Ο σάτυρος σπιτονοικοκύρης μου

Συγχαρητήρια σε σένα που συνεχίζεις να διατηρείς τη σελίδα με τις ερωτικές ιστορίες και σε όλους τους ερασιτέχνες συγγραφείς μας. Θα σας διηγηθώ μια ιστορία που συνέβη στα φοιτητικά μου χρόνια.

Είμαι η Μαρία, 26 ετών. Σα φοιτήτρια, σπούδασα στην Πάτρα και χρειαζόταν να δουλεύω part time για να μπορώ να ζω με την άνεση που ήθελα. Βλέπετε, οι γονείς μου μου έστελναν χρήματα για τα απολύτως απαραίτητα και μου έλεγαν ότι αν θέλω να ξοδεύω περισσότερα, μπορούσα να δουλεύω παράλληλα με τις σπουδές μου, «όπως κάνουν δεκάδες άλλα παιδιά» γιατί «έτσι μαθαίνεις τι εστί υπευθυνότητα».

Είχα νοικιάσει μια γκαρσονιέρα και είχα βολευτεί πολύ ωραία. Ο σπιτονοικοκύρης μου, ο κύριος Παναγιώτης, ένας γκριζομάλλης πενηνταπεντάρης πρώην εργοστασιάρχης με πάθος για τα ακίνητα, έμενε στη διπλανή πολυκατοικία με τη γυναίκα του και με άφηνε στην ησυχία μου, ρίχνοντάς μου μόνο παράξενα, κρυφά βλέμματα πίσω από τα γυαλιά πρεσβυωπίας που στερέωνε πάνω στη μύτη του, όταν με έβλεπε να μπάζω γκόμενους στη γκαρσονιέρα του (όλοι κάνουμε τις κραιπάλες μας ως φοιτητές κι εγώ είχα αρχίσει να εκμεταλλεύομαι το γεγονός ότι αρέσω πολύ στα αρσενικά...)

Την περίοδο που συνέβη το γεγονός που θα σας διηγηθώ, είχα μείνει δυο νοίκια πίσω. Είχα σταματήσει προσωρινά τη δουλειά και προέκυψαν κάποια απρογραμμάτιστα έξοδα που με έκαναν να μην μπορώ να αντεπεξέλθω. Σκόπευα να τελειώσω την εξεταστική και αμέσως μετά να ξαναρχίσω δουλειά για να ξεπληρώσω το χρέος μου (που στο φινάλε δεν ήταν και κανένα τεράστιο ποσό). Λογάριαζα όμως χωρίς τον...σπιτονοικοκύρη.

Ένα πρωινό του Ιουνίου χτύπησε το κουδούνι. Μόλις είχα βγει από το μπάνιο και φορούσα ένα ροζ κοντό μπουρνούζι. Ανοίγω την πόρτα και βλέπω τον κυρ-Παναγιώτη. Φορούσε μόνο μια γκρι βερμούδα και μια άσπρη φανέλα, μέσα από την οποία προεξείχε η μεγάλη, ολοστρόγγυλη κοιλιά του. Μου έριξε μια διαπεραστική ματιά με τα πράσινα μάτια του και με καλημέρισε.

Τον καλημέρισα κι εγώ και παραμέρισα για να τον αφήσω να περάσει. Είχα καταλάβει τον λόγο για τον οποίο είχε έρθει: ημέρα εξόφλησης λογαριασμών. Καθίσαμε και ο κυρ - Παναγιώτης μπήκε αμέσως στο ψητό: δύο νοίκια που του χρωστούσα συν ένα του Ιουνίου ίσον τρία. Βάλε και τα κοινόχρηστα, το συνολικό ποσό ανέβαινε στα 1800 ευρώ περίπου (γαμώτο).

Χρησιμοποίησα όποια μέθοδο ήξερα για να κερδίσω χρόνο: λογική, αντεπίθεση, μέχρι και στο φλερτ κατέφυγα μπας και τον τουμπάρω. Άφησα «απρόσεχτα» το μπουρνούζι μου να πέσει λίγο και ξεπρόβαλλαν οι γυμνοί μου ώμοι και το χώρισμα των βυζιών μου, ενώ τα μακριά βρεγμένα μου μαλλιά έπεσαν πάνω στην πλάτη μου και με έκαναν να ανατριχιάσω. Τα μάτια του άστραψαν για μια στιγμή, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ήταν ανυποχώρητος: έπρεπε να πληρώσω, αλλιώς σύμφωνα με το συμβόλαιο που είχα υπογράψει, είχε δικαίωμα να μου κάνει έξωση. Κι αυτό ήταν ότι χειρότερο εκείνη τη στιγμή: εν μέσω εξεταστικής να ψάχνω άλλο σπίτι να μετακομίσω. Θα έχανα τα μισά μαθήματα κι έπρεπε οπωσδήποτε να βιαστώ να πάρω πτυχίο στην ώρα του.

Με το κεφάλι χαμηλωμένο και τις πιο ζοφερές σκέψεις να περνάνε από το μυαλό μου, τον άκουσα ξαφνικά να αλλάζει τον τόνο της φωνής του.

«...εκτός κι αν θέλεις να τα βρούμε διαφορετικά», συμπλήρωσε με νόημα.

Σήκωσα το κεφάλι αιφνιδιασμένη. Ο κύριος Παναγιώτης με κοίταζε λάγνα και με το χέρι του χάιδευε επιδεικτικά τα αχαμνά του πάνω από τη βερμούδα του. Για λίγες στιγμές έμεινα εμβρόντητη. Η αλήθεια είναι ότι είχα αντιληφθεί από καιρό ότι με γούσταρε, αλλά δεν περίμενα να φτάσει σε αυτό το σημείο. Είχα φανεί αφελής.

«Τι είναι αυτά που λέτε...πώς τολμάτε...σα δε ντρέπεστε», πετάχτηκα όρθια, υψώνοντας τον τόνο της φωνής μου.

«Ακου πουτανάκι...», μου απάντησε έντονα χωρίς να κουνηθεί από τη θέση του, «μη μου το παίζεις μυξοπαρθένα εμένα. Σε βλέπω τόσα χρόνια πώς τους κουβαλάς τους γκόμενους εδώ μέσα. Σε έχω ακούσει πώς φωνάζεις όταν γαμιέσαι... τέντα τα παρατάς τα παράθυρα το καλοκαίρι. Και τώρα πριν από λίγο μου κουνιόσουνα μπας και σου δώσω πίστωση. Λοιπόν....στα χαρίζω τα νοίκια που μου χρωστάς, αλλά πρώτα θα σε γαμήσω. Κι άμα δε σου αρέσει έτσι, να τα μαζέψεις κι αύριο πρωί να φύγεις».

Άχτι αλλά και θρίαμβος έλαμπαν στα μάτια του όταν μου τα έλεγε αυτά. Εγώ είχα γίνει έξαλλη. Ήμουνα έτοιμη να του φέρω την καρέκλα στο κεφάλι και μετά να σηκωθώ να φύγω. Αλλά ήξερα ότι δε με έπαιρνε. Ο παλιόγερος με κρατούσε στο χέρι. Τα έπαιζε όλα για όλα. Τώρα τα είχε χουφτώσει τα αχαμνά του και ξερογλειφόταν, κοιτάζοντάς με θριαμβευτικά. Συγκρατήθηκα για να συλλογιστώ τι έπρεπε να γίνει. Τελικά σκέφτηκα ότι η παραχώρηση δε θα ήταν τόσο σημαντική όσο νόμιζα: τι θα μπορούσε να μου κάνει ο παππούς εδώ που τα λέμε. Θα μου τον ακουμπούσε λιγάκι και θα έλεγε ότι με γάμησε. Σιγά τα πράγματα. Ήμουνα οργισμένη και αηδιασμένη αλλά έπρεπε να δώσω βάση στο σκοπό μου.

Το αποφάσισα. Αμίλητη και με σφιγμένα χείλη, έλυσα τη ζώνη του μπουρνουζιού και το άφησα να πέσει στο πάτωμα. Έμεινα ολόγυμνη μπροστά του και περίμενα. Εκείνος σηκώθηκε αργά και με πλησίασε σα λύκος που έχει παγιδέψει το θήραμά του. Με άρπαξε με δύναμη από τα μπράτσα και έκανε να με φιλήσει στο στόμα, αλλά γύρισα το κεφάλι στο πλάι με αηδία. Η συμφωνία ήταν να με γαμήσει, όχι τρυφερότητες.

Απτόητος εκείνος, έχωσε το κεφάλι του στο λαιμό μου και άρχισε να τον φιλάει με δίψα. Μουγκρίζοντας, ρουφούσε δυνατά την απαλή μου σάρκα, έγλειφε, έτριβε τα μάγουλά του με τα σκληρά γκρίζα ξυρισμένα γένια και ο λαιμός μου γέμισε αμέσως κοκκινίλες. Με τις μεγάλες παχουλές του παλάμες μου είχε χουφτώσει τα δύο κωλομέρια και με έσφιγγε άπληστα πάνω του. Η μεγάλη κοιλιά του πιεζόταν πάνω μου και μου έκοβε την ανάσα, πάλευα να κρατηθώ όρθια και να αναπνεύσω. Είχε κολλήσει πάνω μου και γύρω μου σα γιγάντια βεντούζα που έκαιγε από πόθο.

Πιπιλώντας και γλείφοντας, τα σαρκώδη χείλια του ταξίδεψαν προς τα κάτω στα βυζιά μου, αφήνοντας τα υγρά τους ίχνη. Εκεί συνέχισαν το ίδιο παιχνίδι που έκαναν και στον ταλαιπωρημένο μου λαιμό, σε εναλλαγή με δυνατές δαγκωματιές που με έκαναν να βγάζω κραυγές πόνου....

«Σιγά που να σε πάρει ο διάολος», βογκούσα κι ένιωθα τα μάτια μου να βουρκώνουν από τον πόνο. Ασυγκράτητος εκείνος συνέχιζε να καταβροχθίζει τα βυζιά μου με πάθος, σα να μην είχε ξαναδεί γυναικείο στήθος. Δάγκωνε τη λευκή σάρκα, τις θηλές, τις στρογγυλές μου ρώγες που τώρα είχαν σκληρύνει και κοιτούσαν τον ουρανό... Άνοιγε το στόμα του διάπλατα και με δυνατά ρουφήγματα προσπαθούσε να φυλακίσει μέσα ολόκληρο το βυζί, και καθώς είναι μικρά και στητά, σχεδόν τα κατάφερνε. Σφίγγοντας τα χείλη μου, έκανα υπομονή, αν και το πιο ενοχλητικό απ όλα ήταν μια οικεία αίσθηση ζεστασιάς εκεί χαμηλά...ένα απαλό, γλυκό κάψιμο στα απόκρυφα βάθη του μουνιού μου, που ήξερα τι σήμαινε...λίγο ακόμα και θα άρχιζε να δίνει έξοδο στα υγρά της καύλας του.

Έσφιξα τα δόντια με θυμό...δεν υπήρχε περίπτωση να του κάνω τη ζωή εύκολη, όσο υπερευαίσθητα κι αν ήταν τα βυζιά μου.

Στο μεταξύ εκείνος με άφησε για μια στιγμή, αλλά μόνο για να κατεβάσει βερμούδα και σώβρακο. Με γρήγορες κι έξαλλες κινήσεις ξεγυμνώθηκε μπροστά μου και έμεινε μόνο με την άσπρη του φανέλα.

«Έλα πάρε μου μια πίπα τώρα», ψιθύρισε λαχανιασμένος. Κάθισε στο κρεβάτι, άνοιξε τα παχιά του πόδια και με τράβηξε δυνατά κατευθείαν πάνω στον ξεγυμνωμένο πούτσο του. Έπεσα στα γόνατα μπροστά του και ίσα που κατάφερα να μη γκρεμοτσακιστώ τελείως, αν και τα γόνατά μου σύρθηκαν στο πάτωμα και έτσουξαν. Άνοιξα το στόμα μου για να ξεστομίσω μια χυδαία βρισιά, αλλά πριν προλάβω να την πω, ο πορνόγερος μου έπιασε το κεφάλι και μου τον μπούκωσε κατευθείαν.

Ο ερεθισμένος πούτσος του, αντίθετα απ ότι είχα φανταστεί, κάθε άλλο παρά εργαλείο του πεταμού ήταν: στο μήκος απλά κανονικός, αλλά χοντρός σαν τον καρπό μου....ίσιος και άτριχος, κατέληγε σε ένα κατακόκκινο πρησμένο κεφάλι που έκλινε λίγο προς τη μια μεριά, τόσο λείο που νόμιζες ότι θα εκραγεί. Κάτω από τη χοντρή του βάση κρεμόντουσαν δυο μεγάλα αρχίδια μέσα σε ένα τριχωτό, ζαρωμένο σάκο. Καθώς έπαιρνα απρόθυμα αυτό το εργαλείο στο στόμα μου, μια δυνατή μυρωδιά βαρβατίλας με πλημμύρισε.

Δεν μπορώ να σας περιγράψω τι αβυσσαλέο βογκητό καύλας βγήκε από τα χείλη του σάτυρου όταν άρχισα να τον τσιμπουκώνω αργά, παραμερίζοντας τα όποια συναισθήματα αηδίας μου.....ένα «αααχχχχχ» τόσο βαθύ και μακρόσυρτο, σα βρυχηθμός λιονταριού μέσα από τα σπλάχνα του. Είχε γείρει το κεφάλι πίσω και χαμογελούσε πρόστυχα με τα μάτια κλειστά. Εγώ συνέχισα το τσιμπούκι επιταχύνοντας λίγο το ρυθμό και ρουφώντας σταθερά, παίρνοντάς τον μια μέσα μια έξω. Άνοιξε τα μάτια και με κοίταξε με το πιο έκφυλο βλέμμα του κόσμου.

«Ρούφα τον πούτσο μου πουτανάκι....ρούφα καλά αλλιώς θα ακυρώσω τη συμφωνία μας», σφύριζε με καύλα. «Πιο βαθιά τσουλάκι, θέλω να τον καταπιείς ολόκληρο.....γλύψε και τα αρχίδια μου», με διέταξε και εγώ αναγκαστικά υπάκουσα. Πέρασα τη γλώσσα μου πάνω από το ζαρωμένο, τριχωτό δέρμα των αρχιδιών του που τώρα είχαν σκληρύνει κι αυτά από την καύλα κι άρχισα να τα γλείφω και να τα πιπιλάω απαλά, ενώ με το άλλο χέρι του τραβούσα μαλακία, ελπίζοντας να χύσει μια ώρα αρχύτερα. Τρελός από καύλα, ο πορνόγερος άρχισε να βογκάει και να με βρίζει.

«Αχ πουτανάκι είσαι τόσο τεχνίτρα....θα σε ξεσκίσω καριόλα....θα σε ξεφτιλίσω στο γαμήσι με τη χοντρόπουτσά μου....θα δεις πώς γαμάω τα πουτανάκια με το γέρικο καυλί μου....θα σε κάνω να σκούζεις καυλιάρικο, γαμημένο....αχχχ...» Σηκώθηκε όρθιος και πιάνοντάς με από τα μαλλιά με τα δυο του χέρια, άρχισε να μου γαμάει το στόμα με λύσσα Μου τον έχωνε τόσο βαθιά, που τα μάτια μου κόντεψαν να πεταχτούν έξω από τις κόγχες τους. Πνιγόμουνα και δάκρυζα, αυτός με κράταγε γερά και γαμούσε αδιάφορος για τη δοκιμασία που περνούσα τρίζοντας τα δόντια του με μανία, έτριβε την κοιλάρα του στο πρόσωπό μου και εγώ πάλευα να γλιτώσω.

«Τώρα θα δεις πως γαμάει ο κύριος Παναγιώτης», κάγχασε έξαλλος και απότομα, με έστησε πάνω στο κρεβάτι στα τέσσερα. Ζαλισμένη εγώ αλλά και οργισμένη, δεν έλεγα να το βάλω κάτω.

«Θα με γαμήσεις τώρα παππού?» ψιθύρισα κοροιδευτικά. «Αντέχεις ακόμα ή σου πεσε? Μήπως κάνουμε διάλειμμα για βιάγκρα?» κι άρχισα να γελάω.

«Σκάσε πουτάνα» βρυχήθηκε και μου έριξε ένα χαστούκι. Πήρε θέση πίσω μου και μου τον έχωσε βαθιά με τη μία στο στεγνό μουνάκι μου. Με το ζόρι συγκράτησα μια κραυγή πόνου, έτσι για να μην του δώσω τη χαρά ότι πόνεσε. Εκτός εαυτού εκείνος, με έπιασε από τα μαλλιά και άρχισε να με σφυροκοπάει με βία, λες και έκανε το τελευταίο γαμήσι της ζωής του. Ούτε που πρόλαβα να του πω να βάλει προφυλακτικό.

«Πάρε πούτσο τώρα καριόλα...ω μα πώς γίνεται ένα πουτανάκι σαν εσένα να έχει τόσο στενό μουνάκι...τόσο γλυκό...σ αρέσει έτσι τσουλάκι? Σε ξεσκίζει η ψωλάρα του παππού » μούγκριζε μέσα από τα δόντια του. «Στην ξεσκίζω την τρύπα σου....και συ μου κάθεσαι και σε γαμάω...και σου αρέσει πουτάνα....το νιώθω το μουνί σου που έχει γίνει μούσκεμα....σε γαμώ καλά ε? Πάρε κι άλλο λοιπόν...πάρε πούτσο να χορτάσεις» έλεγε ασταμάτητα ξέπνοος.

Τα βρομόλογα του, άλλοτε δυνατά, άλλοτε πνιχτά, μπερδεύονταν με το ρυθμικό τρίξιμο του κρεβατιού. Καταλάβαινα ότι θα έχυνε τώρα. Οι ψωλιές του είχαν γίνει πολύ γρήγορες και κοφτές και καθεμιά απ αυτές έφτανε τόσο βαθιά μέσα μου, που ένιωθα τη μήτρα μου να δονείται σε κάθε του χτύπημα. Ο ιδρώτας του είχε μουσκέψει τη φανέλα του και έσταζε πάνω στην πλάτη μου, ενώ το παχουλό χέρι του έσφιγγε σπασμωδικά τα βυζιά μου. Η ανάσα του, κοφτή και σφυριχτή, ξάφνου βγήκε βαθιά από το λαχανιασμένο στήθος του.

«Χύνω τώρα....» βόγκηξε υπόκωφα, «πάρε τα χύσια μου στα αδειάζω στο μουνί σου πουτανάκι....πάρτα ...πάρτα.....χύνωωωωωω!....» Πράγματι τα αρχίδια του άρχισαν να αδειάζουν το βαρύ φορτίο τους σε διαδοχικά κύματα και ένιωσα το μουνί μου να γεμίζει με καυτό ψωλόχυμα. Το καυλί του σπαρταρούσε και εκείνος συνέχιζε να μου το καρφώνει αργά και ρυθμικά όση ώρα έχυνε. Ένιωσα το χύμα του να κυλάει πηχτό έξω από τη μουνότρυπά μου παρασυρμένο από τις τελευταίες ψωλιές, να στάζει ζεστό, να κολλάει πάνω στα μουνόχειλά μου. Λίγες στιγμές μετά, ο γερο-σάτυρος κατέρρευσε στο κρεβάτι δίπλα μου, νικημένος και αποχαυνωμένος από την ένταση του χυσίματός του.

Ακολούθησε παύση και ακινησία. Ξαπλωμένος ανάσκελα εκείνος πάσχιζε να ξαναβρεί την ανάσα του κι εγώ, χυμένη και αναμαλλιασμένη, προσπαθούσα να καταλάβω αν χαιρόμουν που τελείωσε η δοκιμασία μου ή ένιωθα πολύ ξεφτίλα για οποιοδήποτε άλλο συναίσθημα. Η αδράνεια αυτή διακόπηκε από τον ήχο του κουδουνιού του διπλανού διαμερίσματος, όπου έμενε ο σάτυρος σπιτονοικοκύρης μου.

Μόλις άκουσε να του χτυπούν το κουδούνι, ο πορνόγερος έβρισε σε γλώσσα ακατάληπτη και έσπευσε να σηκωθεί τελείως απρόθυμα. Πολύ γρήγορα ντύθηκε και φτιάχτηκε όσο μπορούσε καλύτερα. Εγώ τον κοίταζα στα κλεφτά δίχως να λέω λέξη. Βγαίνοντας, κοντοστάθηκε στην πόρτα και με κοίταξε από πάνω ως κάτω, ξαπλωμένη ολόγυμνη στο κρεβάτι με το μουνί μου να στάζει ακόμα ζεστό χύσι, και μου είπε βραχνά.

«Εσύ μην κουνηθείς...δεν ξεπλήρωσες ακόμα το χρέος σου. Σε δέκα λεπτά θα ξανάρθω». Έκλεισε προσεκτικά την πόρτα πίσω του και άκουσα τα βαριά του βήματα να τον απομακρύνουν (για την ώρα).

Σηκώθηκα αργά όρθια και πήγα κατευθείαν να πλυθώ. Δεν μπορούσα να κοιτάξω το πρόσωπό μου στον καθρέφτη. Το μυαλό μου είχε μπλοκάρει. Δεν ξέρω γιατί δεν κλείδωσα την πόρτα και δεν τον άφησα να χτυπάει μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία. Μάζεψα το μπουρνούζι μου από το πάτωμα και το σεντόνι από το κρεβάτι, καθώς είχε μια μεγάλη στάμπα από σπέρμα. Με σιχασιά το έβαλα στο καλάθι με τα άπλυτα.

Δεν είχαν περάσει τα δέκα λεπτά, όταν άκουσα την πόρτα να ανοίγει πάλι. Ο σπιτονοικοκύρης μου είχε ένα έξτρα κλειδί της γκαρσονιέρας μου και το χρησιμοποιούσε τώρα για να μπει μέσα. Έμεινα όρθια να τον κοιτάζω, ακίνητη σαν κερί. Εκείνος κλείδωσε την πόρτα πίσω του.

«Πέσε στο κρεβάτι», με διέταξε και χωρίς να χάσει χρόνο, άρχισε πάλι να γδύνεται. Υπάκουσα μουδιασμένη. Ξάπλωσα ανάσκελα και περίμενα. Ήταν απίστευτο αυτό που μου συνέβαινε. Ο παλιόγερος σκόπευε να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία του στο έπακρο.

Τελείως γυμνός τώρα, ανέβηκε γονατιστός πάνω στο κρεβάτι, μου άνοιξε τα πόδια με τις χερούκλες του και πήρε θέση ανάμεσά τους, Τα μάτια του καρφώθηκαν στο μισάνοιχτο μουνάκι μου.

«Το έπλυνες ε? Έτσι κάνει κάθε σωστή πουτάνα....μετά από κάθε πελάτη πλένεται», με ειρωνεύτηκε βραχνά. Άρχισε να το τρίβει και να το ψαχουλεύει με τα παχιά του δάχτυλα. Καθαρό και καλοσχηματισμένο, με τα τρυφερά μουνόχειλα να προεξέχουν αυθάδικα, τη ροδαλή κλειτορίδα ελαφρώς πρησμένη παρά τη θέλησή μου, φρεσκοξυρισμένο με ένα μελαχρινό τριγωνάκι μόνο στο κέντρο, αποτελούσε ακατανίκητο πειρασμό για κάθε υγιή άντρα με ζεστό αίμα στις φλέβες του....πόσο μάλλον για έναν μεσήλικα παππού που τα έβλεπε αυτά μόνο στο Ιντερνετ.

Σιγά σιγά έσκυψε και έχωσε το κεφάλι του με τα ψαρά αραιωμένα μαλλιά ανάμεσα στους μηρούς μου. Κράτησα την ανάσα μου...το γλυφομούνι είναι ότι με καυλώνει πιο πολύ στον κόσμο, αλλά σκόπευα να αντισταθώ. Με τους δύο χοντρούς αντίχειρές του ξεχώρισε τα μουνόχειλα, τα μάλαξε λίγο και μετά ρίχτηκε στην κλειτορίδα μου , που ξεπρόβαλλε ανυπεράσπιστη. Με την άκρη της γλώσσας του άρχισε να τη σκαλίζει έκφυλα και επίμονα πάνω κάτω... χωρίς να το θέλω, ένιωσα ηλεκτρικό ρεύμα να διαπερνά τη σπονδυλική μου στήλη.

Θα με καταλάβουν οι γυναίκες που ξέρουν τι θα πει να νιώθεις να γαργαλάει την ευαίσθητη κλειτορίδα σου μια ζεστή, γλιστερή γλώσσα...όταν, δε, αυτή η γλώσσα είναι και επιδέξια, δεν μπορεί να κρατήσει καμιά απολύτως άμυνα. Ο παππούς με γλυφομούνιαζε με βιασύνη, λες και φοβόταν ότι θα του ξέφευγα, ενώ με τις χειλάρες του ρουφούσε και την απαλή σάρκα γύρω από το κέντρο της ηδονής μου μουγκρίζοντας χαμηλόφωνα.

Tο γλυφομούνι δεν κράτησε πολύ. Ο σάτυρος ανασηκώθηκε με το σαγόνι του μουσκεμένο από τα υγρά μου και κάθισε γονατιστός πάνω στο κρεβάτι. Ο πούτσος του είχε σκληρύνει πάλι και ήταν έτοιμος για δεύτερο γύρο. Μου σήκωσε τα πόδια ψηλά, με έπιασε με τα δυο χέρια από τους αστραγάλους, και τον βύθισε μέσα στο μουνί μου μέχρι τη ρίζα. Αυτή τη φορά το γαμήσι δεν ήταν ξέφρενο, αλλά κρατούσε ένα σταθερό, δυνατό ρυθμό. Πότε με γαμούσε σε αυτήν τη στάση κοιτάζοντάς με υπεροπτικά, πότε έπεφτε όλος πάνω μου, με τη μεγάλη κοιλιά του να με ασφυκτιά και με πηδούσε σαν ιεραπόστολος και μετά πάλι από την αρχή. Τα έδινε κυριολεκτικά όλα. Είχε πληρώσει καλά γι αυτό το γαμήσι και σκόπευε να το ευχαριστηθεί όσο μπορούσε περισσότερο. Δε σπαταλούσε ενέργεια σε προστυχόλογα, είχε αφοσιωθεί πλήρως στην τρύπα που είχε προσωρινά δική του, με έσφιγγε μόνο με δύναμη και με γαμούσε, με γαμούσε, με γαμούσε......

Κάποια στιγμή ενώ με έπαιρνε γονατιστός, έβγαλε τον πούτσο του από μέσα μου και άρχισε να τον τρίβει πάνω στο μουνί μου. Ένιωσα το πρησμένο πουτσοκέφαλο καυτό και γλιστερό πάνω στα μουνόχειλά μου, να πιέζεται πάνω στην ερεθισμένη μου κλειτορίδα, να σμίγει ρυθμικά μαζί της....τινάχτηκα ολόκληρη, τεντώθηκα, μου κόπηκε η ανάσα...κρατιόμουνα καλά όσο δε με άγγιζε εκεί, αλλά αν συνέχιζε έτσι δε θα το άντεχα. Ο σάτυρος έπαιξε έτσι με το μουνί μου για λίγο και μετά μου τον ξανάχωσε μέσα, πιο σκληρό και μεγάλο απ ότι πριν. Άρχισε πάλι να με γαμάει, αλλά για λίγο και μετά τον έβγαλε πάλι κι άρχισε πάλι να τον τρίβει πάνω στο μουνί μου, αυτή τη φορά παίζοντάς τον κιόλας. Συνέχισε έτσι αυτό το παιχνίδι, μια μου έχωνε το καυλί του βαθιά μέσα και μου έριχνε δυο-τρεις γερές ψωλιές και μια το έβγαζε έξω και μου τριβόταν και πάλι από την αρχή.

Δε μπορώ να σας περιγράψω πόσο πρόστυχη με έκανε να νιώθω με αυτά τα κόλπα του...ένιωσα σαν αληθινή πουτάνα που καθότανε στον πελάτη της να της κάνει τα πιο βρώμικα και ανώμαλα βίτσια που έκρυβε μέσα του και είχε πληρώσει ακριβά γι αυτά. Δεν άντεξα άλλο και γαντζώθηκα πάνω του. «Κάθαρμα, μη με τυραννάς άλλο...κάνε με να χύσω σε παρακαλώ», ικέτεψα, παραμερίζοντας κάθε περηφάνια. Με κομμένη την ανάσα εκείνος, έπεσε πάλι πάνω μου κι άρχισε να με γαμάει ιεραποστολικά με μανία. Είχε καρφώσει τα μάτια του στα δικά μου, με ένα βλέμμα εύγλωττο, όλο καύλα και προστυχιά, αλλά και συνάμα απορία. Τύλιξα τα πόδια μου γύρω από τον παχύ του κορμό κι εκείνος με πηδούσε τρίβοντας την κοιλιά του πάνω στο μουνί μου, δίνοντας τον καλύτερο εαυτό του.

Λίγα δευτερόλεπτα μετά, άρχισα επιτέλους να χύνω....αφέθηκα ελεύθερη για όλη μου την καύλα να εκτονωθεί με δύναμη. «Χύνω κωλόγερε, μπάσταρδε γαμημένε....χύνω για σένα» βόγκηξα δυνατά, καθώς όλα μου τα διαφορετικά συναισθήματα είχαν μπλεχτεί δυσδιάκριτα εκείνη τη στιγμή της έκρηξης. Ένιωσα το μουνί μου να συσπάται δυνατά, να αρμέγει άπληστα τον πούτσο που το γαμούσε και του χάριζε το χύσιμό του, να λιγώνεται, να γεννά ηδονικά κύματα που μετέφεραν την έκσταση στα βάθη των σπλάχνων μου και ακτινοβολούσαν γλυκά σε όλη μου τη λεκάνη. Όλο μου το κορμί γεύτηκε αυτόν τον πρωτόγνωρο οργασμό και όταν τελείωσε, έμεινα ξαπλωμένη στο κρεβάτι σα λιπόθυμη.

Ο παππούς είχε φτάσει κι εκείνος στο αμήν. Με μια απρόβλεπτη, έξαλλη κίνηση, τράβηξε το δουλεμένο πούτσο του από το μουνί μου που έτρεμε ακόμα και τον έχωσε στην κωλότρυπά μου. Αν και αποχαυνωμένη, ένιωσα τον πόνο κι έβγαλα ένα σιγανό βογκητό. Πολύ γρήγορα εκείνος άρχισε να κουνιέται μπρος πίσω, βυθίζοντας το χοντρό εργαλείο του όσο πιο πολύ μπορούσε μέσα στο στενό μου κώλο, ανοίγοντάς τον για να τον γαμήσει...αλλά δυο τρεις ψωλιές μετά, ανήμπορος να κρατηθεί άλλο, άρχισε κι εκείνος να χύνει.

Ένιωσα τις καυτές του ριπές να με πλημμυρίζουν πάλι, ενώ ο πορνόγερος μούγκριζε σα ζώο από καύλα και θρίαμβο που μου γέμιζε και την άλλη μου τρύπα με τα ψωλοχύματά του. Έχυνε τρέμοντας ολόκληρος, με το ογκώδες κορμί του να σφίγγεται πάνω μου, μαλάζοντας σπασμωδικά τις καμπύλες μου με τα χοντρόχερά του, ενώ ο ιδρώτας και τα σάλια του με είχαν καταβρέξει. Τελικά, σωριάστηκε ξανά στο κρεβάτι, σε πλήρη εξάντληση.

Τα τελευταία λόγια που μου είπε πριν φύγει ήταν «Ήσουνα καλή πουτάνα μαζί μου. Την επόμενη φορά που θα μου καθυστερήσεις το νοίκι, θα ξανάρθω να με πληρώσεις σε είδος.»

Ήξερα ότι το εννοούσε. Κι έτσι κάναμε τη σιωπηλή συμφωνία μας. Για τους επόμενους 4 μήνες που έμεινα στη γκαρσονιέρα του, μέχρι που πήρα το πτυχίο μου, δεν ξαναπλήρωσα ενοίκιο.....

Σου άρεσε;

Γίνε ο πρώτος που βαθμολογεί

Μπορεί να σου αρέσουν

Ο αγέρας και ο καφές της Μυρτώς

Ο αέρας στις Σποράδες, ακόμα και τον Μάιο, κρατάει μια δροσιά που σου θυμίζει ότι η θάλασσα είναι ακόμα γυμνή. Στέκομουνα στο μικρό κατάστρωμα του «Ατέρα», το παλιό μου ιστιοπλοϊκό που μοιάζει περισσότερο με γεροδεμένο γ…

22' ανάγνωση2 αναγνώσεις

Απόκριες με τη Στέλλα στο γυμναστήριο

Η Στέλλα μπήκε στο γυμναστήριο λίγο μετά τις οκτώ το βράδυ, όταν οι περισσότεροι είχαν ήδη φύγει. Φορούσε ένα μαύρο αθλητικό κολάν που έσφιγγε τους γλουτούς της σαν να τους είχε ζωγραφίσει πάνω της και ένα κοντό αθλητικό…

7' ανάγνωση1 αναγνώσεις