Η άγνωστη στο βαγόνι

Η άγνωστη στο βαγόνι
Φωτογραφία: Pexels

Τίτλος: Η άγνωστη στο βαγόνι

Ήταν Δευτέρα βράδυ και το τελευταίο μετρό από το κέντρο προς τα προάστια ήταν μισοάδειο. Η Εύα, 34 χρονών, στεκόταν όρθια κρατώντας το λουρί, φορώντας ένα στενό μαύρο φόρεμα που έφτανε μόλις κάτω από τους γοφούς της. Τα μακριά καστανά μαλλιά της έπεφταν ατημέλητα στους ώμους της και τα χείλη της ήταν βαμμένα βαθύ κόκκινο.

Απέναντί της, λίγο πιο πίσω, ένας ψηλός άντρας γύρω στα 42 κοιτούσε επίμονα. Ονομαζόταν Άρης. Φορούσε σκούρο γκρι κοστούμι χωρίς γραβάτα, το πουκάμισο ελαφρώς ανοιχτό στο λαιμό. Τα μάτια του ήταν σκούρα, σχεδόν μαύρα, και η έκφρασή του δεν έκρυβε καθόλου τι σκεφτόταν.

Όταν το βαγόνι σταμάτησε σε έναν ενδιάμεσο σταθμό και δεν μπήκε κανείς, ο Άρης πλησίασε. Στάθηκε δίπλα της, τόσο κοντά που η Εύα μύρισε το άρωμά του – βαθύ, ξυλώδες, αρσενικό. Δεν μίλησαν. Μόνο οι ανάσες τους άρχισαν να βαραίνουν.

Το χέρι του ακούμπησε πρώτα στην εξωτερική πλευρά του μηρού της. Τα δάχτυλά του ανέβηκαν αργά κάτω από το φόρεμα, σπρώχνοντας το λεπτό ύφασμα. Η Εύα δεν κουνήθηκε. Μόνο τα μάτια της μισόκλεισαν όταν ένιωσε τα δάχτυλά του να βρίσκουν το λεπτό δαντελένιο εσώρουχο που ήδη ήταν υγρό.

«Γαμήσου…» ψιθύρισε εκείνη χωρίς να τον κοιτάξει.

Ο Άρης δεν περίμενε δεύτερη πρόσκληση. Με ένα γρήγορο κίνημα έσπρωξε το εσώρουχό της στην άκρη και βύθισε δύο δάχτυλα μέσα της. Το μουνί της ήταν καυτό, σφιχτό και τόσο υγρό που τα δάχτυλά του γλίστρησαν αμέσως μέχρι τον κόμπο. Η Εύα άφησε ένα πνιχτό βογκητό και άνοιξε ελαφρά τα πόδια της.

Το τρένο συνέχισε την πορεία του με τα φώτα να τρεμοπαίζουν. Ο Άρης έβγαλε τα δάχτυλά του, τα έφερε στο στόμα της και εκείνη τα έγλειψε χωρίς δισταγμό, γεύοντας τον εαυτό της. Μετά γονάτισε μπροστά του.

Τα χέρια της έλυσαν γρήγορα τη ζώνη του και κατέβασαν το παντελόνι του μέχρι τα γόνατα. Ο πούτσος του πετάχτηκε έξω – χοντρός, γεμάτος φλέβες, με μια μεγάλη, σκουρόχρωμη κεφαλή που ήδη έσταζε προερωτικό υγρό. Η Εύα δεν δίστασε. Άνοιξε το στόμα της και τον κατάπιε μέχρι τον λαιμό της με μία κίνηση. Ο Άρης έπιασε τα μαλλιά της και άρχισε να γαμάει το στόμα της με βαθιές, δυνατές ώσεις. Τα σάλια της έτρεχαν από τις άκρες των χειλιών της, μουσκεύοντας τα αρχίδια του που χτυπούσαν ρυθμικά στο πιγούνι της.

«Πιπιλίξ’ τον πιο βαθιά, πουτάνα…» μουρμούρισε εκείνος με βραχνή φωνή.

Η Εύα γκάρισε γύρω από τον πούτσο του και τον πήρε ακόμα πιο βαθιά, μέχρι που τα μάτια της δάκρυσαν. Ο ήχος της υγρής πιπίλας γέμισε το βαγόνι – γλούπ, γλούπ, γλούπ – ανακατεμένος με τα βογκητά και των δύο.

Δεν άντεξαν άλλο.

Ο Άρης την τράβηξε πάνω, την γύρισε με βία και την έσπρωξε μπροστά, πάνω στο κάθισμα. Σήκωσε το φόρεμά της μέχρι τη μέση, έσκισε το εσώρουχο και άνοιξε τα πόδια της. Το μουνί της ήταν πρησμένο, γυαλιστερό από τα χυμένα υγρά της. Χωρίς προκαταβολές, έβαλε την κεφαλή του πούτσου του στην είσοδο και με μία δυνατή ώση μπήκε ολόκληρος μέχρι τα αρχίδια.

Η Εύα ούρλιαξε από ευχαρίστηση. Ο Άρης άρχισε να τη γαμάει με άγριες, βαθιές κινήσεις. Κάθε ώθηση έβγαζε έναν υγρό, κρότο σάρκας πάνω σε σάρκα. Τα χέρια του είχαν πιάσει τους γοφούς της τόσο δυνατά που οι αρθρώσεις του έγιναν άσπρες. Το μουνί της τον έσφιγγε, τον έλουζε με ζεστά υγρά που κυλούσαν στα μηρούς της και έσταζαν στο πάτωμα του βαγονιού.

«Πιο δυνατά… γάμα με πιο δυνατά…» ικέτευε εκείνη με σπασμένη φωνή.

Ο Άρης την τράβηξε από τα μαλλιά, ανάγκασε το κορμί της να καμπυλώσει και συνέχισε να τη σφυροκοπάει. Το παχύ του πουλί έβγαινε σχεδόν ολόκληρο και ξαναμπαινε με δύναμη, χτυπώντας κάθε φορά τον κόλπο της μέχρι το βάθος. Τα αρχίδια του χτυπούσαν ρυθμικά πάνω στην κλειτορίδα της, στέλνοντας ηλεκτρικά ρεύματα σε όλο της το σώμα.

Η κορύφωση ήρθε απότομα.

Η Εύα άρχισε να τρέμει ολόκληρη. Το μουνί της συσπάστηκε γύρω του σαν μέγγενη, και ένα ζεστό κύμα υγρών ξεχύθηκε πάνω στον πούτσο του. Ούρλιαξε τόσο δυνατά που η φωνή της αντήχησε σε όλο το βαγόνι. Ο Άρης δεν άντεξε άλλο. Με δύο τελευταίες, βίαιες ώσεις, έχυσε βαθιά μέσα της. Το σπέρμα του ξεπετάχτηκε σε δυνατές, πυκνές ριπές, γεμίζοντας τον κόλπο της μέχρι που άρχισε να ξεχειλίζει και να τρέχει στα πόδια της.

Για λίγα δευτερόλεπτα έμειναν ενωμένοι, λαχανιασμένοι, ιδρωμένοι.

Μετά ο Άρης βγήκε αργά από μέσα της. Το πρησμένο μουνί της παρέμεινε ανοιχτό για μια στιγμή, και ένα παχύ ρυάκι λευκού σπέρματος κύλησε αργά από μέσα της και έσταξε στο δάπεδο.

Το τρένο επιβράδυνε. Ο επόμενος σταθμός ήταν ο δικός της.

Η Εύα κατέβασε το φόρεμά της, σκούπισε τα χείλη της με την ανάστροφη της παλάμης της και τον κοίταξε για πρώτη φορά στα μάτια.

«Καληνύχτα, άγνωστε,» είπε με βραχνή, ικανοποιημένη φωνή.

Και χωρίς να περιμένει απάντηση, κατέβηκε από το βαγόνι, αφήνοντας πίσω της μόνο τον ήχο των τακουνιών της και το υγρό αποτύπωμα της συνάντησής τους στο πάτωμα.

Σου άρεσε;

Γίνε ο πρώτος που βαθμολογεί

Μπορεί να σου αρέσουν