοντας στον καθρέφτη, είδα τα σημάδια του πάθους: τα χάλασμα μαλλιά, τα κόκκινα σημάδια στα στήθη, ένα ηρεμικό βλέμμα στα μάτια που δεν θυμόμουν να έχω ξανά. Καθαρίστηκα, και όταν γύρισα, τον βρήκα ξαπλωμένο, τα μάτια του κλειστά, αλλά ένα ήσυχο χαμόγελο στα χείλη.

«Θα μείνεις;» ρώτησε χωρίς να ανοίξει τα μάτια.

Καθόμουν στο χείλος του κρεβατιού και του χαϊδέψα τα μαλλιά. «Δεν μπορώ.»

Άνοιξε τα μάτια. Δεν είχαν πικρία, μόνο κατανόηση. «Πότε θα σε ξαναδώ;»

«Δεν ξέρω», είπα αληθινά. «Αλλά θα σε δω.»

Με τράβηξε για ένα τελευταίο φιλί, αργό και γλυκό, μια ανάμνηση του τι είχε προηγηθεί. «Καλή τύχη με όλα σου», μου είπε.

«Και σένα.»

Φόρεσα τα ρούχα μου, που μύριζαν ακόμα από το αμάξι και από αυτόν. Ο Βαγγέλης παρακολουθούσε από το κρεβάτι, το σεντόνι χαλαρά γύρω από τη μέση του. Όταν έφτασα στην πόρτα, γύρισα. «Ήταν τέλειο», είπα.

«Ήταν», συμφώνησε.

Κλείνοντας την πόρτα πίσω μου, ένιωσα μια απίστευτη ελαφρότητα. Ο διάδρομος ήταν σιωπηλός, οι πληγές στο σώμα μου ελαφριές υπενθυμίσεις. Μερικές φορές, ο κόσμος σου δίνει ένα δώρο που δεν το είχες ζητήσει. Αυτή τη νύχτα, μου έδωσε τον Βαγγέλη. Και αυτό αρκούσε.

Σου άρεσε;

Γίνε ο πρώτος που βαθμολογεί

Μπορεί να σου αρέσουν

Αθήνα: Παρτούζα στο πρώτο ραντεβού

Ορίζω πάνω από το Μοναστηράκι γύρω στις τρεισήμισι τα ξημερώματα. Μια ψηλή, καστανιάρα μούναρα με κολλητό, κοντομάνικο φόρεμα φιλοξενεί κάθε βλέμμα καθώς ανεβαίνει την Ερμού. Ακολουθώ σε απόσταση, κρυμμένος στο ημίφως. Δ…

6' ανάγνωση1 αναγνώσεις

Απόκριες με τη Στέλλα στο γυμναστήριο

Η Στέλλα μπήκε στο γυμναστήριο λίγο μετά τις οκτώ το βράδυ, όταν οι περισσότεροι είχαν ήδη φύγει. Φορούσε ένα μαύρο αθλητικό κολάν που έσφιγγε τους γλουτούς της σαν να τους είχε ζωγραφίσει πάνω της και ένα κοντό αθλητικό…

7' ανάγνωση2 αναγνώσεις

Ο αγέρας και ο καφές της Μυρτώς

Ο αέρας στις Σποράδες, ακόμα και τον Μάιο, κρατάει μια δροσιά που σου θυμίζει ότι η θάλασσα είναι ακόμα γυμνή. Στέκομουνα στο μικρό κατάστρωμα του «Ατέρα», το παλιό μου ιστιοπλοϊκό που μοιάζει περισσότερο με γεροδεμένο γ…

22' ανάγνωση2 αναγνώσεις