Η τελευταία παράδοση

Η τελευταία παράδοση
Φωτογραφία: Pexels

Η Λυδία, 38 ετών, άνοιξε την πόρτα με μόνο ένα λευκό πουκάμισο που μόλις κάλυπτε τους γοφούς της. Μπροστά της στεκόταν ο Βαγγέλης, 42 ετών, ο πρώην εραστής που δεν είχε δει επτά χρόνια. Τα μάτια του σκοτείνιασαν αμέσως μόλις την είδε.

«Δεν έπρεπε να έρθεις», ψιθύρισε εκείνη, αλλά το σώμα της ήδη έγειρε προς τα εμπρός.

«Το ξέρω», απάντησε αυτός με βαριά φωνή και μπήκε μέσα χωρίς να περιμένει πρόσκληση.

Μόλις η πόρτα έκλεισε, τα χέρια του την άρπαξαν από τη μέση. Το φιλί τους δεν είχε καμία τρυφερότητα· ήταν βίαιο, πεινασμένο, γεμάτο οδύνη και οργή. Οι γλώσσες τους μπλέχτηκαν άγρια ενώ τα δάχτυλά του χώθηκαν κάτω από το πουκάμισο και βρήκαν το μουνί της ήδη υγρό. Δύο χοντρά δάχτυλα μπήκαν μέσα της χωρίς προειδοποίηση, κάνοντάς την να βγάλει μια πνιχτή κραυγή μέσα στο στόμα του.

«Γαμήσου… ακόμα στάζεις για μένα», γρύλισε ο Βαγγέλης και την σήκωσε σαν να μην ζύγιζε τίποτα. Τα πόδια της τυλίχτηκαν γύρω από τη μέση του ενώ εκείνος την πήγε κατευθείαν στο τραπέζι της κουζίνας. Με μια κίνηση σάρωσε ό,τι υπήρχε πάνω του και την ξάπλωσε ανάσκελα.

Η Λυδία άνοιξε τα πόδια της διάπλατα, δείχνοντάς του το ξυρισμένο, πρησμένο μουνί της που έλαμπε από χυμούς. Ο Βαγγέλης γονάτισε, έβγαλε τη ζώνη του με θόρυβο και βούτηξε το πρόσωπό του ανάμεσα στα πόδια της. Η γλώσσα του χάιδεψε την κλειτορίδα της με δυνατές, επίμονες σπρώξιες ενώ δύο δάχτυλα την έσκαβαν βαθιά, λυγίζοντας μέσα της και βρίσκοντας αμέσως το σημείο που την έκανε να τρέμει.

«Αααχ… γαμώτο, Βαγγέλη…» ψέλλισε εκείνη, πιάνοντας τα μαλλιά του με δύναμη. Το στόμα του έκανε θόρυβο υγρό, βρώμικο, καθώς ρουφούσε τα χείλη της και έγλειφε τα υγρά που κυλούσαν μέχρι τον κώλο της. Η Λυδία άρχισε να σπαρταράει, οι γοφοί της ανασηκώνονταν μανιασμένα προς το πρόσωπό του.

Δεν άντεξε άλλο. Σηκώθηκε απότομα, τον έσπρωξε πίσω και γονάτισε μπροστά του. Το παντελόνι του κατέβηκε βιαστικά και ο πούτσος του πετάχτηκε έξω· χοντρός, φλεβιασμένος, με τη γυαλιστερή κεφαλή ήδη να στάζει προχύματα. Η Λυδία τον πήρε ολόκληρο στο στόμα της χωρίς δισταγμό, μέχρι που η μύτη της ακούμπησε στα αρχίδια του. Έβγαλε έναν βαθύ, πνιχτό ήχο καθώς τον κατάπινε, με τα σάλια της να τρέχουν από τις γωνίες των χειλιών της.

«Ναι… έτσι, γάμα το στόμα σου», μουρμούρισε ο Βαγγέλης, κρατώντας το κεφάλι της και σπρώχνοντας τους γοφούς του. Τα μάτια της δάκρυσαν, αλλά δεν σταμάτησε· τον έγλειφε, τον ρουφούσε, τον έπαιζε με τη γλώσσα της γύρω από την κεφαλή ενώ το ένα χέρι της ζύμωνε τα βαριά αρχίδια του.

Δεν άντεξαν άλλο κανένας από τους δύο.

Την σήκωσε όρθια, την γύρισε με δύναμη και την έσκυψε πάνω στο τραπέζι. Τα πόδια της άνοιξαν από μόνα τους. Ο Βαγγέλης έπιασε τον χοντρό πούτσο του και τον έτριψε πάνω στα υγρά χείλη της, βρέχοντάς τον καλά. Με μια δυνατή ώθηση μπήκε μέχρι τα αρχίδια μέσα της.

«Ωωωω… γαμώτο!» ούρλιαξε η Λυδία.

Ο ρυθμός ήταν άγριος από την πρώτη στιγμή. Το τραπέζι κροτούσε πάνω στο πάτωμα με κάθε σπρώξιμο. Ο πούτσος του έβγαινε σχεδόν ολόκληρος και ξαναμπαινε με δύναμη, κάνοντας τα χείλη του μουνιού της να κοκκινίζουν και να πρήζονται. Τα υγρά τους έτρεχαν στα πόδια της, κάνοντας θόρυβο υγρό, βρώμικο, κάθε φορά που τα αρχίδια του χτυπούσαν πάνω στην κλειτορίδα της.

«Πιο δυνατά… γάμα με πιο δυνατά», ικέτευσε εκείνη με σπασμένη φωνή.

Ο Βαγγέλης την άρπαξε από τα μαλλιά, τράβηξε το κεφάλι της προς τα πίσω και την πήδηξε ακόμα πιο άγρια. Το δωμάτιο γέμισε από τον ήχο σάρκας πάνω σε σάρκα, από τα βογκητά της και τα βαριά του γρυλίσματα.

Ξαφνικά την τράβηξε πάνω του χωρίς να βγει από μέσα της. Τα χέρια του την κράτησαν κάτω από τους μηρούς, ανοίγοντάς την διάπλατα στον αέρα. Την πήγαινε πάνω στον πούτσο του σαν κούκλα, βαθιά, γρήγορα, αλύπητα. Τα στήθη της αναπηδούσαν μέσα στο πουκάμισο, οι θηλές της σκληρές σαν πέτρα.

«Θα χύσω…» βρυχήθηκε εκείνος.

«Μέσα… γέμισέ με ολόκληρη», κατάφερε να πει η Λυδία, τρέμοντας ολόκληρη.

Με ένα βαθύ, ζώο-like γρύλισμα, ο Βαγγέλης την κάρφωσε μέχρι το βάθος και ξέσπασε. Χοντρές, καυτές ριπές σπέρματος εκτοξεύτηκαν βαθιά μέσα της, γεμίζοντας την μήτρα της. Η Λυδία τινάχτηκε σε δυνατό οργασμό, το μουνί της σφίχτηκε γύρω του σαν μέγγενη, ρουφώντας κάθε σταγόνα ενώ τα υγρά της ανάμειξαν με το σπέρμα του και κυλούσαν κάτω στους μηρούς της.

Έμειναν έτσι για λίγα δευτερόλεπτα, λαχανιασμένοι, ιδρωμένοι, ενωμένοι.

Ο Βαγγέλης την κατέβασε αργά. Το πούτσα του γλίστρησε έξω από το κατακόκκινο, γεμάτο σπέρμα μουνί της. Μια χοντρή λευκή κλωστή κρεμόταν ανάμεσα στα χείλη της και την κεφαλή του πούτσου του.

Η Λυδία γύρισε, τον κοίταξε στα μάτια, και με ένα βρώμικο χαμόγελο έσκυψε και πήρε την τελευταία σταγόνα που έτρεχε από την κεφαλή του με τη γλώσσα της.

«Τώρα πήγαινε», ψιθύρισε με φωνή ακόμα τρεμάμενη. «Και μην ξανάρθεις… εκτός αν θες να με σκοτώσεις την επόμενη φορά.»

Ο Βαγγέλης την φίλησε άγρια για τελευταία φορά, γεύτηκε τον εαυτό του στα χείλη της, και βγήκε από το διαμέρισμα χωρίς να πει λέξη.

Η πόρτα έκλεισε πίσω του με ένα κλικ που ακούστηκε σαν τελεσίδικη απόφαση.

Σου άρεσε;

Γίνε ο πρώτος που βαθμολογεί

Μπορεί να σου αρέσουν