Πάσχα με τα ανοιχτά σκαλιά
Το βιβλιοπωλείο της βροχής
Η βροχή έπεφτε σαν να ήθελε να ξεπλύνει ολόκληρο το Παγκράτι. Η Έλενα σκούπισε με το χέρι το τζάμι του αυτοκινήτου και κοίταξε το στενό πεζοδρόμιο, που είχε μετατραπεί σε μια θολή, γκρίζα λωρίδα. Το σπίτι των γονιών της απείχε ακόμη δέκα λεπτά με τα πόδια — μια διαδρομή που θα την άφηνε μούσκεμα μέχρι το κόκαλο. Αναστέναξε και, βλέποντας την ξεθωριασμένη επιγραφή «ΣΚΑΛΙΑ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ», πήρε μια απόφαση.
Η καμπάνα της εκκλησίας έσπασε τη σιωπή με έναν βαθύ, υπόκωφο ήχο. Ήταν οκτώ το βράδυ, παραμονή Πάσχα. Το βιβλιοπωλείο ήταν σχεδόν άδειο. Μια ζεστή, χρυσαφένια κηλίδα φωτός απλωνόταν στο πάτωμα από ένα φωτιστικό με βιτρό. Η μυρωδιά ήταν η ίδια όπως παλιά: σκόνη, παλιό χαρτί και ξύλο — ένα μείγμα που την ταξίδεψε αμέσως στην ηλικία των δέκα ετών.
Στεκόταν ακίνητη, φορώντας μια ζακέτα που δεν κατάφερνε να την προστατεύσει από το κρύο, όταν ένας ήχος από το πίσω μέρος την ξάφνιασε.
«Συγγνώμη, κλείνουμε σε λίγο…»
Ο Νικόλαος εμφανίστηκε πίσω από ένα ράφι γεμάτο ποιητικές συλλογές. Φορούσε πουλόβερ με V στον λαιμό και είχε τα μαλλιά του λίγο ανακατεμένα, σαν να είχε περάσει πολλές φορές το χέρι του μέσα τους. Σταμάτησε μόλις την είδε. Τα μάτια του, σοβαρά πίσω από τα γυαλιά, έδειξαν πως την είχε αναγνωρίσει αμέσως.
«Έλενα;» είπε έκπληκτος. «Η κόρη του κυρίου Λυκούργου;»
Εκείνη αναδεύτηκε αμήχανα, νιώθοντας μια απροσδόκητη ζεστασιά να ανεβαίνει στον λαιμό της.
«Ναι. Με θυμάσαι;»
«Και βέβαια. Ερχόσουν κάθε καλοκαίρι και περνούσες ώρες εδώ. Ζητούσες πάντα τα ίδια: περιπέτειες, ιστορίες από άλλους κόσμους.» Γέλασε χαμηλόφωνα, σχεδόν ντροπαλά. «Με έκανες να ξαναδιαβάσω τον Βερν όταν ήμουν τριάντα.»
Η Έλενα γέλασε κι εκείνη, αυτή τη φορά αυθόρμητα.
«Κι εσύ μου έδινες πάντα βιβλία που θεωρούσες κατάλληλα για “μεγάλα παιδιά”. Ο *Οιδίπους Τύραννος* στα δεκαπέντε μου ήταν σοκ.»
Πλησίασε και σκούπισε αφηρημένα τα χέρια του στο παντελόνι του.
«Ήσουν έτοιμη. Το κατάλαβα αμέσως.» Η στάση του άλλαξε ελάχιστα. «Θα μείνεις εδώ για λίγο;»
«Για το Πάσχα. Μόνο.» Η λέξη βγήκε πιο απότομα απ’ όσο θα ήθελε. «Εσύ… είσαι ακόμη εδώ.»
«Ακόμη εδώ», επιβεβαίωσε εκείνος. Στο βλέμμα του πέρασε κάτι φευγαλέο, σαν μια σκέψη που δεν θέλησε να εκφράσει. «Δεν σου λείπει το χωριό;»
Η ερώτηση την τσίμπησε.
«Όχι. Δεν μου λείπει το χωριό.»
Μια παύση απλώθηκε ανάμεσά τους, γεμάτη από τον ήχο της βροχής. Ο Νικόλαος κοίταξε προς το παράθυρο.
«Δεν γίνεται να πας πουθενά με τέτοια βροχή. Θέλεις καφέ; Έχουμε ακόμη ζεστό νερό.»
Δεν το σκέφτηκε πολύ.
«Ναι, ευχαριστώ.»
Όταν επέστρεψε με δύο κούπες ελληνικού καφέ, τη βρήκε να χαϊδεύει το εξώφυλλο ενός παλιού βιβλίου του Κάφκα. Κάθισε απέναντί της, στο σκαμπό πίσω από τον πάγκο. Η συζήτηση ξεκίνησε αβίαστα, σαν να είχαν μιλήσει μόλις την προηγούμενη μέρα: βιβλία, συγγραφείς, το ερώτημα αν η λογοτεχνία μπορεί πραγματικά να σώσει έναν άνθρωπο. Και κάπου εκεί, μέσα στην ασφάλεια που δημιουργούσαν η βροχή και το άδειο μαγαζί, οι άμυνές τους άρχισαν να υποχωρούν.
«Κι εσύ;» ρώτησε τελικά η Έλενα, παίζοντας με το φλιτζάνι της. «Δεν σε κουράζει η ησυχία εδώ;»
Ο Νικόλαος σήκωσε το βλέμμα από την κούπα του.
«Η ησυχία είναι κι αυτή ένας θόρυβος, Έλενα. Μερικές φορές ο πιο δυνατός απ’ όλους.»
«Το ξέρω», ψιθύρισε.
Η απλή αυτή παραδοχή τον άγγιξε περισσότερο απ’ όσο περίμενε.
Της μίλησε για τον γάμο του, για τη Φωτεινή, για τις σιωπές τους που είχαν παγώσει και για μια ζωή που έμοιαζε με καλοτακτοποιημένο βιβλιοπωλείο: οργανωμένη, ήσυχη και εντελώς άψυχη. Δεν είπε πολλά, όμως η Έλενα, βυθισμένη στη δική της θλίψη, κατάλαβε όσα άφησε ανείπωτα. Του μίλησε για τον άντρα της στην Αθήνα, για τις διαδρομές που είχαν μετατραπεί σε τούνελ και για την αίσθηση ότι κάθε μέρα έγραφε ξανά και ξανά την ίδια παράγραφο.
«Μοιάζουμε», είπε τελικά ο Νικόλαος.
Οι λέξεις έμειναν ανάμεσά τους σαν μια τολμηρή ομολογία.
Ο καφές είχε κρυώσει. Η βροχή συνεχιζόταν. Ο Νικόλαος κοίταξε το ρολόι του.
«Πρέπει να κλείσω.»
Η Έλενα δεν κουνήθηκε.
«Δεν μπορώ να φύγω ακόμη.»
Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Ο χρόνος έμοιαζε να έχει σταματήσει στο κατώφλι μιας απόφασης που και οι δύο φοβούνταν να παραδεχτούν. Ο Νικόλαος έβγαλε τα κλειδιά του.
«Υπάρχει ένας μικρός αποθηκευτικός χώρος πίσω. Μπορείς να περιμένεις εκεί ώσπου να κοπάσει λίγο η βροχή. Είναι καλύτερα από το να καθόμαστε εδώ.»
Η αποθήκη ήταν μικρότερη απ’ όσο φανταζόταν, σχεδόν γεμάτη με κιβώτια και στοίβες βιβλίων που περίμεναν να ταξινομηθούν ή να αποσυρθούν. Ο αέρας μύριζε χαρτί και λησμονιά. Ο Νικόλαος άναψε ένα μικρό, κιτρινωπό φωτιστικό και έκλεισε την πόρτα πίσω τους.
Η σιωπή ήταν τώρα διαφορετική: πυκνή, ζωντανή, σαν τρίτο πρόσωπο.
«Συγγνώμη για το χάος», είπε, με φωνή πιο αδύναμη απ’ όσο ήθελε.
«Δεν πειράζει.» Η Έλενα στεκόταν μπροστά του, ακουμπώντας το χέρι της σε μια στοίβα παλιών εφημερίδων. «Είναι ήσυχα εδώ.»
«Ναι.»
Κανείς τους δεν ήξερε ποιος κινήθηκε πρώτος. Ίσως να έκαναν και οι δύο το ίδιο βήμα την ίδια στιγμή. Τα χέρια τους συναντήθηκαν, δροσερό δέρμα πάνω σε ζεστό. Το βλέμμα της ήταν μια ανοιχτή ερώτηση· το δικό του, μια θλιμμένη απάντηση.
Και τότε φιλήθηκαν.
Δεν ήταν ένα απλό, τρυφερό φιλί. Ήταν η απελευθέρωση μιας φράσης που κρατούσαν μέσα τους για χρόνια. Ο Νικόλαος την πλησίασε και η Έλενα τον τράβηξε προς το μέρος της, περνώντας τα δάχτυλά της μέσα από τα μαλλιά του. Για μια στιγμή, η βροχή και ο κόσμος έξω έπαψαν να υπάρχουν. Ανάμεσα στις σελίδες χιλιάδων ιστοριών, η δική τους μόλις είχε αρχίσει — με όλη την επιθυμία και την αβεβαιότητα μιας απόφασης που δεν μπορούσαν πια να προσποιηθούν ότι δεν είχαν πάρει.
Ο Νικόλαος ακούμπησε το μέτωπό του στο δικό της. Η Έλενα έκλεισε τα μάτια, προσπαθώντας να ξεχωρίσει την επιθυμία από τον φόβο.
«Περίμενε», ψιθύρισε.
Εκείνος σταμάτησε αμέσως και απομακρύνθηκε ελάχιστα, αφήνοντάς της χώρο.
Για λίγα δευτερόλεπτα άκουγαν μόνο τη βροχή.
«Δεν ξέρω τι κάνουμε», είπε εκείνη.
«Ούτε εγώ», απάντησε. «Και δεν θέλω να προσποιηθώ ότι αυτό δεν θα έχει συνέπειες.»
Η ειλικρίνειά του δεν έσβησε την έλξη. Την έκανε, όμως, πιο πραγματική. Έμειναν κοντά, χωρίς να βιαστούν να αποφασίσουν τι θα ακολουθούσε. Όταν τελικά φιλήθηκαν ξανά, ήταν με μεγαλύτερη τρυφερότητα και με την επίγνωση πως δεν μπορούσαν να επιστρέψουν ακριβώς σε ό,τι ήταν πριν.
***
Η εβδομάδα του Πάσχα έγινε ένας περίπλοκος χορός υποκρισίας. Στο τραπέζι των γονιών της, ανάμεσα στο αρνί και στα παράπονα της μητέρας της για την ακρίβεια, το κινητό της Έλενας φωτιζόταν κάτω από το τραπεζομάντιλο.
*Σε σκέφτομαι*, έγραφε ο Νικόλαος.
Εκείνη κοιτούσε την οθόνη για ώρα προτού απαντήσει.
*Κι εγώ. Αλλά πρέπει να σκεφτούμε τι σημαίνει αυτό.*
Τα μηνύματα συνέχιζαν να έρχονται, ενώ γύρω τους οι συγγενείς συζητούσαν για την πολιτική και το γλέντι. Κάθε φορά που συναντούσε τον Νικόλαο, η Έλενα ένιωθε την ένταση να επιστρέφει. Τώρα, όμως, υπήρχε και κάτι άλλο: η γνώση πως πίσω από την επιθυμία υπήρχαν άνθρωποι που θα πληγώνονταν.
Η Φωτεινή ήταν παντού. Στη λειτουργία του Μεγάλου Σαββάτου στεκόταν δίπλα στον Νικόλαο, κρατώντας τον από τον αγκώνα. Έμοιαζε ήρεμη και συγκροτημένη, με ένα μικρό χαμόγελο στα χείλη. Τα μάτια της, όμως, παρατηρούσαν προσεκτικά το πλήθος. Όταν σταμάτησαν στην Έλενα, το βλέμμα τους κράτησε λίγο περισσότερο απ’ όσο θα ήταν φυσικό. Μια ψυχρή ανατριχίλα διαπέρασε την πλάτη της.
Το επόμενο πρωί συναντήθηκαν στο βιβλιοπωλείο, πριν αρχίσουν οι προετοιμασίες για το πασχαλινό τραπέζι. Ο πάνω όροφος ήταν σχεδόν άδειος, με ένα παλιό περσικό χαλί που μύριζε ναφθαλίνη.
«Η Φωτεινή με ρώτησε αν γνωρίζω κάποια Έλενα από την Αθήνα», είπε ο Νικόλαος, κοιτάζοντας το πάτωμα. «Είπε πως σε είδε να κοιτάζεις επίμονα προς το βιβλιοπωλείο.»
Η καρδιά της Έλενας χτύπησε δυνατά.
«Και τι της είπες;»
«Ότι πολλοί άνθρωποι κοιτούν τα βιβλία. Ότι δεν γνωρίζω τα ονόματα όλων των πελατών.» Σήκωσε το βλέμμα του. «Υποψιάζεται κάτι. Είναι παρατηρητική.»
Ο φόβος έκανε την επιθυμία πιο οδυνηρή. Συναντήθηκαν ξανά, μα αυτή τη φορά η ένταση δεν είχε μόνο πάθος· είχε και αγωνία. Κάθισαν κοντά, μίλησαν χαμηλόφωνα και αντάλλαξαν φιλιά που έμοιαζαν περισσότερο με αποχαιρετισμό παρά με υπόσχεση.
«Θα γυρίσω στην Αθήνα», του είπε η Έλενα. «Κι εσύ θα μείνεις εδώ, με εκείνη.»
«Μην το λες ακόμη», απάντησε εκείνος, κρατώντας τα χέρια της. «Δεν ξέρω πώς θα εξελιχθούν όλα.»
«Αυτό ακριβώς είναι που με φοβίζει. Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να ζούμε μόνο ανάμεσα σε κρυφές συναντήσεις και δικαιολογίες.»
Ο Νικόλαος δεν απάντησε αμέσως. Έξω, το χωριό ετοιμαζόταν για το μεγάλο πασχαλινό γλέντι, αγνοώντας το ρήγμα που είχε ανοίξει στη ζωή τους.
Λίγο μετά τις πέντε, η Έλενα επέστρεψε στο «Σκαλιά». Το βιβλιοπωλείο ήταν ήσυχο, με το ανοιξιάτικο φως να πέφτει από το παράθυρο. Ο Νικόλαος τακτοποιούσε τον χώρο. Δεν χρειάστηκαν πολλά λόγια. Της έδειξε την αποθήκη και εκείνη τον ακολούθησε.
Μόλις έκλεισε η πόρτα, στάθηκαν για λίγο αντικριστά.
«Δεν μπορώ να συνεχίσω έτσι», είπε ο Νικόλαος.
«Ούτε εγώ.»
Φιλήθηκαν, αυτή τη φορά με μια τρυφερότητα που τους έκανε να νιώσουν ακόμη πιο έντονα το βάρος της κατάστασης. Η οικειότητα ανάμεσά τους είχε μεγαλώσει, αλλά μαζί της μεγάλωνε και η ενοχή. Η Έλενα ήξερε πως είχε αρχίσει να τον γνωρίζει πραγματικά· ήξερε, όμως, και πως η σχέση τους στηριζόταν σε μια σειρά από ψέματα.
Το κινητό του δονήθηκε. Κοιτάχτηκαν και οι δύο προς τον ήχο.
«Πρέπει να απαντήσω», είπε εκείνος.
Η Έλενα έκανε ένα βήμα πίσω. Ο Νικόλαος σήκωσε το τηλέφωνο.
«Ναι, αγάπη μου», είπε στη γυναίκα του, με φωνή παράξενα ήρεμη. «Είμαι ακόμη στο βιβλιοπωλείο. Έχω μια εκκρεμότητα με τον προμηθευτή. Θα έρθω σύντομα.»
Η Έλενα γύρισε το πρόσωπό της αλλού. Τα λόγια του ακούγονταν συνηθισμένα, σχεδόν αθώα. Αυτό ήταν που τα έκανε τόσο σκληρά.
Όταν έκλεισε την κλήση, ο Νικόλαος άφησε το κινητό στο τραπέζι και πέρασε τα χέρια του στο πρόσωπό του.
«Δεν μπορώ να συνεχίσω να της λέω ψέματα», είπε.
«Τότε μην το κάνεις», απάντησε η Έλενα. «Αλλά μην πάρεις μια απόφαση μόνο και μόνο επειδή φοβάσαι ότι θα με χάσεις. Πρέπει να ξέρεις τι θέλεις, ακόμη κι αν εγώ δεν είμαι μέρος της απάντησης.»
Εκείνος την κοίταξε, σαν να την έβλεπε για πρώτη φορά χωρίς την ομίχλη της επιθυμίας.
«Θα της μιλήσω», είπε τελικά. «Θα της πω την αλήθεια.»
Η Έλενα πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Κι εγώ θα μιλήσω στον άντρα μου.»
Δεν ήταν υπόσχεση πως θα έμεναν μαζί. Ήταν η απόφαση να σταματήσουν να κρύβονται πίσω από τις ζωές που είχαν χτίσει.
Ο Νικόλαος άγγιξε απαλά το πρόσωπό της. Της έδωσε ένα τελευταίο φιλί κοντά στην πόρτα της αποθήκης, με τη γεύση των δακρύων και της αβεβαιότητας. Ήταν γλυκό και πικρό μαζί — το μόνο βέβαιο σε έναν κόσμο που είχε αρχίσει να καταρρέει.
Όταν η Έλενα βγήκε στο στενό, ο ήλιος του Απριλίου έπεφτε λοξά και ζωγράφιζε μακριές σκιές στους τοίχους. Η γειτονιά επέστρεφε αργά στη συνηθισμένη της ησυχία μετά το γλέντι. Περπάτησε προς το αυτοκίνητό της χωρίς να γυρίσει πίσω.
Κουβαλούσε μέσα της μια φλόγα. Ίσως κάποτε να άναβε δύο καινούριες ζωές από τις στάχτες των παλιών. Ίσως να τις έκαιγε και τις δύο, αφήνοντάς τες να επιβιώσουν μόνο στη μυρωδιά των παλιών σελίδων ενός βιβλιοπωλείου που λεγόταν «Σκαλιά».
Σου άρεσε;
Γίνε ο πρώτος που βαθμολογεί

