Η ζήλια του διπλανού διαμερίσματος

Μόλις είχα αφήσει πίσω μου τη σιωπηλή ρουτίνα του παλιού διαμερίσματος στα Πατήσια και τις σιωπηλές νύχτες με την πρώην μου. Η μετακόμιση στην Κυψέλη, σε αυτή την παλιά πολυκατοικία της δεκαετίας του ’60 με τις ψηλές οροφές και τα τσακισμένα ξύλινα πατώματα, έμοιαζε με νέα αρχή. Ήταν αρχές Σεπτέμβρη, ακόμα ζεστός ο καιρός, και ο ιδρώτας έτρεχε στην πλάτη μου ενώ ανέβαζα τα τελευταία κουτιά από τη σκάλα.
Το διαμέρισμα ήταν μικρό αλλά φωτεινό, με ένα μεγάλο παράθυρο που έβλεπε στην εσωτερική αυλή. Ο τοίχος που χώριζε το υπνοδωμάτιό μου από το διπλανό ήταν λεπτός σαν χαρτί. Δεν το σκέφτηκα καθόλου εκείνη τη στιγμή. Άνοιξα μια μπίρα, έβαλα μουσική χαμηλά και ξάπλωσα νωρίς, εξαντλημένος από τις κούτες και τη σκόνη.
Κάποια ώρα μετά τα μεσάνυχτα ξύπνησα απότομα.
Δεν ήταν θόρυβος από το δρόμο. Ήταν κάτι πιο κοντινό. Βαριές, ρυθμικές κραυγές γυναίκας που έσπαγαν τη σιωπή του τοίχου δίπλα στο κεφάλι μου. Στην αρχή νόμιζα ότι ονειρευόμουν. Μετά άκουσα καθαρά τη φωνή της.
«Αααχ… ναι… πιο δυνατά, γάμησέ με!»
Η φωνή της ήταν βαθιά, λίγο βραχνή, γεμάτη απόλαυση. Το κρεβάτι χτυπούσε ρυθμικά στον κοινό τοίχο – μπαμ, μπαμ, μπαμ – σαν να ήθελε να τον γκρεμίσει. Κάθε χτύπημα συνοδευόταν από ένα βαθύ, αρρενωπό γρύλισμα του άντρα και από τις δικές της κραυγές που γίνονταν όλο και πιο απελπισμένες.
«Εκεί… εκεί… μη σταματάς, πούστη μου… γαμάει τόσο καλά…»
Έμεινα ακίνητος στο σκοτάδι, με την καρδιά μου να χτυπάει δυνατά. Ο ιδρώτας που είχε στεγνώσει πάνω μου ξαναφάνηκε. Το σώμα μου αντέδρασε πριν προλάβει το μυαλό. Ο πούτσος μου σκλήρυνε μέσα στο εσώρουχο, σφιχτός και ζεστός, ενώ οι ήχοι δίπλα μου συνέχιζαν αμείλικτοι. Άκουγα το υγρό, σαρκικό πλάτσα πλάτσα κάθε φορά που εκείνος την έμπαινε βαθιά. Άκουγα τα χτυπήματα των σωμάτων τους, τα βαριά της αναστεναγμούς, τις βρισιές της που έβγαιναν χωρίς φίλτρο.
«Θέλω όλο τον πούτσο σου… γάμησέ με πιο άγρια… ναι, έτσι… θα έρθω…»
Δεν άντεχα άλλο. Το χέρι μου κατέβηκε αυτόματα. Έβγαλα τον πούτσο μου έξω, σφιχτό σαν πέτρα, και άρχισα να τον μαλάζω αργά στην αρχή, μετρώντας κάθε χτύπημα του κρεβατιού τους. Η ζήλια ήρθε απότομα, σαν μαχαίρι. Ποια ήταν αυτή η γυναίκα που έβγαζε τέτοιους ήχους δίπλα μου; Ποιος ήταν ο τυχερός που την έσκιζε εκείνη τη στιγμή; Και εγώ, μόλις μετακομισμένος, μόνος, με τον πούτσο στο χέρι σαν έφηβος, άκουγα τα πάντα.
Οι κραυγές της ανέβαιναν. Το κρεβάτι χτυπούσε πιο γρήγορα, πιο άγρια. Ο άντρας της έβγαλε ένα βαθύ, ζωώδες μουγκρητό.
«Θα χύσω…»
«Μέσα μου… χύσε μέσα μου, γαμήσι μου…»
Έσφιξα πιο δυνατά τον πούτσο μου. Το χέρι μου ανεβοκατέβαινε γρήγορα, υγρό από τα πρώτα υγρά. Φανταζόμουν την εικόνα: εκείνη ανοιχτά πόδια, βυζιά που τρέμουν, κώλος που υψώνεται για να τον πάρει πιο βαθιά. Φανταζόμουν το μουνί της να σφίγγεται γύρω του, να τον πιέζει, να τον αρμέγει.
Οι κραυγές της έγιναν μια συνεχόμενη, σπασμένη κραυγή οργασμού. Άκουσα καθαρά πώς έχασε τον έλεγχο, πώς το σώμα της τραντάχτηκε. Ο άντρας βρυχήθηκε και χύσε μέσα της με βαριές, βαθιές ώθησεις. Το κρεβάτι σταμάτησε απότομα.
Κι εγώ, με ένα σιωπηλό, βίαιο σπασμό, έχυσα. Το σπέρμα μου πετάχτηκε δυνατά πάνω στην κοιλιά μου, στο στήθος, ακόμα και στο λαιμό. Τα δάχτυλά μου έτρεμαν. Η ανάσα μου ήταν κοφτή, σαν να είχα τρέξει.
Έμεινα εκεί, ξαπλωμένος στο σκοτάδι, με το χέρι μου ακόμα γύρω από τον πούτσο που σιγά σιγά μαλάκωνε, ενώ από τον τοίχο ακούγονταν πια μόνο βαριές ανάσες και χαμηλά, ικανοποιημένα γέλια. Το γέλιο της. Βαθύ, βραχνό, γεμάτο ικανοποίηση.
Δεν ήξερα ακόμα το όνομά της. Δεν ήξερα πώς ήταν. Αλλά ήξερα ήδη ότι αυτή η γυναίκα θα μου έφερνε πρόβλημα.
Γιατί ενώ το σπέρμα μου στέγνωνε πάνω στο δέρμα μου, η ζήλια είχε ήδη αρχίσει να φουντώνει μέσα μου – μαζί με μια απαγορευμένη, επικίνδυνη επιθυμία να είμαι εγώ αυτός που θα την έκανε να ουρλιάζει έτσι κάθε βράδυ.
Και αυτό ήταν μόνο η πρώτη νύχτα.
Οι επόμενες μέρες πέρασαν μέσα σε μια παράξενη ρουτίνα που δεν περίμενα. Η πολυκατοικία στην Κυψέλη είχε εκείνη την παλιά, φθαρμένη γοητεία που σε έκανε να νιώθεις ότι ζεις μέσα σε μια ταινία του ’90. Το κοινόχρηστο μπαλκόνι στην πίσω πλευρά έβλεπε σε μια μικρή αυλή γεμάτη γλάστρες με βασιλικό και λεμονιές. Εκεί τη γνώρισα.
Το πρωί μετά από εκείνη την πρώτη νύχτα, βγήκα να πιω τον καφέ μου και την είδα. Στεκόταν ακουμπισμένη στο κάγκελο με μια φαρδιά μαύρη ρόμπα που άφηνε να φαίνονται τα γυμνά της πόδια μέχρι ψηλά. Ήταν πιο μικροκαμωμένη απ’ ό,τι περίμενα, με καστανοκόκκινα μαλλιά που έπεφταν ατημέλητα στους ώμους της και ένα ζευγάρι πράσινα μάτια που σε κοιτούσαν σαν να σε ζύγιζαν.
«Καλώς ήρθες στη γειτονιά», μου είπε με μια φωνή βαθιά, λίγο βραχνή από τον ύπνο ή από το κάπνισμα. «Είμαι η Φωτεινή. Διπλανή σου από αριστερά.»
«Γιώργος», απάντησα και της έδωσα το χέρι. Το δέρμα της ήταν ζεστό. «Μετακόμισα χθες. Δεν ήξερα ότι η περιοχή έχει… τόσο ζωντανή νυχτερινή ζωή.»
Γέλασε. Ένα γέλιο ειλικρινές, χωρίς ίχνος ντροπής.
«Άκουσες, ε; Συγγνώμη. Ο τοίχος είναι χάρτινος. Ο προηγούμενος ένοικος έβαζε συνέχεια μουσική για να μη με ακούει. Εσύ προτιμάς τι; Τσιφτετέλια;»
«Δεν ξέρω ακόμα», είπα χαμογελώντας. «Θα δοκιμάσω και τις δύο επιλογές.»
Από εκείνη τη μέρα γίναμε καθημερινοί συνομιλητές. Καφές το πρωί, τσιγάρο το βράδυ. Μιλούσαμε για τα πάντα. Για το διαζύγιό της που είχε κλείσει πριν από οχτώ μήνες, για τη δουλειά της ως καθηγήτρια αγγλικών σε ιδιωτικά φροντιστήρια, για το ότι μισούσε το καλοκαίρι στην Αθήνα αλλά λάτρευε τον Σεπτέμβρη γιατί «ξαναρχίζει η ζωή». Εγώ της μίλησα για τον χωρισμό μου, για τις νύχτες που ξενυχτούσα κώδικες, για το ότι ακόμα δεν είχα ξεπακετάρει όλα τα κουτιά.
Γελούσαμε πολύ. Και όσο περισσότερο γελούσαμε, τόσο πιο πολύ την ποθούσα.
Αλλά τις νύχτες… τις νύχτες γινόταν άλλη γυναίκα.
Την τρίτη εβδομάδα άρχισε να φέρνει άντρες. Διαφορετικούς κάθε φορά. Κάποιες φορές άκουγα μόνο ψιθύρους και γέλια. Άλλες φορές άκουγα τα πάντα με εκκωφαντική καθαρότητα. Το κρεβάτι της χτυπούσε στον τοίχο σαν να ήθελε να τον γκρεμίσει. Οι κραυγές της γίνονταν πιο τολμηρές, πιο βρόμικες. «Γάμα με πιο δυνατά», «πάρε με από πίσω», «θέλω να με γαμήσεις μέχρι να μην περπατάω». Κάθε λέξη της μπήγοντας σαν καρφί μέσα μου. Και κάθε φορά που τελείωνε με κάποιον, η ζήλια μου φούντωνε τόσο πολύ που έπρεπε να πιω μπίρα ή να βγω στο μπαλκόνι να καπνίσω μέχρι να ηρεμήσω.
Μέχρι που ήρθε η βραδιά με τον Πάνο.
Τον άκουσα από την ώρα που μπήκαν στο διαμέρισμα. Γέλια, ποτήρια που τσούγκριζαν, μουσική χαμηλή. Μετά η μουσική σταμάτησε. Και άρχισαν οι ήχοι. Αυτή τη φορά ήταν πιο δυνατοί από ποτέ. Το κρεβάτι χτυπούσε στον τοίχο με μανία. Άκουγα το δέρμα να χτυπάει πάνω σε δέρμα, τα υγρά της να ακούγονται καθαρά, τις βαθιές του ώθησεις. Και τη Φωτεινή να ουρλιάζει σαν να την έσκιζαν.
«Πιο δυνατά, Πάνο… γάμησέ με πιο δυνατά, ρε πούστη… ναι εκεί… εκεί μέσα…»
Δεν άντεχα άλλο. Σηκώθηκα από το κρεβάτι ιδρωμένος, με τον πούτσο μου σκληρό και πονεμένο από την ένταση. Φόρεσα ένα σορτς και βγήκα στο κοινόχρηστο μπαλκόνι για να καπνίσω. Η νύχτα ήταν ακόμα ζεστή, ο Σεπτέμβρης δεν είχε δείξει ακόμα τα δόντια του. Άναψα τσιγάρο με τρεμάμενα δάχτυλα.
Δεν πέρασαν ούτε δύο λεπτά και η πόρτα του δικού της μπαλκονιού άνοιξε.
Βγήκε έξω.
Μόνο με ένα λεπτό άσπρο σεντόνι τυλιγμένο γύρω από το κορμί της. Τα μαλλιά της ήταν ανακατεμένα, τα χείλη της πρησμένα από τα φιλιά, τα μάγουλά της κατακόκκινα. Κάτω από το λεπτό ύφασμα διαγραφόταν καθαρά το σχήμα των σκληρών της θηλών και η καμπύλη των γυμνών της γοφών. Δεν φορούσε τίποτα από κάτω. Το ήξερα. Το ένιωθα.
Σταμάτησε δίπλα μου. Το σεντόνι γλίστρησε λίγο από τον ώμο της, αποκαλύπτοντας την άκρη ενός στήθους. Δεν το σήκωσε.
Με κοίταξε στα μάτια. Δεν υπήρχε ίχνος ντροπής. Μόνο μια άγρια, προκλητική λάμψη.
«Δεν κοιμάσαι, Γιώργο;» ρώτησε με εκείνη τη βραχνή φωνή που μόλις πριν λίγο είχε ουρλιάξει τον Πάνο να τη γαμήσει.
«Δύσκολο να κοιμηθείς με τέτοια… συναυλία», είπα και η φωνή μου βγήκε πιο τραχιά απ’ ό,τι ήθελα.
Χαμογέλασε. Ένα αργό, βρόμικο χαμόγελο που μου έκοψε την ανάσα. Έκανε ένα βήμα πιο κοντά. Το σεντόνι άνοιξε ακόμα περισσότερο, αποκαλύπτοντας σχεδόν ολόκληρο το αριστερό της βυζί. Το δέρμα της ήταν ακόμα ιδρωμένο. Μύριζε σεξ. Μύριζε αυτόν.
«Σου αρέσει που ακούς;» ρώτησε χαμηλόφωνα, σχεδόν ψιθυριστά. Τα μάτια της καρφώθηκαν στα δικά μου. «Σου αρέσει που με ακούς να γαμιέμαι κάθε βράδυ;»
Δεν απάντησα αμέσως. Το τσιγάρο έκαιγε ανάμεσα στα δάχτυλά μου χωρίς να το τραβήξω.
«Με τρελαίνει», παραδέχτηκα τελικά. «Και με κάνει να θέλω να σπάσω τον τοίχο.»
Το χαμόγελό της έγινε πιο πλατύ. Έγειρε ελαφρά το κεφάλι.
«Και τι θα έκανες αν έσπαγες τον τοίχο, Γιώργο;»
Η ερώτηση κρέμασε στον αέρα σαν πρόκληση. Από μέσα ακούστηκε η φωνή του Πάνου να τη φωνάζει βαριά, «Φωτεινή, πού είσαι; Έλα μέσα…»
Εκείνη δεν γύρισε καν να κοιτάξει. Συνέχισε να με κοιτάζει. Το σεντόνι γλίστρησε ακόμα λίγο. Τώρα και τα δύο της βυζιά ήταν σχεδόν ολόκληρα εκτεθειμένα, οι θηλές της σκληρές και σκούρες κάτω από το φως του μπαλκονιού.
«Θα δεις», της είπα τελικά, με τη φωνή μου να βγαίνει σαν γρύλισμα. «Κάποια στιγμή θα δεις.»
Γέλασε σιγά, ένα γέλιο γεμάτο υποσχέσεις. Με κοίταξε για μια τελευταία φορά από πάνω μέχρι κάτω, σταματώντας για δευτερόλεπτα στην προφανή σκλήρωση που είχε δημιουργηθεί στο σορτς μου.
«Καληνύχτα, γείτονα», ψιθύρισε.
Γύρισε και μπήκε μέσα, αφήνοντας το σεντόνι να ανοίξει εντελώς από πίσω της για μια στιγμή, δείχνοντάς μου ολόκληρο τον γυμνό της κώλο, ακόμα κόκκινο από τα χτυπήματα που είχε δεχτεί.
Η πόρτα έκλεισε.
Έμεινα μόνος στο μπαλκόνι, με την καρδιά μου να χτυπάει σαν τρελή και τον πούτσο μου να πονάει από την ένταση. Η ζήλια είχε πια μετατραπεί σε κάτι πολύ πιο επικίνδυνο.
Σε ωμό, αδυσώπητο πάθος.
Και ήξερα ότι δεν θα άντεχα για πολύ ακόμα.
Δεν μπήκα αμέσως. Περίμενα μέχρι να ακούσω τον Πάνο να φεύγει, περίπου σαράντα λεπτά αργότερα. Η πόρτα του διαμερίσματός της έκλεισε με ένα δυνατό κλικ και τα βήματά του απομακρύνθηκαν στη σκάλα. Μόλις βεβαιώθηκα ότι είχε φύγει, σηκώθηκα, πέρασα το μπλουζάκι μου και βγήκα στο κοινόχρηστο μπαλκόνι. Η πόρτα της ήταν μισάνοιχτη, σαν να με περίμενε.
Μπήκα χωρίς να χτυπήσω.
Η Φωτεινή στεκόταν στη μέση του σαλονιού, ακόμα γυμνή. Το λεπτό σεντόνι είχε πέσει στα πόδια της. Με κοίταξε χωρίς να πει λέξη. Τα μάτια της ήταν σκοτεινά, γεμάτα την ίδια πείνα που ένιωθα κι εγώ. Δεν υπήρχε ανάγκη για λόγια.
Την άρπαξα από τη μέση και την τράβηξα πάνω μου. Το φιλί μας δεν ήταν τρυφερό. Ήταν άγριο, σχεδόν βίαιο, δόντια που χτυπούσαν, γλώσσες που μπλέκονταν, ανάσες που κόβονταν. Την έσπρωξα προς τον καναπέ. Έπεσε ανάσκελα με ένα επιφώνημα και άνοιξε τα πόδια της χωρίς δεύτερη σκέψη.
«Γάμησέ με», ψιθύρισε, ενώ τα δάχτυλά της άνοιγαν ήδη τα χείλη του μουνιού της. «Τώρα. Δεν αντέχω άλλο.»
Δεν έβγαλα καν τα σορτς μου κανονικά. Τα κατέβασα μέχρι τα γόνατα, ο πούτσος μου πεταμένος και σκληρός σαν πέτρα. Έπεσα πάνω της και μπήκα μέσα της με μία κίνηση, μέχρι τον πάτο. Ήταν καυτή, υγρή, γλιστερή από τον Πάνο και από την ίδια της την ανάγκη. Το μουνί της με έσφιξε αμέσως.
«Γαμώτο…» βόγκηξα.
«Πιο δυνατά», γρύλισε. Τα νύχια της μπήχτηκαν στην πλάτη μου. «Γάμησέ με πιο δυνατά από αυτόν. Θέλω να νιώσω ότι είσαι εσύ.»
Άρχισα να τη γαμάω με όλη μου τη δύναμη. Ο καναπές έτριζε κάτω μας, το σώμα της αναπηδούσε σε κάθε ώθηση. Τα βυζιά της χόρευαν άγρια. Τα άρπαξα, τα έσφιξα, τσίμπησα τις θηλές της μέχρι που ούρλιαξε. Το δωμάτιο μύριζε σεξ, ιδρώτα, σπέρμα άλλου άντρα. Αυτή η μυρωδιά με τρέλαινε περισσότερο.
«Μυρίζεις από αυτόν ακόμα», της είπα ανάμεσα σε βαριές ανάσες.
«Και τι;» Με κοίταξε προκλητικά, με μάτια μισόκλειστα από την ηδονή. «Γάμησέ με μέχρι να μυρίσω μόνο από σένα. Γέμισέ με. Σπάσε με.»
Την ανασήκωσα, την γύρισα μπρούμυτα και την έβαλα στα τέσσερα στον καναπέ. Μπήκα πάλι μέσα της από πίσω, αρπάζοντας τον κώλο της με τα δυο μου χέρια. Την πηδούσα τόσο δυνατά που το κεφάλι της χτυπούσε στο μαξιλάρι. Έβγαζε κραυγές που σίγουρα ακούγονταν μέχρι το δρόμο.
«Πιο βαθιά… γαμώτο, πιο βαθιά! Ο πούτσος σου είναι μεγαλύτερος… ναι, έτσι… γάμησέ με σαν σκύλα!»
Δεν άντεξα άλλο εκεί. Την σήκωσα στα χέρια μου, με τον πούτσο μου ακόμα μέσα της, και την πήγα στην κρεβατοκάμαρα. Το κρεβάτι ήταν ανακατεμένο, τα σεντόνια μουσκεμένα από ιδρώτα και άλλα υγρά. Την πέταξα πάνω στο ίδιο σεντόνι που είχε γαμηθεί πριν από μία ώρα. Δεν με ένοιαζε. Το αντίθετο.
Ξάπλωσα πάνω της και συνεχίσαμε. Αυτή τη φορά πιο αργά στην αρχή, βαθιά, κυκλικά, σαν να θέλαμε να χαράξουμε ο ένας τον άλλον. Μετά πάλι άγρια. Τα πόδια της τυλίχτηκαν γύρω από τη μέση μου, τα νύχια της έσκιζαν την πλάτη μου.
«Θέλω τον πούτσο σου μέσα μου όλη νύχτα», μου ψιθύρισε στο αυτί, με φωνή σπασμένη. «Δεν θέλω να βγεις. Γέμισέ με, Γιώργο. Έχυσε μέσα μου. Θέλω να νιώσω ότι είσαι βαθιά, πιο βαθιά από όσο μπήκε ποτέ κανείς.»
Οι κινήσεις μας έγιναν πιο γρήγορες, πιο απελπισμένες. Το κρεβάτι χτυπούσε στον τοίχο με τον ίδιο ρυθμό που είχα ακούσει τόσες νύχτες από την άλλη μεριά. Τώρα ήμουν εγώ αυτός που την έκανε να ουρλιάζει.
«Έρχομαι…» βόγκηξα.
«Μαζί… έλα μαζί μου!»
Σφίχτηκε ολόκληρη γύρω μου. Το μουνί της άρχισε να σπαρταράει, να με πιέζει σαν μέγγενη. Έχυσα μέσα της με δυνατές, βαθιές σπασμωδικές κινήσεις, γεμίζοντάς την μέχρι που ένιωσα το σπέρμα μου να ξεχειλίζει. Ούρλιαξε το όνομά μου, τα δόντια της μπήχτηκαν στον ώμο μου, το σώμα της τινάχτηκε κάτω από το δικό μου.
Μετά έπεσε ησυχία. Μόνο οι ανάσες μας, βαριές, λαχανιασμένες, ιδρωμένες.
Έμεινα μέσα της. Δεν ήθελα να βγω. Εκείνη με κράτησε σφιχτά, τα πόδια της ακόμα τυλιγμένα γύρω μου.
«Δεν το περίμενα αυτό», ψιθύρισε μετά από λίγο, με τα χείλη της να ακουμπάνε στον λαιμό μου.
«Ούτε εγώ», απάντησα. «Αλλά δεν θέλω να σταματήσουμε.»
Γέλασε σιγά, ένα κουρασμένο αλλά ικανοποιημένο γέλιο.
«Καλώς. Γιατί από αύριο το βράδυ θα κοιμάσαι εδώ. Και θα γαμιόμαστε μέχρι να μην μπορούμε να περπατήσουμε. Και θα το ακούνε όλοι οι γείτονες. Μαζί.»
Την φίλησα βαθιά. Η ζήλια είχε μετατραπεί σε κάτι καινούργιο. Κάτι σκοτεινό, εθιστικό και δικό μας.
Και ήξερα ότι αυτή ήταν μόνο η αρχή.
Σου άρεσε;
Γίνε ο πρώτος που βαθμολογεί

