Το κόκκινο φόρεμα

Το κόκκινο φόρεμα
Φωτογραφία: Emiliano Vittoriosi / Unsplash

Το ξενοδοχείο έμοιαζε με λευκό όνειρο, ανοιχτό στο φως και στον αέρα, σαν να μην έκρυβε κανένα μυστικό. Ο ήλιος των Αποκριών γυάλιζε πάνω στους τοίχους και έκανε τα πάντα να μοιάζουν καθαρά, σχεδόν αθώα. Κι όμως, κάτω από αυτή τη φωτεινότητα, ένιωθα πως κάτι μέσα μου είχε ήδη αρχίσει να σκοτεινιάζει.

Η Καλλιόπη στεκόταν κοντά στην είσοδο της αίθουσας. Φορούσε το κόκκινο φόρεμα που είχα δει παλιότερα σε μια φωτογραφία από ένα πάρτι στο οποίο δεν είχα προσκληθεί. Το ύφασμα αγκάλιαζε τη μέση και τους γοφούς της, ενώ η ανοιχτή πλάτη του άφηνε ακάλυπτο ένα μέρος του δέρματός της. Τώρα δεν ήταν πια μια εικόνα στην οθόνη μου. Ήταν λίγα βήματα μακριά μου, αληθινή και απρόσιτη.

Το κρασί είχε γεύση άγουρου σταφυλιού, έντονη και λίγο στυφή. Έπινα αργά, μα η ζέστη της αίθουσας και η μουσική της λύρας, που ακουγόταν από την άλλη άκρη του χώρου, έκαναν τις σκέψεις μου να μπερδεύονται. Οι νότες θύμιζαν πως βρισκόμασταν στην Κρήτη, σε μια γιορτή όπου όλοι έμοιαζαν να έχουν αφήσει για λίγο στην άκρη τις έγνοιες τους.

Όλοι εκτός από εμένα.

Ο Διονύσης γελούσε δυνατά ανάμεσα σε μια παρέα γνωστών και αγνώστων. Είχε αυτό το χάρισμα να κάνει τους ανθρώπους να νιώθουν πως ήταν φίλοι του από χρόνια. Δεν τον κοίταζα. Δεν μπορούσα. Η παρουσία του γινόταν ολοένα πιο βαριά, σαν υπενθύμιση ενός ορίου που ήξερα ότι δεν έπρεπε να περάσω.

Κι όμως, το χέρι μου βρέθηκε στον ώμο της Καλλιόπης.

«Σου αρέσει η μουσική;» με ρώτησε, γυρίζοντας ελαφρά προς το μέρος μου.

Άργησα να απαντήσω. Τα δάχτυλά μου κινήθηκαν σχεδόν ασυναίσθητα από τον ώμο της προς τον λαιμό της. Το δέρμα της ήταν ζεστό κάτω από την αφή μου. Τράβηξα το χέρι μου, μα εκείνη δεν απομακρύνθηκε.

«Είναι… παραδοσιακή», είπα τελικά.

Η φωνή μου ακουγόταν ξένη ακόμη και στ’ αυτιά μου.

Τότε ακούστηκε ξανά το γέλιο του Διονύση, πιο δυνατό από πριν. Για μια στιγμή σκέφτηκα πως γελούσε μαζί μας, πως είχε καταλάβει. Ύστερα θυμήθηκα ότι ο Διονύσης ζούσε σε έναν κόσμο όπου όλα ήταν απλά. Οι σκιές, πίστευε, υπήρχαν μόνο όταν κάποιος επέμενε να τις κοιτάζει.

«Το κόκκινο σου πηγαίνει», της είπα.

«Το ξέρω», απάντησε.

Στο πείσμα της υπήρχε κάτι που με έκανε να χαμογελάσω, αν και η αίσθηση της ενοχής εξακολουθούσε να με τρώει. Οι ήχοι από τα πιάτα, τις κουβέντες και τα γέλια άρχισαν να απομακρύνονται, σαν να βυθίζονταν κάτω από το νερό. Κάποιος χτύπησε ένα ποτήρι και ο ήχος του έσκισε για μια στιγμή τη φασαρία.

«Διονύση!» φώναξε κάποιος από την παρέα.

Η Καλλιόπη άνοιξε τα χείλη της, σαν να ήθελε να πει κάτι, αλλά άλλαξε γνώμη. Η μουσική σταμάτησε για λίγο. Η σιωπή που ακολούθησε κράτησε ελάχιστα, όμως μέσα μου απλώθηκε σαν να είχε όλο τον χρόνο του κόσμου.

Η Καλλιόπη σηκώθηκε. Το φόρεμά της κινήθηκε γύρω από τα πόδια της σαν φλόγα. Την ακολούθησα χωρίς να σκεφτώ.

Ο κήπος βρισκόταν πίσω από το ξενοδοχείο, κρυμμένος από τα βλέμματα των περισσότερων καλεσμένων. Οι μπουκαμβίλιες σκαρφάλωναν στους πέτρινους τοίχους και τα άνθη τους έμοιαζαν σχεδόν μαύρα κάτω από το φως του φεγγαριού. Η μυρωδιά τους ήταν γλυκιά και βαριά, σαν ανάμνηση ενός φιλιού που δεν έπρεπε να είχε δοθεί.

Η Καλλιόπη στάθηκε με την πλάτη προς το μέρος μου.

«Σε ζηλεύω», είπε.

Η ηρεμία της με αιφνιδίασε περισσότερο απ’ όσο θα με αιφνιδίαζε μια φωνή.

«Γιατί;»

Γύρισε το κεφάλι της. Τα χείλη της βρέθηκαν τόσο κοντά στο πηγούνι μου, που ένιωσα την ανάσα της.

«Επειδή μπορείς να αγαπάς χωρίς να προσπαθείς να κρατήσεις τον άλλον δικό σου.»

Έβγαλα ένα σύντομο γέλιο, χωρίς χαρά.

«Δεν αγαπώ, Καλλιόπη.»

«Μη μου λες ψέματα, Λεωνίδα.»

Το όνομά μου στα χείλη της ακούστηκε σαν καταδίκη. Έβαλα το χέρι μου στην πλάτη της, πάνω από το ύφασμα του φορέματος. Ήθελα να την τραβήξω κοντά μου και, την ίδια στιγμή, να κάνω ένα βήμα πίσω.

«Δεν αγαπώ», επανέλαβα. «Απλώς θέλω να σε έχω.»

Με κοίταξε χωρίς να χαμογελάσει.

«Κι αυτό νομίζεις πως δεν είναι αγάπη;»

«Όχι. Η αγάπη δεν είναι ιδιοκτησία. Εγώ…» Σταμάτησα, ψάχνοντας μια λέξη που να μην ακουγόταν τόσο άσχημη. «Εγώ θέλω να σε καταστρέψω.»

Τα λόγια έμειναν ανάμεσά μας σαν λεπίδα. Η Καλλιόπη δεν απομακρύνθηκε. Αντίθετα, έκανε ένα βήμα προς το μέρος μου.

«Κι εγώ θέλω να πάψω να προσποιούμαι πως δεν με νοιάζει τίποτα», ψιθύρισε.

Το όνομα του φίλου μου ανέβηκε στα χείλη μου.

«Διονύσης…»

Η Καλλιόπη έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή.

«Δεν είναι εδώ. Αυτή τη στιγμή είμαστε μόνο εμείς.»

Ήξερα πως αυτό δεν ήταν αλήθεια. Ο Διονύσης βρισκόταν λίγα μέτρα μακριά, μέσα στο ξενοδοχείο, κι η σκέψη του στεκόταν ανάμεσά μας σαν τρίτος άνθρωπος. Όμως η Καλλιόπη άγγιξε το χέρι μου και, για λίγα δευτερόλεπτα, άφησα τον εαυτό μου να ξεχάσει όλα τα υπόλοιπα.

Τη φίλησα στον λαιμό. Εκείνη ακούμπησε το μέτωπό της στον ώμο μου.

«Αν μας πιάσει, θα σε σκοτώσει», είπε.

«Κι όμως, δεν μπορώ να φύγω.»

«Τότε μην κάνεις πως δεν ξέρεις τι κάνεις.»

Σήκωσα το κεφάλι της και την κοίταξα. Δεν υπήρχε αθωότητα ανάμεσά μας, ούτε κάποια δικαιολογία που να μπορούσε να μας σώσει από ό,τι επιλέγαμε. Όταν με φίλησε, ανταποκρίθηκα χωρίς να προσπαθήσω άλλο να πείσω τον εαυτό μου πως μπορούσα να σταματήσω.

***

Η πόρτα του δωματίου έκλεισε πίσω μας με ένα βαρύ κλικ. Το φως ενός μικρού φωτιστικού έπεφτε πάνω στους τοίχους, αφήνοντας τις γωνίες του δωματίου βυθισμένες στη σκιά. Για λίγη ώρα δεν μιλήσαμε. Η Καλλιόπη στεκόταν μπροστά μου με το κόκκινο φόρεμα, κι εγώ ένιωθα πως όσα είχαμε πει στον κήπο είχαν γίνει πιο αληθινά τώρα που δεν υπήρχε πια ο ανοιχτός ουρανός από πάνω μας.

«Αν θέλεις να φύγεις, φύγε τώρα», είπε.

«Δεν θέλω.»

Με πλησίασε και με φίλησε. Το φιλί της είχε θυμό, λαχτάρα και κάτι που έμοιαζε με απελπισία. Την κράτησα κοντά μου, νιώθοντας την ένταση που είχε συσσωρευτεί ανάμεσά μας να υποχωρεί για λίγο, μόνο και μόνο για να επιστρέψει πιο δυνατή.

Δεν υπήρχε τρυφερότητα που να μπορούσε να σβήσει τις συνέπειες. Υπήρχε μόνο η επιλογή μας, και η γνώση πως την κάναμε ενώ ξέραμε ακριβώς ποιον μπορούσε να πληγώσει.

Τα φιλιά μας έγιναν πιο βαθιά. Τα χέρια μας αναζήτησαν το ένα το άλλο, κι όταν τελικά ξαπλώσαμε, ο κόσμος έξω από το δωμάτιο έμοιαζε να έχει απομακρυνθεί. Για λίγο δεν υπήρχαν η γιορτή, ο Διονύσης ή οι ενοχές μου. Υπήρχαμε μόνο εμείς και η σιωπή που είχαμε αφήσει να μεγαλώσει ανάμεσά μας.

Ύστερα ακούστηκε μια φωνή από τον διάδρομο.

«Καλλιόπη; Έχασες το κινητό σου;»

Ήταν ο Διονύσης.

Η Καλλιόπη πάγωσε. Το βλέμμα της συνάντησε το δικό μου. Δεν έμοιαζε φοβισμένη· περισσότερο σαν να προσπαθούσε να αποφασίσει ποια από τις δύο ζωές της θα επέλεγε να συνεχίσει.

«Καλλιόπη;» ακούστηκε ξανά. «Έχεις το κινητό μου ή το δικό σου;»

Εκείνη σηκώθηκε αθόρυβα και πήγε προς το μπάνιο. Άνοιξε τη βρύση, αφήνοντας το νερό να τρέξει για λίγα δευτερόλεπτα. Εγώ έψαξα τα ρούχα μου στο πάτωμα και ντύθηκα βιαστικά. Το δωμάτιο, που πριν από λίγο έμοιαζε με καταφύγιο, είχε μετατραπεί σε παγίδα.

«Λεωνίδα, πρέπει να βιαστούμε», είπε από την πόρτα του μπάνιου. «Το κινητό μου είναι στην τσάντα.»

«Δεν μπορώ να το κάνω αυτό», ψιθύρισα.

«Μπορείς. Απλώς δεν ξέρεις αν θέλεις.»

Πριν προλάβω να απαντήσω, ο Διονύσης χτύπησε την πόρτα.

«Καλλιόπη, άλλο ένα λεπτό και θα μπω!»

Εκείνη πήρε μια βαθιά ανάσα και απάντησε με φωνή σχεδόν ανέμελη:

«Μισό λεπτό, Διονύση! Το βρήκα.»

Πήρε το κινητό από την τσάντα και άνοιξε την πόρτα όσο χρειαζόταν για να του το δώσει. Δεν μπορούσα να δω το πρόσωπό του, μόνο τη σκιά του στον διάδρομο.

«Το είχες κρυμμένο καλά», είπε εκείνος. «Νόμιζα πως το είχες χάσει.»

«Μάλλον το είχα χώσει στην τσάντα και το ξέχασα.»

«Σε περιμένω κάτω στο μπαρ.»

«Σε πέντε λεπτά.»

Τα βήματά του απομακρύνθηκαν. Η Καλλιόπη έκλεισε την πόρτα και γύρισε προς το μέρος μου. Για μια στιγμή κανείς μας δεν μίλησε.

«Γιατί δεν έφυγες;» με ρώτησε.

«Δεν ξέρω.»

«Ξέρεις. Απλώς δεν θέλεις να το πεις.»

Πλησίασα και την αγκάλιασα. Εκείνη ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο μου, αλλά δεν χαλάρωσε εντελώς.

«Δεν είναι αργά να σταματήσουμε», είπε.

«Δεν θέλω να σταματήσω.»

Με κοίταξε για ώρα. Ύστερα με φίλησε, πιο ήρεμα αυτή τη φορά, σαν να μην ήταν βέβαιη αν μου έδινε μια υπόσχεση ή αν αποχαιρετούσε κάτι που δεν είχε ακόμη τελειώσει.

«Τότε φρόντισε να αξίζει ο κίνδυνος», είπε.

Δεν είχα απάντηση.

***

Το πρωινό φως πέρασε μέσα από τις κουρτίνες και χώρισε το δωμάτιο στα δύο. Η Καλλιόπη ήταν ξαπλωμένη δίπλα μου, με την πλάτη γυρισμένη προς το μέρος μου. Το κόκκινο φόρεμα βρισκόταν στο πάτωμα, κοντά στην πόρτα, σαν να ανήκε σε κάποια άλλη γυναίκα. Από το παράθυρο έφτανε η αχνή μυρωδιά της θάλασσας, ανακατεμένη με τον καφέ που ετοιμαζόταν κάπου στο ξενοδοχείο.

«Δεν κοιμάσαι;» ρώτησε χωρίς να γυρίσει.

«Ούτε εσύ.»

Έμεινε σιωπηλή για λίγο.

«Ο Διονύσης φεύγει σήμερα. Θέλει να πάμε στο Ρέθυμνο. Έχει έναν φίλο με γκαλερί και λέει πως ίσως μπορέσει να με βοηθήσει να βρω δουλειά.»

«Θα μπορούσε να φύγει και χωρίς τη γκαλερί», είπα.

Η Καλλιόπη ανασηκώθηκε και με κοίταξε αυστηρά.

«Μη γελάς. Δεν είναι αστείο.»

«Δεν γελάω επειδή είναι αστείο. Γελάω επειδή δεν ξέρω τι άλλο να κάνω.»

«Είναι διαφορετικό;»

Δεν απάντησα. Σηκώθηκα και άνοιξα τις κουρτίνες. Έξω, οι δρόμοι είχαν γεμίσει κόσμο με αποκριάτικες στολές και μάσκες. Τα χρώματα, οι φωνές και τα γέλια έμοιαζαν να ανήκουν σε μια άλλη πραγματικότητα. Η πόλη γιόρταζε, ενώ εγώ προσπαθούσα να καταλάβω τι είχα κάνει.

«Κάποια στιγμή θα πάρει τον δρόμο του», είπε η Καλλιόπη.

«Κάποια στιγμή», επανέλαβα. «Αλλά όχι σήμερα.»

Με ακολούθησε ως το μπάνιο. Στον καθρέφτη είδαμε τις αντανακλάσεις μας δίπλα δίπλα, κουρασμένες και παράξενα ξένες. Τα χέρια της πέρασαν γύρω από τη μέση μου και ακούμπησε το μάγουλό της στην πλάτη μου.

«Κοίτα μας», είπε. «Κοίτα τι κάνουμε.»

Δεν ήξερα αν μιλούσε για τη νύχτα που πέρασε ή για όσα θα μπορούσαν να ακολουθήσουν.

«Θα τον αφήσεις;» τη ρώτησα.

Η Καλλιόπη δεν απάντησε αμέσως.

«Δεν ξέρω. Αλλά ξέρω πως δεν μπορώ να προσποιούμαι ότι δεν συνέβη τίποτα.»

Γύρισα προς το μέρος της. Φιληθήκαμε ξανά, αυτή τη φορά χωρίς βιασύνη. Το φιλί είχε τη γεύση του κρασιού που είχε μείνει στο τραπέζι και μιας αλήθειας που κανείς μας δεν ήταν έτοιμος να αντιμετωπίσει.

«Θα σε ξαναδώ», είπα.

«Μπορεί.»

«Αυτό είναι όλο;»

«Τι άλλο θέλεις να σου υποσχεθώ, Λεωνίδα; Ότι όλα θα πάνε καλά; Δεν μπορώ να σου το πω αυτό.»

Κοίταξα το κόκκινο φόρεμα στο πάτωμα και το σήκωσα. Το ύφασμα ήταν μαλακό ανάμεσα στα δάχτυλά μου.

«Θέλω να το θυμάσαι», είπε.

«Θα το θυμάμαι.»

«Δεν εννοώ μόνο εμένα. Θέλω να θυμάσαι και τι έκανες.»

Τα λόγια της με βρήκαν εκεί όπου πονούσα περισσότερο. Δεν υπήρχε πια τρόπος να βαφτίσω την επιθυμία μου αγάπη και να κρυφτώ πίσω από τη λέξη. Είχα κάνει μια επιλογή. Το ότι τη θέλαμε και οι δύο δεν σήμαινε πως δεν θα υπήρχαν συνέπειες.

Η Καλλιόπη φόρεσε μια ρόμπα και άνοιξε προσεκτικά την πόρτα. Από κάτω έφταναν οι μυρωδιές του καφέ και του πρωινού.

«Πρέπει να ετοιμαστούμε», είπε.

Με κοίταξε για τελευταία φορά πριν βγει. Στο βλέμμα της υπήρχαν όλα όσα δεν μπορούσαμε να πούμε: επιθυμία, φόβος, ζήλια και η αβεβαιότητα για το αύριο.

Έμεινα μόνος στο δωμάτιο με το κόκκινο φόρεμα στα χέρια μου.

***

Μάζεψα τα πράγματά μου αργά, καθυστερώντας όσο μπορούσα τη στιγμή που θα έπρεπε να αντικρίσω τον Διονύση. Όταν κατέβηκα στο λόμπι, τους είδα να περιμένουν κοντά στην είσοδο. Ο Διονύσης κρατούσε τη βαλίτσα του και χαμογελούσε σαν να μην είχε αλλάξει τίποτα. Η Καλλιόπη φορούσε ένα απλό λινό φόρεμα. Το κόκκινο, όμως, είχε μείνει στα μάτια μου σαν φλόγα που δεν έσβηνε.

«Λεωνίδα!» φώναξε ο Διονύσης μόλις με είδε. «Έρχεσαι μαζί μας για καφέ πριν φύγουμε;»

Έσφιξα το κόκκινο φόρεμα μέσα στην τσάντα μου.

«Όχι. Θα φύγω σήμερα. Έχω δουλειά στην Αθήνα.»

Ο Διονύσης έγνεψε, χωρίς να υποψιαστεί τίποτα.

«Κρίμα. Θα τα πούμε την επόμενη φορά.»

Με χτύπησε φιλικά στον ώμο και απομακρύνθηκε προς τη ρεσεψιόν για να ρωτήσει κάτι. Η Καλλιόπη έμεινε για λίγο πίσω. Όταν εκείνος γύρισε την πλάτη, τα δάχτυλά της άγγιξαν τα δικά μου για ένα δευτερόλεπτο.

Ήταν ένα μικρό άγγιγμα, σχεδόν αόρατο στους άλλους. Για εμένα, όμως, ήταν αρκετό για να ξαναζωντανέψει όλη η νύχτα.

«Αντίο», ψιθύρισα.

Δεν απάντησε. Μόνο με κοίταξε.

Ύστερα έφυγαν μαζί, κι εγώ έμεινα να τους παρακολουθώ μέχρι που χάθηκαν πίσω από τις γυάλινες πόρτες. Το κόκκινο φόρεμα βάραινε μέσα στην τσάντα μου, σαν να κρατούσα το τελευταίο κομμάτι μιας ιστορίας που δεν ήξερα αν είχε τελειώσει ή μόλις είχε αρχίσει.

Βγήκα στον δρόμο. Η μουσική της Αποκριάς ακουγόταν ακόμη από την πλατεία, ανάλαφρη και θορυβώδης. Περπάτησα χωρίς προορισμό, προσπαθώντας να πείσω τον εαυτό μου ότι μπορούσα να επιστρέψω στην προηγούμενη ζωή μου σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.

Δεν το πίστευα.

Το αίμα μου εξακολουθούσε να βράζει, αλλά κάτω από την επιθυμία υπήρχε πλέον κάτι πιο βαρύ: η γνώση πως η επόμενη φορά, αν ερχόταν, θα ήταν δυσκολότερη. Όχι επειδή θα μας έλειπε το θάρρος, αλλά επειδή τώρα ξέραμε ακριβώς τι διακινδυνεύαμε.

Και παρ’ όλα αυτά, καθώς απομακρυνόμουν, ένα μέρος μου ήλπιζε πως θα την ξαναέβλεπα.

Το κόκκινο φόρεμα παρέμενε μέσα στην τσάντα μου. Δεν ήταν τρόπαιο ούτε υπόσχεση. Ήταν μια υπενθύμιση πως, για μια νύχτα, είχα σταματήσει να προσποιούμαι ότι ήμουν καλύτερος απ’ ό,τι πραγματικά ήμουν.

Σου άρεσε;

Γίνε ο πρώτος που βαθμολογεί

Μπορεί να σου αρέσουν

Ο αγέρας και ο καφές της Μυρτώς

Ο αέρας στις Σποράδες, ακόμα και τον Μάιο, κρατάει μια δροσιά που σου θυμίζει ότι η θάλασσα είναι ακόμα γυμνή. Στέκομουνα στο μικρό κατάστρωμα του «Ατέρα», το παλιό μου ιστιοπλοϊκό που μοιάζει περισσότερο με γεροδεμένο γ…

22' ανάγνωση1 αναγνώσεις

Απόκριες με τη Στέλλα στο γυμναστήριο

Η Στέλλα μπήκε στο γυμναστήριο λίγο μετά τις οκτώ το βράδυ, όταν οι περισσότεροι είχαν ήδη φύγει. Φορούσε ένα μαύρο αθλητικό κολάν που έσφιγγε τους γλουτούς της σαν να τους είχε ζωγραφίσει πάνω της και ένα κοντό αθλητικό…

7' ανάγνωση0 αναγνώσεις