Η αργία του γραφείου

Η Σοφία, 38 χρονών, παντρεμένη με δύο παιδιά, ένιωσε την καρδιά της να χτυπάει σαν τρελή όταν ο Ανδρέας, 42 ετών, διευθυντής του λογιστηρίου, έκλεισε την πόρτα του γραφείου του πίσω της. Ήταν γνωστοί εδώ και έξι χρόνια. Πάντα ευγενικός, πάντα ελεγχόμενος. Μέχρι σήμερα.
«Δεν αντέχω άλλο να σε βλέπω κάθε πρωί και να κάνω ότι δεν σε θέλω», της είπε με φωνή βαριά, σχεδόν θυμωμένη.
Δεν περίμενε απάντηση. Την τράβηξε από τη μέση και τη φίλησε άγρια, σαν να ήθελε να την καταπιεί. Η γλώσσα του μπήκε βαθιά στο στόμα της, υγρή και απαιτητική. Η Σοφία έβγαλε έναν πνιχτό ήχο, κάτι ανάμεσα σε διαμαρτυρία και παράκληση. Τα χέρια του Ανδρέα κατέβηκαν αμέσως στον κώλο της, σφίγγοντας τις σφαιρικές σάρκες πάνω από τη στενή φούστα της.
«Σήκω τη φούστα», της είπε κοφτά.
Εκείνη υπάκουσε τρέμοντας. Τα δάχτυλά του γλίστρησαν μέσα στο λεπτό της σλιπάκι και βρήκαν αμέσως το μουνί της ήδη μουσκεμένο. Δύο δάχτυλα χώθηκαν μέσα της μεμιάς, βαθιά, μέχρι τον αρθρωτό κόμπο. Η Σοφία έσφιξε τα χείλη της για να μην φωνάξει. Το γραφείο ήταν δίπλα στο open space· όλοι ήταν ακόμα μέσα.
Ο Ανδρέας την έσπρωξε πάνω στο γραφείο, ανάμεσα σε φακέλους και οθόνες. Γονάτισε πίσω της, κατέβασε το σλιπάκι της μέχρι τους αστραγάλους και βούτηξε το πρόσωπό του ανάμεσα στους μηρούς της. Η γλώσσα του άνοιξε τα χείλη του μουνιού της, γλείφοντας τον χυμό που έτρεχε πια άφθονος. Έπιασε την κλειτορίδα της ανάμεσα στα χείλη του και την ρουφήξε δυνατά, ενώ δύο δάχτυλα δούλευαν μέσα της με γρήγορες, σκληρές κινήσεις. Ο ήχος ήταν obscene – υγρός, γλοιώδης, γεμάτος από τα πνιχτά της βογκητά.
«Γαμώτο… Ανδρέα…» ψέλλισε εκείνη, πιάνοντας την άκρη του γραφείου μέχρι που τα δάχτυλά της άσπρισαν.
Δεν άντεξε άλλο. Σηκώθηκε, γύρισε και γονάτισε μπροστά του. Με τρεμάμενα χέρια άνοιξε το παντελόνι του. Ο πούτσος του πετάχτηκε έξω – χοντρός, με φλέβες που πάλλονταν, η κεφαλή ήδη γυαλιστερή από προεμφυλικό υγρό. Η Σοφία τον πήρε ολόκληρο στο στόμα της χωρίς προοίμιο. Τον κατάπιε μέχρι τον λαιμό, βγάζοντας έναν πνιχτό ήχο όταν η κεφαλή του χτύπησε στον ουρανίσκο της. Τα αρχίδια του χτυπούσαν στο πιγούνι της κάθε φορά που έμπαινε βαθιά. Ο Ανδρέας έπιασε τα μαλλιά της και άρχισε να γαμάει το στόμα της με γρήγορες, ρηχές κινήσεις, ενώ εκείνη τον κοιτούσε από κάτω με μάτια δακρυσμένα από την πίεση.
«Θέλω να σε γαμήσω», μουρμούρισε εκείνος με φωνή σπασμένη.
Την σήκωσε σαν να μην ζύγιζε τίποτα, την έβαλε πάνω στο γραφείο με τα πόδια ανοιχτά και την τράβηξε στην άκρη. Ο πούτσος του, γυαλιστερός από το σάλιο της, άγγιξε την είσοδο του μουνιού της. Με μία σπρωξιά μπήκε μέχρι τα αρχίδια. Η Σοφία άνοιξε το στόμα της χωρίς να βγάλει ήχο – η αίσθηση ήταν τόσο έντονη που της κόπηκε η ανάσα. Ο Ανδρέας άρχισε να τη γαμάει με δύναμη. Κάθε χτύπημα έβγαζε έναν υγρό, πλαταγιστό ήχο. Τα στήθη της αναπηδούσαν μέσα στο πουκάμισο, οι θηλές της σκληρές σαν πέτρα.
«Πιο δυνατά», ικέτευσε εκείνη.
Εκείνος την άρπαξε από τους μηρούς, την τράβηξε ακόμα πιο κοντά και άρχισε να τη σφυροκοπάει. Το γραφείο κροτούσε ρυθμικά. Το μουνί της είχε γίνει ένας καυτός, υγρός δακτύλιος γύρω από τον πούτσο του. Ένιωθε κάθε φλέβα, κάθε χτύπο της καρδιάς του μέσα της.
Ο Ανδρέας την γύρισε ξανά μπρούμυτα, την έσκυψε πάνω στο γραφείο και μπήκε από πίσω. Αυτή τη φορά ήταν ακόμα πιο βαθιά. Το ένα του χέρι πήγε μπροστά και άρχισε να τρίβει την κλειτορίδα της με γρήγορες, κυκλικές κινήσεις, ενώ ο πούτσος του συνέχιζε να τη διαπερνάει. Η Σοφία έτρεμε ολόκληρη. Τα πόδια της λύγιζαν.
«Θα χύσω…» ψιθύρισε εκείνη με λυγμό.
«Μαζί», γρύλισε ο Ανδρέας.
Την γάμησε ακόμα πιο άγρια, τρεις, τέσσερις, πέντε φορές βαθιά, μέχρι που το μουνί της άρχισε να σφίγγεται γύρω του σε δυναμικές, απελπισμένες συσπάσεις. Η Σοφία έσφιξε τα δόντια της και έτρεμε ολόκληρη, βγάζοντας έναν πνιχτό, μακρόσυρτο ήχο καθώς χυνόταν. Ο Ανδρέας βγήκε από μέσα της την τελευταία στιγμή, έπιασε τον πούτσο του και τον έστρεψε πάνω στον κώλο και την πλάτη της. Παχιά, ζεστά σπέρματα πετάχτηκαν με δύναμη, πιτσιλίζοντας το δέρμα της μέχρι τον αυχένα.
Για λίγα δευτερόλεπτα δεν ακουγόταν τίποτα παρά μόνο η βαριά τους ανάσα.
Ο Ανδρέας έσκυψε, φίλησε την ιδρωμένη της πλάτη και ψιθύρισε στα μαλλιά της:
«Αύριο ίδια ώρα. Και την Παρασκευή θα σε κρατήσω μέχρι αργά.»
Η Σοφία, ακόμα τρέμοντας, χαμογέλασε με τα χείλη πάνω στο ξύλο του γραφείου και απάντησε με φωνή σπασμένη:
«Ναι… κύριε διευθυντά.»
Σου άρεσε;
Γίνε ο πρώτος που βαθμολογεί

