Μέχρι να τρέχει από παντού

Είμαι τριάντα δύο. Και απόψε η μαλακισμένη αυτή με έκανε να χάσω κάθε ίχνος ελέγχου.
Την έσπρωξα στον τοίχο μόλις κλείσαμε την πόρτα. Το στόμα μου κατέβηκε στο δικό της σαν πεινασμένο ζώο. Της δάγκωσα το κάτω χείλος μέχρι να γευτώ λίγο αίμα, μετά της έχωσα τη γλώσσα βαθιά, ρουφώντας τη σάλια της σαν να ήταν νερό στην έρημο. Μύριζε ήδη σεξ. Μύριζε υγρασία, ιδρώτα και αυτή τη γλυκόξινη μυρωδιά από την κλειτορίδα της που είχε ήδη αρχίσει να στάζει.
«Γάμα με σαν σκύλα», μου ψιθύρισε με βραχνή φωνή, τα μάτια της μισόκλειστα. «Θέλω να με σκίσεις. Θέλω να με γεμίσεις μέχρι να τρέχει από παντού.»
Την σήκωσα και την πέταξα στο κρεβάτι. Της έσκισα το στρινγκ με τα χέρια. Ήταν ήδη τελείως μουσκεμένη. Όχι απλά βρεγμένη. Σταλαγματιές έτρεχαν από τα χείλη της κάτω στους μηρούς, γυαλιστερές, παχιές, και όταν άνοιξα τα πόδια της διάπλατα, είδα το κολπικό της στόμιο να σφίγγει και να χαλαρώνει, να βγάζει κι άλλες σταγόνες που έπεφταν στο σεντόνι με μικρό, υγρό ήχο.
Έβαλα το πρόσωπό μου ανάμεσα στα πόδια της και ρούφηξα. Ο ήχος ήταν αηδιαστικά ωραίος. Σουπ, σουπ, πλατς. Η γλώσσα μου χώθηκε μέσα της και το υγρό της κύλησε στο στόμα μου, πηχτό, ζεστό, με αυτή τη μεταλλική-γλυκιά γεύση που μόνο μια πραγματικά διεγερμένη γυναίκα έχει. Ήπια. Ήπια σαν να ήθελα να την αδειάσω. Τα χείλη μου γλιστρούσαν πάνω στα δικά της, πλατς-πλατς-πλατς, και κάθε φορά που ρουφούσα την κλειτορίδα της, αυτή ούρλιαζε και έσπρωχνε τη μέση της πάνω στο στόμα μου.
«Ναι, ρούφα με, μαλάκα… πιο βαθιά… γλείψε με μέχρι να πνιγείς στο ζουμί μου… Ααααα, γαμώτο, νιώθω τη γλώσσα σου να μπαίνει… είμαι τόσο ανοιχτή…»
Της έχωσα δύο δάχτυλα μονομιάς. Το κολπικό της τοίχωμα ήταν καυτό και γλιστερό. Έτριξα τα δάχτυλα μέσα της, πλατς-πλατς-πλατς, και το υγρό πεταγόταν έξω σε μικρές σταγόνες που χτυπούσαν στο πηγούνι μου. Πρόσθεσα και τρίτο. Την ένιωσα να τεντώνεται, να καίνε τα χείλη της από το άνοιγμα, αλλά αντί να τραβηχτεί, άνοιξε ακόμα περισσότερο τα πόδια.
«Πόνεσέ με», μου είπε με σπασμένη φωνή. «Θέλω να νιώθω ότι με σκίζεις. Θέλω να είμαι τόσο ανοιχτή που να μπαίνει όλο το χέρι σου αν θέλεις. Γέμισέ με. Γέμισέ με μέχρι να πονάει ωραία.»
Σηκώθηκα. Έβγαλα το πουλί μου. Ήταν ήδη σκληρό σαν πέτρα, η άκρη γυαλιστερή από προεκσπερματικό υγρό. Της το χώσαμε στο στόμα χωρίς προειδοποίηση. Της έπιασα τα μαλλιά και την τράβηξα πάνω του μέχρι να χτυπήσει η άκρη στον ουρανίσκο και μετά πιο βαθιά, στον λαιμό. Έκανε γκρίνια, πνιγμένα ήχους, αλλά δεν τραβήχτηκε. Σάλια έτρεχε από τις γωνίες του στόματός της, χοντρά νήματα που κρέμονταν και έπεφταν στο στήθος της. Την κουνούσα μπρος-πίσω, πλατς-πλατς από το σάλιο, γκρίνιες από τον λαιμό της κάθε φορά που χτυπούσα βαθιά.
«Πνίξου στο πουλί μου», της είπα. «Ρούφα το μέχρι να τρέχουν τα μάτια σου.»
Όταν την τράβηξα έξω, ένα μακρύ νήμα σάλιου συνέδεε ακόμα τα χείλη της με την άκρη μου. Το έκοψα με το δάχτυλο και της το έχωσα στο στόμα ξανά.
Την γύρισα μπρούμυτα. Της άνοιξα τους γλουτούς. Το κολπικό της στόμιο ήταν ήδη κόκκινο, φουσκωμένο, και από μέσα έτρεχε ένα λεπτό ρυάκι υγρού που έφτανε μέχρι την κλειτορίδα και στάλαζε κάτω. Της χώθηκα μονομιάς, μέχρι το βάθος. Ο ήχος ήταν βρώμικος, υγρός, πλατςςςςς. Την ένιωσα να σφίγγει γύρω μου σαν γροθιά, καυτή, γλιστερή, και ταυτόχρονα να τρέμει από τον ξαφνικό πόνο.
«Ααααααα γαμώτο… με σκίζεις… νιώθω κάθε εκατοστό… είμαι τόσο ανοιχτή… πιο βαθιά, πιο δυνατά…»
Άρχισα να τη γαμάω. Όχι απαλά. Δυνατά. Κάθε χτύπημα έβγαζε ήχο. Πλατς. Πλατς. Πλατς-πλατς-πλατς. Το υγρό της πεταγόταν έξω σε μικρές σταγόνες που χτυπούσαν στους μηρούς μου και έτρεχαν κάτω. Ο ιδρώτας μας ανακατευόταν. Μύριζε σεξ. Μύριζε ιδρώτα, κολπικό υγρό, σάλιο, και αυτή τη βαριά, ζωώδη μυρωδιά που βγαίνει όταν δύο σώματα χτυπιούνται χωρίς έλεος.
Την τράβηξα από τα μαλλιά προς τα πίσω και της μίλησα στο αυτί ενώ συνέχιζα να τη γαμάω:
«Νιώθεις πώς ανοίγεις; Νιώθεις πώς σε γεμίζω; Είσαι τόσο υγρή που ακούγεται από το διπλανό δωμάτιο.»
Εκείνη ούρλιαζε ανάμεσα σε γκρίνιες και βρισιές:
«Ναι… γάμα με πιο σκληρά… θέλω να πονάει… θέλω να νιώθω ότι με σκίζεις στα δύο… είμαι γεμάτη… είμαι τόσο γεμάτη… το πουλί σου με ανοίγει… τρέχει από μένα… ακούς πώς πλατσίζει; Ακούς πόσο πουτάνα είμαι απόψε;»
Την γύρισα ανάσκελα χωρίς να βγω. Τα πόδια της πάνω στους ώμους μου. Την κάρφωσα ακόμα πιο βαθιά. Κάθε χτύπημα έβγαζε ήχο σαν να χτυπούσα νερό. Το υγρό της έτρεχε τώρα σε συνεχές λεπτό ρυάκι κάτω από τον κώλο της, σχηματίζοντας μια σκοτεινή κηλίδα στο σεντόνι. Το δέρμα μας χτυπιόταν, πλατς-πλατς-πλατς, ιδρωμένο, κολλώδες. Η μυρωδιά ήταν τόσο δυνατή που ένιωθα να μπαίνει στα ρουθούνια μου με κάθε ανάσα.
Της έσκυψα και της δάγκωσα το στήθος ενώ συνέχιζα. Μετά κατέβηκα και της έγλειψα το λαιμό, γευόμενος τον ιδρώτα της. Ήταν αλμυρός και ανακατεμένος με τη μυρωδιά του σεξ.
«Θέλω να με γεμίσεις», μου είπε με σπασμένη φωνή, τα μάτια της θολά. «Θέλω να νιώσω το σπέρμα σου να με καίει μέσα. Θέλω να τρέχει από μένα όταν βγεις. Γέμισέ με, μαλάκα. Γέμισέ με μέχρι να ξεχειλίσω.»
Ένιωσα τον οργασμό να ανεβαίνει. Την κάρφωσα όσο πιο βαθιά μπορούσα και άρχισα να χύνω. Το πρώτο κύμα ήταν δυνατό, καυτό. Ένιωσα το σπέρμα να εκτοξεύεται μέσα της σε παχιές, δυνατές ριπές. Η μήτρα της φαινόταν να το ρουφάει. Συνέχισα να κουνιέμαι, σπρώχνοντας το σπέρμα ακόμα πιο βαθιά, ενώ αυτή ούρλιαζε:
«Ναι… ναι… νιώθω… νιώθω το ζεστό… με γεμίζεις… Αααααα γαμώτο… τρέχει ήδη… νιώθω να ξεχειλίζει…»
Όταν άρχισα να βγαίνω αργά, το μείγμα σπέρματος και κολπικού υγρού ακολούθησε. Παχύ, λευκό, γυαλιστερό. Πρώτα μια παχιά σταγόνα στην άκρη του πουλιού μου, μετά ένα λεπτό ρυάκι που κύλησε από το ανοιχτό, κόκκινο, πρησμένο στόμιο της και κατέβηκε ανάμεσα στους γλουτούς της. Άλλο ένα κύμα βγήκε όταν τράβηξα τελείως έξω. Το υγρό έτρεχε αργά, κολλώδες, ανακατεμένο, και κάθε μικρή σύσπαση του κόλπου της έβγαζε κι άλλη ποσότητα που στάλαζε στο σεντόνι με μικρό, υγρό ήχο.
Της άνοιξα τα πόδια ακόμα περισσότερο και κοίταξα. Το κολπικό της στόμιο παρέμενε μισάνοιχτο, παλλόμενο, και από μέσα έτρεχε ακόμα το μείγμα σε αργές, παχιές σταγόνες. Έβαλα δύο δάχτυλα και τα έβγαλα γεμάτα. Τα έχωσα στο στόμα της. Τα ρούφηξε χωρίς δισταγμό, γλείφοντας τα δάχτυλά μου καθαρά ενώ μουρμούριζε:
«Γεύσου πόσο βρώμικη είμαι… γεύσου πόσο με γέμισες… θέλω κι άλλο… θέλω να με ξαναγεμίσεις μέχρι να μη μπορώ να περπατήσω.»
Την τράβηξα πάνω μου. Το πρόσωπό της κατέβηκε στο πουλί μου που ακόμα έσταζε. Το ρούφηξε ολόκληρο, γλείφοντας το μείγμα από πάνω του, πλατς-πλατς, ενώ τα χέρια της άνοιγαν τα χείλη της και άφηναν το υπόλοιπο σπέρμα να τρέχει πιο ελεύθερα.
Η μυρωδιά στο δωμάτιο ήταν βαριά. Ιδρώτας, σπέρμα, κολπικό υγρό, σάλιο. Ο αέρας μύριζε σεξ. Τα σεντόνια ήταν μουσκεμένα. Το δέρμα μας κολλώδες. Και εκείνη συνέχιζε να γλείφει, να ρουφάει, να μουρμουρίζει βρώμικα λόγια με το στόμα γεμάτο από το ίδιο το υγρό που μόλις είχα χύσει μέσα της.
«Πιο βαθιά την επόμενη φορά», είπε τελικά, κοιτάζοντάς με με μάτια γεμάτα πείνα. «Θέλω να με σκίσεις πραγματικά. Θέλω να πονάει τόσο πολύ που να μην ξέρω αν κλαίω από ηδονή ή από πόνο. Και μετά θέλω να με γεμίσεις ξανά. Και ξανά. Μέχρι να τρέχει από παντού και να μη μπορώ να κλείσω τα πόδια μου.»
Την τράβηξα ξανά πάνω μου. Το πουλί μου ήδη ξανάσκληραινε. Και αυτή χαμογέλασε με αυτό το βρώμικο, πεινασμένο χαμόγελο ενώ άνοιγε τα πόδια της διάπλατα, αφήνοντας το υπόλοιπο σπέρμα να στάζει ακόμα από μέσα της.
Σου άρεσε;
Γίνε ο πρώτος που βαθμολογεί

